Supreme Court partially overturned lower court ruling on lawyer fees and remanded case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially overturned the First Instance Court of Appeal's decision regarding lawyer fees and costs. The appellants argued that the lower court failed to properly address their claims, while the respondent contended the original judgment was correct. The court ruled that the appeal was admissible and partially successful, leading to the annulment of the specific fee portion and a remand for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 589, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a contested judgment and remand the case for retrial when the appeal is admissible and partially successful, without examining unchallenged grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 410 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 410/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοπανά, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε ο ίδιος για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4621/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/9/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 20ής Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 4621/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά των αναιρεσειόντων την από 18ης Ιανουαρίου 2010 αγωγή αφορώσα διαφορά εξ αμοιβών, εξεδόθη δε ερήμην των αναιρεσειόντων η υπ' αριθμόν 54/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή εν όλω.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 7ης Απριλίου 2014 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, εν συνεχεία δε οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1, 49, 91, 92, 94 και 100 παρ. 1 εδ.
α' Ν.Δ. 3026/1954 και 713 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση, δια της οποίας ανατίθεται σε δικηγόρο δικαστική ή εκτός δίκης εργασία, φέρει τον χαρακτήρα αμειβομένης εντολής, η δε συμφωνηθείσα αμοιβή του δικηγόρου δεν δύναται να υπολείπεται των υποχρεωτικώς εφαρμοζομένων σχετικώς κατωτάτων ορίων, τα οποία καθορίζονται δια των διατάξεων των άρθρων 98 επ.
του ως άνω Ν.Δ., ανερχόμενα επί συντάξεως κυρίας αγωγής σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής. Αφ' ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 102 του αυτού Ν.Δ., "Εάν το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξωγκωμένον, το τοιούτον δε ηδύνατο να γίνη αντιληπτόν και παρ' αυτού του δικηγόρου, το ελάχιστον όριον αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού, όπερ έδει να ζητηθή διά της αγωγής, εάν ο δικηγόρος εξηκρίβωνεν επιμελέστερον τα πράγματα, εκτός εάν διά τον ως άνω καθορισμόν του αιτήματος της αγωγής συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του".
Ο κατά την εν λόγω διάταξη ισχυρισμός, ότι το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξωγκωμένο και είχε την δυνατότητα ο εντολοδόχος δικηγόρος να εξακριβώσει τούτο, αποτελεί ένσταση του εναγομένου προς καταβολή της δικηγορικής αμοιβής, κατά της οποίας ο ενάγων δύναται να προτείνει κατ' αντένσταση τον ισχυρισμό ότι συνεμορφώθη προς σχετική έγγραφη εντολή του εντολέως ή του αντιπροσώπου αυτού.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση από διάδικο δικασθέντα ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται εντός των ορίων των καθοριζομένων από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, τους οποίους εδικαιούτο να προβάλει πρωτοδίκως.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι με την από 18ης Ιανουαρίου 2010 αγωγή ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος επικαλούμενος ότι κατόπιν εντολής των αναιρεσειόντων προέβη στην διεκπεραίωση των αναφερομένων συγκεκριμένων δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων και εργασιών, εζήτησε την επιδίκαση αμοιβής συνολικού ποσού 83636 ευρώ, μεταξύ δε αυτών περιέλαβε και την σύνταξη και κατάθεση της από 8ης Οκτωβρίου 2008 αγωγής των αναιρεσειόντων και του Μ.
Π. κατά έξι εναγομένων αφορώσα επιδίκαση χρηματικών ικανοποιήσεων συνολικού ποσού 2325000 ευρώ ως και της από 11ης Δεκεμβρίου 2008 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά δύο εναγομένων αφορώσα επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 800000 ευρώ, ως προς τις οποίες αγωγές εζήτησε ως δικηγορική αμοιβή υπολογιζομένη βάσει ποσοστού 2% επί της αξίας του αντικειμένου εκάστης τα ποσά των 46500 και 16000 ευρώ αντιστοίχως.
Επί της εν λόγω αγωγής του αναιρεσιβλήτου εξεδόθη ερήμην των αναιρεσειόντων η υπ' αριθμόν 54/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή εν όλω, κατά της αποφάσεως δε αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 7ης Απριλίου 2014 έφεση, δια της οποίας προέβαλαν, παραδεκτώς συμφώνως προς τα ανωτέρω, το πρώτον ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, αφού δεν είχαν παραστεί πρωτοδίκως, ως λόγο εφέσεως και τον ισχυρισμό ότι τα αιτήματα των προαναφερομένων αγωγών, επί των οποίων είχε υπολογισθεί η επιδικασθείσα δικηγορική αμοιβή, ήσαν προφανώς εξωγκωμένα και ότι τούτο είχε την δυνατότητα να εξακριβώσει ο εντολοδόχος δικηγόρος, εζήτησαν δε να υπολογισθεί η αμοιβή αυτού βάσει των ποσών, τα οποία έπρεπε κανονικώς να ζητηθούν.
Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφού εδέχθη την έφεση και εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, ως εκδοθείσα ερήμην των εκκαλούντων, δικάζον επί της αγωγής, εδέχθη ότι οι αναιρεσείοντες ώφειλαν ως δικηγορική αμοιβή των ως άνω αγωγών υπολογιζομένη βάσει ποσοστού 2% επί της αξίας των αγωγικών αιτημάτων, τα οποία αυτοί οι ίδιοι είχαν ζητήσει, τα ως άνω επιδικασθέντα και πρωτοδίκως ποσά των 46500 και 16000 ευρώ και βάσει της εν λόγω παραδοχής αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο τα προαναφερόμενα ποσά.
Στην εν λόγω, όμως, κρίση κατέληξε το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, χωρίς να λάβει υπ' όψιν και να εξετάσει τον κατά τα ανωτέρω ουσιώδη ως εκ του αντικειμένου της διαφοράς ερειδόμενο επί της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 102 Ν.Δ. 3026/1954 και προβληθέντα ως λόγο της εφέσεως ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι είχε την δυνατότητα να εξακριβώσει ο αναιρεσίβλητος ότι τα αιτήματα των προαναφερομένων αγωγών ήσαν προφανώς εξωγκωμένα και ότι ως εκ τούτου η αμοιβή αυτού έπρεπε να υπολογισθεί βάσει των ποσών, τα οποία έπρεπε κανονικώς να ζητηθούν.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπ' όψιν από το Μονομελές Εφετείο του προαναφερομένου ισχυρισμού, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν.
Η ανάγκη επικλήσεως και κατά περίπτωση και προσαγωγής ισχύει και επί αποδεικτικών μέσων, τα οποία δύναται το δικαστήριο να λάβει υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως, ως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος, αφού η λήψη υπ' όψιν των εν λόγω αποδεικτικών μέσων δεν αποτελεί αντικείμενο υποχρεώσεως του δικαστηρίου αλλά ασκήσεως της διακριτικής ευχερείας αυτού, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, και μόνον κατόπιν παραδεκτής επικλήσεως και ενδεχομένως και προσαγωγής του αποδεικτικού μέσου γεννάται σχετική υποχρέωση του δικαστηρίου.
Αφ' ετέρου, εάν από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι δεν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο προσαχθέν αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, του οποίου είχε γίνει παραδεκτή επίκληση, ή καταλείπεται σχετικώς αμφιβολία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο η αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.
Προκειμένου να είναι ωρισμένος συμφώνως προς τις εν λόγω διατάξεις ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι έχει γίνει νομίμως επίκληση και κατά περίπτωση και προσαγωγή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του αποδεικτικού μέσου, ως προς το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπ' όψιν.
Εξ άλλου, υπό το ισχύον επί αγωγών και ενδίκων μέσων κατατιθεμένων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015 δικονομικό καθεστώς (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 238, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 677 περ. 1 ΚΠολΔ ότι επί εφέσεων κατ' αποφάσεων του μονομελούς πρωτοδικείου δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών εξ αμοιβών κατατίθενται οι προτάσεις ενώπιον του εφετείου μέχρι της ενάρξεως της συζητήσεως, οι δε διάδικοι δύνανται να καταθέσουν μέχρι της 12ης ώρας της τρίτης εργασίμου ημέρας μετά την συζήτηση προσθήκη αυτών, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση ισχυρισμών προταθέντων το πρώτον κατά την συζήτηση.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπ' όψιν η γενομένη δια των ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ομολογία αυτού ότι είχε λάβει ήδη ως μερική αμοιβή των ενδίκων αξιώσεων το ποσόν των 4000 ευρώ. Ο εν λόγω λόγος είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι είχε γίνει επίκληση της ομολογίας του αναιρεσιβλήτου δια των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ή δια της προσθήκης αυτών.
Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και δια της παραδοχής ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι τυχόν περιλαμβανόμενοι άλλοι λόγοι, εκτός εάν δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον.
Εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.
Εν προκειμένω, εν όψει του κατά τα ανωτέρω δεκτού γενομένου πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία περιλαμβάνει και άλλα επί μέρος κονδύλια δικηγορικών αμοιβών, μόνον καθ' ο μέρος αφορά την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής ως προς τις προαναφερόμενες από 8ης Οκτωβρίου 2008 και 11ης Δεκεμβρίου 2008 αγωγές, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση, ενώ παρέλκει κατά τα προαναφερθέντα η εξέταση του τρίτου και τελευταίου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αφορώντος αιτίαση περί παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 102 Ν.Δ. 3026/1954 αναφορικώς με την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής ως προς τις ως άνω αγωγές, ως προς την οποία η απόφαση έχει κατά τα ανωτέρω αναιρεθεί δυνάμει του πρώτου λόγου.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 4621/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων ποσού χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ