Legislator Case Law & Legislation
410/2018 AI generated

410/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 410/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 92 παρ. 3 και 5 εδ. α του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3024/1954 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση εν όψει του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι’ εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Legislator headnote

AI generated

410/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
action for price reduction difference compensation right to higher insurance cover objection to debt enforcement coinsurance percentage party costs of attorney
AI generated
1164/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
1456/2017
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
174/2016
Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ.1 περ.
514/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1835/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 410 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 410/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μουστακάτο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Φ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Πολύζου-Νταϊλιάνα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 5022/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-1-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 92 παρ. 3 και 5 εδ. α του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3024/1954 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση εν όψει του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι’ εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης" (παρ. 3). "Η κατά τ’ ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος" (παρ. 5 εδ.

α). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του επιτρέπεται συμφωνία κατά την οποία η δικηγορική αμοιβή θα εξαρτάται από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, καθώς και συμφωνία περί αμοιβής "δι’ εκχωρήσεως" μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, οπότε η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% το αντικειμένου της δίκης (Α.Π. 396/2017).

Εξ άλλου οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.

Α.Π. 26/2004). Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 396/2017, 1039/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] είναι δικηγόρος Αθηνών...

Περί το έτος 2000 ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων] της ανέθεσε να αναλάβει την εκπροσώπησή του όσον αφορά στην από 21-5-1998... αγωγή, που είχε ασκήσει ο ίδιος με επιμέλεια ετέρου δικηγόρου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του Σ. Ι., με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 462.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής αυτής.

Κατόπιν της εντολής αυτής η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου την από 18-5-2000... κλήση, με την οποία ζητούσε να ορισθεί νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της αγωγής αυτής που είχε ματαιωθεί... Η συζήτηση της αγωγής αυτής ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 20-9-2001, ενώ ακριβές αντίγραφο της κλήσης αυτής με επιμέλεια της ενάγουσας επιδόθηκε στον ως άνω αντίδικο του νυν εναγομένου στις 24-5-2001...

Η συζήτηση της ως άνω αγωγής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21-10-2004, οπότε και ματαιώθηκε. Στο μεταξύ, στις 10-12-2002, συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου εργολαβικό δίκης και πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου ο δεύτερος ανέθεσε στην πρώτη και εγγράφως να επιδιώξει δικαστικώς καθ’ οιονδήποτε τρόπο μέχρι τελεσιδικίας της αγωγής του κατά του Σ.

Ι., την είσπραξη οιουδήποτε ποσού του επιδικασθεί για την ως άνω απαίτησή του. Το ως άνω εργολαβικό δίκης καταρτίσθηκε ενόσω εκκρεμούσε προς συζήτηση για την 12-12-2002 η ανακοίνωση-προσεπίκληση για παρέμβαση, που είχε ασκήσει ο εναγόμενος της προμνησθείσης αγωγής Σ. Ι., η συζήτηση της οποίας αναβλήθηκε για τις 21-10-2004, όπως κατά τα ανωτέρω είχε αναβληθεί και η συζήτηση της αγωγής του ήδη εναγομένου, στα πλαίσια της οποίας (συζήτησης) η ενάγουσα, είχε καταθέσει, για λογαριασμό του εντολέα της εναγομένου, τις από 20-11-2002 προτάσεις της και την από 25-11-2002 προσθήκη-αντίκρουση στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με το εργολαβικό δε αυτό συμφωνήθηκε ρητά ότι, για τη διενέργεια του συγκεκριμένου δικαστικού αγώνα, η ενάγουσα θα λάβει ως αμοιβή της ποσοστό 15% επί της επιδικασθησομένης απαίτησης και ότι σε περίπτωση ατυχούς έκβασης της δίκης ο εναγόμενος δεν θα της οφείλει καμία αμοιβή. Το εν λόγω εργολαβικό δίκης φέρει και στα δύο φύλλα του τις υπογραφές αμφοτέρων των συμβληθέντων μερών, ήτοι τόσο της ενάγουσας όσο και του εναγομένου, ενώ κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτό συνετάγη τούτο εις διπλούν και έκαστος των συμβαλλομένων έλαβε ένα πρωτότυπο...

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με την από 22-10-2004 κλήση που κατέθεσε η ενάγουσα, την οποία επέδωσε στον εναγόμενο Σ. Ι., προσδιορίσθηκε η ως άνω από 21-5-1998 αγωγή του νυν εναγομένου για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 24-3-2005, οπότε και πράγματι συζητήθηκε. Κατά την ως άνω δικάσιμο ο νυν εναγόμενος εκπροσωπήθηκε από την νυν ενάγουσα, η οποία κατέθεσε προτάσεις και προσθήκη-αντίκρουση, οπότε εκδόθηκε η... 4809/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης...

Κατόπιν δυνάμει της από 23-11-2005 κλήσης που κατέθεσε η ενάγουσα ορίστηκε η 19-1-2006 για την όρισκιση των... πραγματογνωμόνων... Αντίγραφο της κλήσης αυτής επιδόθηκε στον πραγματογνώμονα με επιμέλεια της ενάγουσας. Μετά τη σύνταξη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης... ο ως άνω εναγόμενος Σ. Ι. υπέβαλε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών σε βάρος του ανωτέρω πραγματογνώμονα και του νυν εναγομένου για τις πράξεις της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή.

Η ενάγουσα... για λογαριασμό του τελευταίου συνέταξε το από 16-11-2006 απολγητικό υπόμνημα ενώπιον της Πταισματοδίκη Αχαρνών. Ακολούθως δε εκδόθηκε η... .../07 απορριπτική διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στη συνέχεια δυνάμει της από 25-5-2006 κλήσης που κατέθεσε η ενάγουσα, την οποία επέδωσε στον εναγόμενο Σ.

Ι., η αγωγή προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 7-6-2007, μετά δε από αναβολή αυτή συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 24-1-2008, οπότε η ενάγουσα εκπροσώπησε τον εντολέα της, κατέθεσε δε προτάσεις και προσθήκη-αντίκρουση. Ακολούθως εκδόθηκε η... 6359/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή του νυν εναγομένου και αναγνωρίστηκε ότι ο εκεί εναγόμενος Σ.

Ι. οφείλει να καταβάλει στον εκεί ενάγοντα (ήδη εναγόμενο) το ποσό των 172.212,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Στη συνέχεια, κατόπιν άσκησης εφέσεως από τον Σ. Ι. κατά της παραπάνω απόφασης, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, που συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 21-10-2010, στην οποία ο νυν εναγόμενος εκπροσωπήθηκε από την ενάγουσα, που κατέθεσε προτάσεις και προσθήκη, εκδόθηκε η... 895/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε ότι ο εναγόμενος Σ.

Ι. οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 122.388,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ακολούθως και προκειμένου να επιτευχθεί η είσπραξη του αναγνωριστικώς επιδικασθέντος ποσού, η ενάγουσα υπέβαλε ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4-10-2011 αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ζητώντας μάλιστα και την κατά προτίμηση έκδοσή της, αίτημα που έγινε δεκτό, και στη συνέχεια εκδόθηκε η... .../2011 διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε ο καθ’ ου Σ.

Ι. να καταβάλει στον αιτούντα-νυν εναγόμενο το ποσό των 122.388,10 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της από 21-5-1998 αγωγής, ήτοι από 5-6-1998 έως την εξόφληση, ως και 2.081 ευρώ για δικαστικά έξοδα εκδόσεως της διαταγής αυτής πληρωμής. Ακριβές αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της παραπάνω διαταγής πληρωμής επέδωσε η ενάγουσα στον καθ’ ου αυτή με επιταγή προς πληρωμή για το συνολικό ποσό των 335.120,27 ευρώ.

Επειδή ο ανωτέρω δεν συμμορφώθηκε με την επιταγή αυτή, κατόπιν εντολής της ενάγουσας επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητη περιουσία του, συνταγείσης της... 370/2011 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και ορίστηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 25-1-2012, δυνάμει της... ...2011 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.

Π.. Ο Σ. Ι. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11-1-2012 αίτηση αναστολής πλειστηριασμού η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 19-1-2012, στην οποία ο νυν εναγόμενος (τότε καθ’ ου η αίτηση) εκπροσωπήθηκε από την ενάγουσα, η οποία κατέθεσε και σημείωμα. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η... 850/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη.

Ακολούθως, στις 20-2-2012, ο Σ. Ι. και ο νυν εναγόμενος, υπέγραψαν το με ίδια ημερομηνία συμφωνητικό συμβιβασμού, κατά την κατάρτιση του οποίου παρίστατο και η ενάγουσα μαζί με τον εντολέα της, η οποία και συνυπέγραψε τούτο, με το οποίο συμφωνήθηκε όπως ο Σ. Ι. να καταβάλει στον νυν εναγόμενο, προς ολοσχερή εξόφλησή του, το ποσό των 300.000 ευρώ.

Από το ποσό αυτό του κατέβαλε σε μετρητά 90.000 ευρώ, 100.000 ευρώ με ισόποση τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 110.000 ευρώ ανέλαβε την υποχρέωση να του το καταβάλει σε έντεκα συνεχείς μηνιαίες δόσεις 10.000 ευρώ εκάστης, της πρώτης πληρωτέας την 30- 6-2012, εκάστης των επομένων πληρωτέας την 30ή εκάστου μηνός και της τελευταίας την 30-4-2013.

Σε εγγύηση της καταβολής αυτής ο Σ. Ι. του μεταβίβασε με οπισθογράφηση 11 μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως του Χ. Κ. σε διαταγή του Σ. Ι., πληρωτέες τις αντίστοιχες ως άνω ημερομηνίες. Ενόψει των ανωτέρω θεωρείται ότι πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η γέννηση της απαίτησης της ενάγουσας για την καταβολή της ως άνω συμφωνηθείσης αμοιβής της, καθόσον ο εναγόμενος έλαβε το ως άνω ποσό από τον ως άνω αντίδικό του κατόπιν των παραπάνω ενεργειών της ενάγουσας, η οποία διεξήγαγε τη σχετική δίκη μέχρι τελεσιδικίας, ενώ η δια συμβιβασμού τελικώς επιτευχθείσα επίλυση της διαφοράς ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητική για τον εντολέα της, παρά τους αορίστως προβαλλομένους ισχυρισμούς του περί του αντιθέτου...

Επομένως, με βάση το ένδικο εργολαβικό δίκης που έχει καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα δικαιούται ως αμοιβή της το συνολικό ποσό των (300.000 ευρώ Χ 15%=) 45.000 ευρώ, ενώ επί της ως άνω αμοιβής αναλογεί φόρος προστιθέμενης αξίας ποσοστού 23%, ήτοι 10.350 ευρώ. Από το ανωτέρω ποσό έχουν καταβληθεί στην ενάγουσα 20.000 ευρώ την 20-2-2012, ποσό για το οποίο η ενάγουσα εξέδωσε αργότερα την... 431/24-7-2012 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, στην οποία από το ποσό των 20.000 ευρώ, 16.260 ευρώ τα καταλογίζει ως αμοιβή της και 3.740 ευρώ για Φ.Π.Α. 23%.

Επομένως δικαιούται ακόμη ως υπόλοιπο αμοιβής της το παραδεκτώς αιτηθέν ποσό των 25.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής της, πλέον του ποσού του επ’ αυτού Φ.Π.Α. (εφόσον μόνο για το συγκεκριμένο ποσό θα εκδοθεί απόδειξη παροχής υπηρεσιών) ύψους (25.000 Χ 23%=) 5.750 ευρώ, νομιμοτόκως από της εκδόσεως του οικείου φορολογικού παραστατικού".

Με βάση τις παραδοχές αυτές (και άλλες οι οποίες αφορούν την απόρριψη των ενστάσεων του εναγομένου για πλάνη του και για για τις οποίες θα γίνει λόγος στην επόμενη σκέψη) το εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής), δέχθηκε δε την έφεση της ενάγουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 30.750 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο: Α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 εδ. α του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3024/1954, αφού δέχθηκε ότι η διαφορά μεταξύ του εναγομένου και του προαναφερθέντος οφειλέτη του λύθηκε με συμβιβασμό, γεγονός που συνεπάγεται την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας.

Β) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., στις οποίες άλλωστε δεν προσέφυγε, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, ότι υφίστατο κενό ή ασάφεια στο αναφερόμενο σ’ αυτήν από 10-12-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό. Γ) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η καταβολή της οφειλομένης στην ενάγουσα δικηγορικής αμοιβής με το συμβιβασμό του εναγομένου με τον οφειλέτη του.

Δεν συνιστά δε ανεπάρκεια των αιτιολογιών αυτών η παραδοχή ότι μέρος της οφειλής του τότε αντιδίκου του εναγομένου συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον εναγόμενο σε δόσεις, ενόψει και του ότι ο τελευταίος δεν ισχυρίσθηκε ότι δεν του καταβλήθηκαν τα ποσά των δόσεων. Επομένως οι πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές προβαλλόμενες με τους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι με αυτές, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ. β και γ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν στις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)...

β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά". Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ του ιδίου κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως...

τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 επ. Κ.Πολ.Δ.), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται δηλαδή σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (σχετ.

Ολ. Α.Π. 2/2005 επί εργατικής διαφοράς). Τέλος για να ληφθεί υπόψη η ένσταση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα πρέπει να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρεται παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό, ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.

προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (Α.Π. 243/2015, 9/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτες τις παραδεκτά προταθείσες πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ενστάσεις του:

α) ότι κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως (εργολαβικού δίκης) τελούσε σε πλάνη και β) ότι η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας είναι καταχρηστική. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ενστάσεις αυτές δεν είχαν προταθεί προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με συνοπτική καταχώρησή τους στα πρακτικά.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι οι ενστάσεις αυτές είχαν προταθεί νομίμως αλλά δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά είναι χωρίς έννομη επιρροή διότι τα πρακτικά, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα έγιναν ενώπιον του προσώπου που τα συνέταξε και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ.), το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση.

Και ναι μεν οι ενστάσεις αυτές προτάθηκαν ενώπιον του εφετείου, χωρίς όμως ο προτείνων αυτές εναγόμενος να επικαλεσθεί οποιοδήποτε λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής τους.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις απέρριψε για τους ίδιους λόγους, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και ο ανωτέρω (τρίτος) λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

3. O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Πράγμα επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι, απορρίπτοντας ως απαραδέκτως προταθείσες τις ενστάσεις του περί πλάνης του και περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας, καθώς και τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τις ανωτέρω ενστάσεις και λόγους εφέσεως.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι αφού, με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτούς, το εφετείο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ενστάσεις του εναγομένου και τους αντίστοιχους λόγους της εφέσεώς του και τους απέρριψε για τυπικό λόγο (την μη παραδεκτή προβολή τους), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμοι διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ενστάσεις και λόγους εφέσεως και τους απέρριψε. 4.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 396/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής: Ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 10-12-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού-εργολαβικού δίκης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων διότι δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Στο μεταξύ στις 10-12-2002 συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου εργολαβικό δίκης και πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου ο δεύτερος ανέθεσε στην πρώτη και εγγράφως να επιδιώξει δικαστικώς καθ’ οιονδήποτε τρόπο μέχρι τελεσιδικίας της αγωγής του κατά του Σ.

Ι. την είσπραξη οιουδήποτε ποσού του επιδικασθεί για την ως άνω απαίτησή του... Με το εργολαβικό δε αυτό συμφωνήθηκε ρητά ότι, για τη διενέργεια του συγκεκριμένου δικαστικού αγώνα, η ενάγουσα θα λάβει ως αμοιβή της ποσοστό 15% επί της επιδικασθησομένης απαίτησης και ότι σε περίπτωση ατυχούς έκβασης της δίκης ο εναγόμενος δεν θα της οφείλει καμία αμοιβή", ενώ στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: "Ήδη δια της παρούσης ο Ν.

Χ. αναθέτει στη δικηγόρο Αθηνών Μ. Π. Φ., στην οποία χορηγεί την ανέκκλητο εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως εκδικάσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την προαναφερόμενη από 21-5-1998 Αγωγή και επιδιώξει δικαστικώς καθ’ οιονδήποτε τρόπο και μέχρι τελεσιδικίας την είσπραξη οιουδήποτε εκδικασθησόμενου ποσού σ’ αυτόν, για την προαναφερομένη αιτία κατά του Σ.

Ι., ενεργώντας δεόντως κατά τους εξής όρους. Δια την ενέργεια του συγκεκριμένου δικαστικού αγώνος συνομολογείται ρητώς ότι η ως άνω Δικηγόρος θα λάβει ως αμοιβή της το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό 15% επί της επιδικασθησομένης απαιτήσεως...". Ότι έτσι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, προσθέτοντας αυθαίρετα τη φράση "και μέχρι τελεσιδικίας της αγωγής κατά του Σ.

Ι." και συνακόλουθα δέχθηκε ότι η ενάγουσα εδικαιούτο την αμοιβή της από την έκδοση της 895/2011 τελεσίδικης αναγνωριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ενώ πράγματι κατά την έννοια του ανωτέρω συμφωνητικού η ενάγουσα εδικαιούτο την αμοιβή της μέχρι την τελεσιδικία της είσπραξης οποιουδήποτε επιδικασθησόμενου σ’ αυτόν ποσού, εννοώντας σαφώς όχι την τελεσιδικία της αναγνωριστικής αγωγής αλλά την τελεσιδικία των ενδεχομένων καταψηφιστικών αποφάσεων που θα ακολουθούσαν την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανωτέρω καταψηφιστικής αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού η ήδη αναιρεσίβλητη με την αγωγή της δεν ζήτησε να της καταβληθεί η αμοιβή της για το λόγο ότι είχε εκδοθεί η ανωτέρω τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση αλλά για το λόγο ότι είχε καταρτισθεί το από 20-12-2012 πρακτικό συμβιβασμού μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του τότε αντιδίκου του και είχαν εκδοθεί και παραδοθεί στον πρώτο από το δεύτερο τραπεζικές επιταγές σε πλήρη εξόφληση του επιδικασθέντος ποσού.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στο εφετείο εσφαλμένη ανάγνωση του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του.

5. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-1-2016 αίτηση για αναίρεση της 5022/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις30 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ