Supreme Court allows appeal against bank's negligence in handling dual-nationality estate funds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment by the Ioannina Court of Appeal, ordering a remand for retrial. The plaintiff argued that bank employees failed to exercise due diligence when accepting funds for a dual-nationality estate under Greek law. The court found the lower court's decision insufficient regarding the bank's negligence and the applicable legal procedures for dual nationals.
Legislator headnote
AI generatedArticles 922 of the Civil Code; Article 66 of Law 2039/1939: When a beneficiary holds dual nationality, Greek law governs the acceptance of executor functions, and bank employees must verify the statutory procedure; failure to do so constitutes negligence, rendering the appeal admissible and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 410 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 410/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γενικού Νοσοκομείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." και νυν "ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ Α.Ε." (ALPHA BANK A.E.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Σαξώνη, που ανακάλεσε την από 16/1/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 10/11/1997 προσεπίκληση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 291/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 68/2002 μη οριστική και 302/2006 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ως άνω αναιρεσείον με την από 18/6/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1709/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσίον με την από 28/9/2015 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1212/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσίον με την από 5/1/2018 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 2/3/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγου της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-1-2018, κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς [περαιτέρω] συζήτηση η υπό κρίση (από 18-6-2009 και με αριθμ.καταθ.34/2009) αίτηση αναιρέσεως της 302/2006 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων μετά την έκδοση επί αυτής της 1212/2017 [μη οριστικής] αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού (με την οποία διατάχθηκε η, για τον αναφερόμενο σ'αυτή λόγο, επανάληψη της συζητήσεως) και την εκτέλεση των δι'αυτής διαταχθέντων.
Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του, συνάγεται ότι, ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς υπαιτίως σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ1 αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση (ΑΠ 1325/07).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 297, 298, 330 και 914ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι .προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α)η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β)η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ)ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1197/2005).
Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγενείας που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε, κατά δε αυτή του άρθρου 31 ΑΚ αν το πρόσωπο έχει ελληνική και ξένη ιθαγένεια, ως δίκαιο της ιθαγενείας εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, από το οριζόμενο στις παραπάνω διατάξεις δίκαιο της ιθαγένειας του κληρονομουμένου διέπεται και ο θεσμός του εκτελεστού της διαθήκης αυτού, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 ΑΚ, είναι έγκυρη και αναπτύσσει την κατά το περιεχόμενο αυτής ενέργεια αν έχει περιβληθεί τύπο, ανταποκρινόμενο είτε προς το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενο της είτε προς το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρήθηκε είτε προς το δίκαιο της ιθαγενείας όλων των μερών (ΑΠ 140/2002).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63, 64, 65 και 66 του α.ν.2039/1939 προκύπτει ότι, η εκκαθάριση των περιουσιών που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών γίνεται από τους ορισθέντες εκτελεστές της διαθήκης και, σε περίπτωση ελλείψεως τέτοιου ορισμού, από το βεβαρημένο κληρονόμο, ο οποίος έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εκτελεστών, οι οποίοι θεωρούνται ότι ασκούν δημόσια λειτουργία, υπαγόμενοι στην εποπτεία και πειθαρχική εξουσία του Υπουργού των Οικονομικών.
Η εκκαθάριση αρχίζει από την αποδοχή του λειτουργήματος εκ μέρους του εκτελεστού, η οποία γίνεται για όσους μεν κατοικούν στην Ελλάδα με έγγραφη δήλωση αυτού ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου της κατοικίας ή διαμονής του (εκτελεστού), για όσους δε κατοικούν στην αλλοδαπή (με δήλωση) ενώπιον του οικείου προξένου, στην οποία (δήλωση) ο εκτελεστής υποχρεούται να αναφέρει ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του κάποιος από τους λόγους ανικανότητας διορισμού, που προβλέπονται στο άρθρο 65 παρ.1 του α.ν.2039/39 αντίγραφο της παραπάνω δήλωσης υποβάλλεται από τον κατά περίπτωση αρμόδιο Γραμματέα ή πρόξενο στον Υπουργό των Οικονομικών εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την πραγματοποίησή της.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικοί δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914, 922, 330 εδαφ. β και 66 α.ν. 2039/39, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσιβλήτου ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα αγωγή του περί καταβολής του ποσού των 63.286,43 δολ.
ΗΠΑ, που είχε κατατεθεί στην τελευταία από τον ήδη αποβιώσαντα Σ. Ζ., ο οποίος με την από 3-9-81 διαθήκη του κατέλιπε αυτό υπέρ του εξυπηρετουμένου από το ίδιο (αναιρεσείον),κοινωφελούς σκοπού και το οποίο (ποσό), εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της τελευταίας, αποδόθηκε παρατύπως στον, ως εκτελεστή της παραπάνω κληρονομιάς εμφανισθέντα αλλά μη νομιμοποιούμενο σχετικά, I.
Ζ. δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη μη συνδρομή των καταφασκουσών την αποδιδομένη στους προστηθέντες ως άνω υπαλλήλους αδικοπρακτική συμπεριφορά προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως, αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντας την αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Στις 27-2- 82 απεβίωσε στα Ιωάννινα ο Σ.
Ζ. του Ε. και Β., που γεννήθηκε στα Δολιανά Ιωαννίνων το 1897 από Έλληνες γονείς. Το 1923 ο ανωτέρω μετανάστευσε στις Η ΠΑ, όπου το 1927 άλλαξε το όνομα του σε Γ. Α.. Στην από 3-9-1981 διαθήκη του, που συντάχτηκε ενώπιον συμβολαιογράφου του Τέξας των ΗΠΑ και δημοσιεύθηκε νομίμως, περιέλαβε και διατάξεις υπέρ του ενάγοντος.
Ειδικότερα όρισε ότι μέρος της περιουσίας του θα διατεθεί για την ανέγερση μιας πτέρυγας ή ενός κτιρίου στο ενάγον νοσοκομείο προς εξυπηρέτηση των σκοπών του. Περαιτέρω, με την ίδια διαθήκη όρισε διαχειριστές - εκτελεστές - εκκαθαριστές της περιουσίας του τους Ι. Ζ. και Π. Δ., η εξουσία των οποίων, σύμφωνα με σχετικό όρο αυτή, θα λήγει, "είτε δέκα χρόνια μετά το θάνατο του διαθέτη, είτε οποτεδήποτε κατά τη διάκριση των διαχειριστών".
Με άλλο όρο ορίστηκε ότι "... οι διαχειριστές θα καταβάλουν μέρος ή όλες τις καταθέσεις μου στη Διοίκηση του πιο πάνω Νοσοκομείου αρκετές ώστε να ανεγερθεί η πιο πάνω πτέρυγα ...". Από τους αναφερθέντες δύο εκτελεστές της διαθήκης, μόνον ο Ι. Ζ. ανέλαβε καθήκοντα και αναμείχθηκε στη διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας, όπως άλλωστε και ο ίδιος συνομολογεί.
Ειδικότερα ο Ι. Ζ., με την υπ' αριθ. 103120/15-11-1983 απόφαση του Δικαστηρίου Επικυρώσεων Διαθηκών της κομητείας HARRIS του TEXAS των ΗΠΑ
διορίστηκε "ανεξάρτητος εκτελεστής της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος G. A....(βλ. την απόφαση αυτή που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση). Το καλοκαίρι του 1992 ο Ι. Ζ. εμφανίστηκε στο υποκατάστημα της εναγομένης στα Ιωάννινα και ζήτησε να αναλάβει τις καταθέσεις του διαθέτη, ύψους 63.286,43 δολαρίων ΗΠΑ, για τη νομιμοποίησή του δε, ως δυναμένου να προβεί στην ανάληψη προσκόμισε την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου της πολιτείας TEXAS περί διορισμού του ως "ανεξαρτήτου εκτελεστή" της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος Γ.
Α. Σ. Ζ. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης δεν αρκέστηκαν στο επίσημο αυτό έγγραφο, αλλά ζήτησαν, επί πλέον, να προσκομίσει εκείνος και άλλα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι δεν έχει παύσει καθ' οποιοσδήποτε τρόπο η εξουσία του ως εκτελεστή της προαναφερθείσης κληρονομιαίας περιουσίας. Ο εν λόγω εκτελεστής προσήλθε εκ νέου στο υποκατάστημα της εναγομένης στις 2-10-1992, προσκομίζοντας το από 11-9-1992 πιστοποιητικό του ιδίου δικαστηρίου [κληρονομικών υποθέσεων της κομητείας HARRIS της πολιτείας του TEXAS], με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο Ι.
Ζ., α) στις 21 /12 /1 983 διορίστηκε νόμιμα με εντολή του δικαστηρίου αυτού ανεξάρτητος εκτελεστής της διαθήκης του Γ. Α., "χωρίς δεσμό" (WITHOYT BOND), β) την 27-12-1983 έλαβε προς τούτο την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια και γ) ότι αυτός ενεργεί ακόμη με την ιδιότητα αυτή. Από τα άνω εκτεθέντα περιστατικά, η απόδοση του επιδίκου χρηματικού ποσού στον εμφανισθέντα εκτελεστή διαθήκης I.
Ζ. δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων αυτής του Υποκαταστήματος Ιωαννίνων, διότι αυτοί ενήργησαν όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος, μέσου επιπέδου γνώσεων και βαθμού εμπειρίας, υπάλληλος τραπέζης που ασκεί τα ίδια καθήκοντα, ήτοι μέσα στα πλαίσια των συνηθειών που επικρατούν στις σχετικές συναλλαγές και της κοινής κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρας και λογικής, καθόσον αυτοί έλαβαν υπόψη τους δημόσια έγγραφα και δη έγγραφα δικαστηρίου, από τα οποία προέκυπτε ότι ο αιτών την ανάληψη των καταθέσεων του άνω διαθέτη είχε διοριστεί νομίμως ως εκτελεστής της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού και κατά τον επίμαχο χρόνο διατηρούσε ακόμη την ιδιότητα αυτή και την αντίστοιχη διαχειριστική εξουσία.
Τα άνω αποδειχθέντα περιστατικά ενισχύονται και από το υπ' αριθ. 119/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, το οποίο με τις ίδιες σκέψεις αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Ι. Ζ. για υπεξαίρεση του άνω ποσού. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε την αγωγή, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις προσαχθείσες αποδείξεις εκτίμησε και γι' αυτό οι λόγοι εφέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, δεχθείσα με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου τη μη συνδρομή των επικληθεισών προς θεμελίωση της αποδιδομένης στους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης αμελούς συμπεριφοράς προϋποθέσεων καθόσον, αν και δέχεται ότι "οι εν λόγω υπάλληλοι ενήργησαν, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος, μέσου επιπέδου γνώσεων και βαθμού εμπειρίας, υπάλληλος Τραπέζης που ασκεί τα ίδια καθήκοντα, ήτοι μέσα στα πλαίσια των συνηθειών που επικρατούν στις σχετικές συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον αυτοί έλαβαν υπόψη τους δημόσια έγγραφα και δη έγγραφα δικαστηρίου από τα οποία προέκυπτε ότι ο αιτών την ανάληψη των καταθέσεων του ως άνω διαθέτη εκτελεστής της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού είχε διοριστεί νομίμως ως εκτελεστής και κατά τον επίμαχο χρόνο διατηρούσε ακόμη την ιδιότητα αυτή και την αντίστοιχη διαχειριστική εξουσία...." δεν αναφέρεται όμως σ'αυτήν αν, μεταξύ των νομιμοποιητικών εγγράφων του ως εκτελεστή της κατά τα άνω διαθήκης εμφανισθέντος και αναλαβόντος το επίδικο χρηματικό ποσό, που είχε καταληφθεί υπέρ του εξυπηρετουμένου από το αναιρεσείον κοινωφελούς σκοπού, Ι.
Ζ., τα οποία ζητήθηκαν από τους αρμοδίους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, περιλαμβάνεται και έγγραφο αποδεικτικό της υποβολής δηλώσεως αποδοχής του λειτουργήματος του εκτελεστή είτε ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου της κατοικίας αυτού είτε ενώπιον του έλληνα πρόξενου στην Αμερική, η οποία (δήλωση αποδοχής), κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, απαιτείται, κατά το εφαρμοστέο στην ένδικη περίπτωση, ως εκ της διπλής ιθαγένειας του ως άνω διαθέτου (αμερικανικής και ελληνικής) η υπάρξη της τελευταίας βεβαιώνεται από το από 11-4-2007, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του αρμοδίου σύμφωνα με το άρθρο 25 ΝΔ 3370/1955, για την έκδοση πιστοποιητικών ιθαγένειας, Δημάρχου Πωγωνίου Ιωαννίνων στο οποίο υπό την ένδειξη:
ιθαγένεια αναγράφεται Ελληνική) Ελληνικό δίκαιο και ειδικότερα από το άρθρο 66 α.ν.2039/39 για τη σύννομη αποδοχή του λειτουργήματος του εκκαθαριστή και τη νομότυπη έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης της κληρονομιαίας περιουσίας, στην οποία εντάσσεται και η ανάληψη του επιδίκου χρηματικού ποσού για την οποία δεν επαρκούν, όπως φαίνεται να δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση τα προσκομισθέντα προς απόδειξη της ιδιότητος αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο ορισμός του εκτελεστή της ένδικης διαθήκης διέπεται, ενόψει της διπλής ιθαγενείας του διαθέτη, από το ελληνικό δίκαιο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απαιτεί για την ανάληψη του σχετικού λειτουργήματος την τήρηση της διαγραφομένης από το άρθρο 66 α.ν.2039/39 διαδικασίας, η οποία, στο πλαίσιο της επιβαλλομένης, ενόψει της εμπειρίας των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, της επικρατούσας στις σχετικές συναλλαγές πρακτικής αλλά και της κατά τα άνω νομικής προβλέψεως να καταβληθεί στοιχειωδούς επιμελείας, έπρεπε να ελεγχθεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης προκειμένου να εξακριβωθεί η, αποκλείουσα την κατάφαση συνδρομής της αποδιδομένης σ'αυτούς αμελούς συμπεριφοράς, νομιμοποίηση αυτού (εκτελεστή) για την ανάληψη του επιδίκου χρηματικού ποσού.
Υπό τις ελλιπείς ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με την ορθή υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων( πραγματικών περιστατικών στη μείζονα πρόταση των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και ιδίως αυτού του αρθ. 330 ΑΚ, που επιβάλλει την εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης καταβολή της απαιτουμένης σε παρόμοιες του είδους αυτού συναλλαγές, επιμελείας, με αποτέλεσμα να ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες για το λόγο αυτό πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες.
Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπάνω, από το άρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των προβαλλομένων λοιπών αιτιάσεων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.302/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ