Legislator Case Law & Legislation
410/2017 AI generated

410/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 410/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

410/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Keywords

AI generated
company agreement retaliatory dismissal shareholders' agreement termination agreement validity of fixed-term contract early termination
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 410 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 410/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάνθη Νταφούλη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 927/2008 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1361/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 1866/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/12/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 14/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος: "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία συνάψεως και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως κ.λπ.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ` αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, 4/1998).

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ` εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (βλ.

ΟλΑΠ 7/2015 ΤΝ Νομος).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, " Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (βλ.

ΟλΑΠ 40/1998 ΤΝΠ Νόμος). Όμως, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί εις την λύση - κατάργηση ενοχικής τινός συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής.

Τούτο διότι, η λύση δε της ενοχικής συμβάσεως δια του νόμου και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων τινός των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στη διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, δεδομένου δεν θίγεται το δικαίωμα του κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίο προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον, το οποίο εκτίθεται κατωτέρω.

Εξάλλου, στο άρθρο 10 παρ. 2 του N. 3260/2004 ορίσθηκε ότι: "Από τη δημοσίευση του παρόντος λήγει, επίσης, αυτοδικαίως, η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από σύμβαση, των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης ονομασίας συλλογικών οργάνων διοίκησης, καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης (διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων, αντιπροέδρων, εντεταλμένων ή διευθυνόντων συμβούλων, γενικών ή ειδικών γραμματέων, γενικών επιθεωρητών ή επικεφαλής σωμάτων επιθεώρησης, προϊσταμένων των αρχών που προβλέπονται στον ν. 2860/2000, γενικών ή αναπληρωτών γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών, ή άλλης ονομασίας μονομελών οργάνων διοίκησης) υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων και εταιρειών του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, πλην των εξαιρουμένων.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για τα λοιπά συλλογικά όργανα (νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, επιστημονικά ή γνωμοδοτικά συμβούλια ή επιτροπές κ.λπ.) των αυτών ως άνω φορέων, για τα οποία προβλέπεται ορισμένη θητεία. Εξαιρούνται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου τα αιρετά μέλη ή μονομελή όργανα, αυτά που υποδεικνύονται κατά το νόμο, οργανισμό ή κανονισμό ή συλλογική σύμβαση από επαγγελματικές οργανώσεις, οι πρόεδροι και τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών του ν. 3051/2002 και αυτά που διορίστηκαν μετά την 15-3-2004, καθώς και τα συλλογικά όργανα των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα μονομελή όργανα διοίκησης των ΟΤΑ πρώτου βαθμού, το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο του ΟΑΕΕ, (...) και η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή".

Κατά δε το άρθρο 11 παρ.4 του ίδιου νόμου: "Τα μέλη των συλλογικών οργάνων και τα μονομελή όργανα, των οποίων η θητεία λήγει σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου 10, εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως την αντικατάστασή τους και δικαιούνται ως τότε να λαμβάνουν τις αποδοχές ή την αποζημίωση που προβλέπονται για την άσκηση των καθηκόντων τους".

Με τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με το χρόνο (6-8-2004), κατά τον οποίο εκδόθηκε ο ν. 3260/2004, επιδιώχθηκε η αυτοδίκαιη λήξη της θητείας και η, δια του τρόπου αυτού, αντικατάσταση ενός σημαντικού αριθμού φυσικών προσώπων, τα οποία είτε συγκροτούσαν πολυμελή είτε συνιστούσαν μονομελή όργανα διοικήσεως σε κρατικούς φορείς, δια μέσου των οποίων, ακόμη και αν οι φορείς αυτοί έχουν νομική προσωπικότητα ιδιωτικού δικαίου, ασκείται η κυβερνητική πολιτική.

Και η αντικατάσταση υπαγορεύθηκε, προεχόντως, από λόγους πολιτικής εμπιστοσύνης, όπως συμβαίνει ύστερα από μια κυβερνητική μεταβολή, οπότε εκτιμάται ότι πρόσωπα, τα οποία είχαν επιλεγεί και προσληφθεί επί θητεία, με βασικό κριτήριο την προς αυτά εμπιστοσύνη μιας συγκεκριμένης πολιτικής ηγεσίας, βρίσκονται σε δυσχέρεια να εξακολουθήσουν την άσκηση των καθηκόντων τους και να συνεργασθούν με τη νέα πολιτική ηγεσία, μετά την αποχώρηση εκείνης που τα είχε επιλέξει (ΟλΑΠ, πλειοψ., 5/2014, ΟλΑΠ, πλειοψ., 6/2014).

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η ρύθμιση του άρθρου 10 παρ.2 του Ν.3260/2004 για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων ορσμένου χρόνου των σ'αυτη αναφερομένων προσώπων, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, αφού μ' αυτή δεν περιορίζεται η επαγγελματική ελευθερία του ατόμου, ούτε η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, αλλά ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου.

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως δικαστηρίου παραπομπής, μετά την αναίρεση της 927/2008 απόφασης (με την 1361/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου), με την οποία μετ'εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης , κατά παραδοχή της εφέσεώς του, είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του, με την οποία, εκτός των άλλων, ζητούσε και μισθούς υπερημερίας, λόγω της λύσης της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του με την εναγόμενη, ως Γενικός Διευθυντής Ανάπτυξης και Προγραμματισμού πριν από την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου αλλά σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 του Ν. 3260/2004, με το οποίο προβλεπόταν η αυτοδίκαιη λήξη της θητείας, εκτός των άλλων, και των Γενικών Διευθυντών Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, όπως είναι η εναγόμενη, διότι η ως άνω διάταξη αντίκειται στο Σύνταγμα καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δέχθηκε κατ'ανέλεγκτη κρίση ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 8/10/1973, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος του Τεχνικού Κλάδου [πολιτικός μηχανικός] και εξελίχθηκε στην υπαλληλική ιεραρχία έως τον βαθμό του Διευθυντή. Με την υπ' αριθ. 2863/22.2.2002 απόφαση του Δ.Σ της εναγομένης, η οποία ελήφθη μετά από πρόταση του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 § 2 και 3 του Ν.2114/1996, ο ενάγων διορίστηκε ως Γενικός Διευθυντής Ανάπτυξης και Προγραμματισμού, με πενταετή θητεία, αρχομένη στις 22/2/2002 και λήγουσα στις 21/2/2007.

Με την ίδια απόφαση καθορίστηκαν οι επί μέρους αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή Ανάπτυξης και Προγραμματισμού, όπως και των λοιπών Γενικών Δ/ντών και εξουσιοδοτήθηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης για την υπογραφή της σχετικής σύμβασης και τον καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντος. Σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, καταρτίστηκε και υπογράφηκε μεταξύ του τελευταίου και της εναγομένης, η από 9/4/2002 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής "...Ήδη με την παρούσα σύμβαση, η εταιρία προσλαμβάνει τον Β.

Τ. ως Γενικό Διευθυντή Ανάπτυξης και Προγραμματισμού, για χρονικό διάστημα πέντε [5] ετών, που άρχισε ήδη από της εκδόσεως της παραπάνω απόφασης του ΔΣ, την 22/ 2/2002 και λήγει την 21/2/2007 ή με την έκδοση σχετικής απόφασης του ΔΣ. Η παρούσα σύμβαση ως ορισμένου χρόνου δεν παρατείνεται σιωπηρώς ...[όρος 2]. Η εταιρία αναθέτει στον Γενικό Διευθυντή και αυτός αποδέχεται και αναλαμβάνει τα καθήκοντα και όλες τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες, που αντιστοιχούν στην Γενική Διεύθυνση της οποίας, ο Γενικός Διευθυντής, προΐσταται και όπως αυτές οι αρμοδιότητες, καθορίζονται στην με αρ. 2863/2002 απόφαση του Δ.Σ [όρος 3].

Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του Γενικού Διευθυντή ορίζονται στο ποσό των 4.255 ευρώ. Στον Γενικό Διευθυντή θα καταβάλλονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, καθώς και το επίδομα αδείας. Κάθε φύσης επιβολή νέων κρατήσεων, φόρων, εισφορών κλπ. ως και αύξηση των υφισταμένων σήμερα ποσοστών ή μεταβολή του τρόπου υπολογισμού τους θα βαρύνουν σε κάθε περίπτωση την εταιρία.

Οι εν λόγω αποδοχές του Γενικού Διευθυντή θα αναπροσαρμόζονται στην αρχή κάθε χρόνου, με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου, κατά ποσοστό, το οποίο δεν θα υπολείπεται του αναμενόμενου δείκτη καταναλωτή [όρος 4]. Σε εκτέλεση της πιο πάνω σύμβασης, ο ενάγων, που είχε ήδη αναλάβει από την 22/2/2002 την Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προγραμματισμού, άσκησε τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή αυτής μέχρι 11/3/2005, οπότε η εναγομένη του κοινοποίησε την υπ' αριθ. 3738/10.3.2005 απόφαση του ΔΣ αυτής, με την οποία καταγγέλθηκε η εργασιακή του σύμβαση ως Γενικού Διευθυντή, πριν από την ληξη της συμφωνηθείσας πενταετούς διάρκειας της, διαπιστώνοντας την κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 § 2 του Ν. 3260/2004 αυτοδίκαια λήξη της θητείας του και στην θέση του διόρισε την Φ.

Κ.. Ο ενάγων έκτοτε [από την ως άνω ημερομηνία], έπαυσε να εκτελεί καθήκοντα Γενικού Διευθυντή Ανάπτυξης και Προγραμματισμού και επανήλθε στην προτέρα θέση του, του Διευθυντή, λαμβάνοντας τις αποδοχές της εν λόγω θέσεως, που ήταν μειωμένες σε σχέση με εκείνες, που λάμβανε ως Γενικός Διευθυντής." Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι η πρόωρη πριν, δηλαδή, από την λήξη της συμβατικής της διάρκειας, καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι άκυρη διότι έγινε χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου, αλλά σε εφαρμογή του άρθρου 10 § 2 του προδιαληφθέντος νόμου 3260/2004, που προέβλεψε την αυτοδίκαια λήξη της θητείας μεταξύ των άλλων και του ενάγοντος ως μονομελούς οργάνου διοίκησης της εναγομένης, η οποία διάταξη είναι αντισυνταγματική ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 Σ, που καθιερώνει την επαγγελματική και δικαιοπρακτική ελευθερία του ατόμου, στην συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος, η οποία είναι απόρροια της θεμελιώδους αρχής του Κράτους Δικαίου, έχει υπερνομοθετική ισχύ και υποχρεώνει τον νομοθέτη και την Διοίκηση στην τήρηση των δεσμεύσεων, που έχει αναλάβει, στην διάταξη του 22 παρ.1 του Συντάγματος, που καθιερώνει το προστατευόμενο από το Κράτος δικαίωμα προς εργασία, που μεριμνά για την δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών." Ακολουθως, το Εφετειο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διελαβε την ακόλουθη αιτιολογία επί του ως άνω ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας και περί αντιθέσεως στο άρθρο 1 του προσθέτου πρωτοκολλου της ΕΣΔΑ: "Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από το μη σαφή όρο 2 της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, αυτή "Λήγει την 21 Φεβρουάριου 2007 ή με την έκδοση σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου...", κατά την αληθινή δε βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την ως άνω διάταξη επιφυλάχθηκε υπέρ της εναγομένης εργοδότριας του ενάγοντος, το δικαίωμα να καταγγείλει την ένδικη εργασιακή σύμβαση και να απολύει τον ενάγοντα οποτεδήποτε, πριν από την λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας της, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, χωρίς, δηλαδή, την συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Ο όρος δε αυτός, είναι συμβατός με το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης να τοποθετεί σε θέσεις ευθύνης και εποπτείας, όπως η θέση του Γενικού Διευθυντή Ανάπτυξης και Προγραμματισμού, που είχε ανατεθεί στον ενάγοντα, πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης της. Από τον εν λόγω όρο δεν συνάγεται βούληση των συμβαλλομένων μερών να δύναται η εναγομένη να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση πριν από τον ορισμένο χρόνο, μόνον με την συνδρομή σπουδαίου λόγου, αφού τέτοιο δικαίωμα παρέχεται, ευθέως, από την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του προδιαληφθέντος άρθρου 672 ΑΚ, το οποίο μάλιστα δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία των μερών και δεν χρειαζόταν να συμπεριληφθεί στην μεταξύ τους συμφωνία.

Συνεπώς, εφόσον η καταρτισθείσα από τους διαδίκους σύμβαση ορισμένου χρόνου τελούσε υπό την διαλυτική εξουσιαστική υπέρ της εναγόμενης αίρεση και συνεπώς εξαρτώμενη από γεγονός μέλλον και αβέβαιο δηλαδή της πληρώσεως της εν λόγω [διαλυτικής] αιρέσεως, δηλαδή της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, πριν από την συμφωνηθείσα λήξη της, με την άσκηση του ως άνω επιφυλαχθέντος υπέρ αυτής δικαιώματος, στις 10/3/2005, η ένδικη σύμβαση μετέπεσε εξ υπαρχής σε τέτοια αορίστου χρόνου, επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 2 και 5 του Ν. 3198/ 1955, σύμφωνα με τις οποίες για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται η προηγούμενη καταβολή της προβλεπόμενης γι' αυτήν αποζημίωσης και όχι το άρθρο 672 ΑΚ.

Συνεπώς, η καταγγελία της ένδικης εργασιακής σύμβασης ως τέτοιας αορίστου χρόνου δεν πάσχει ακυρότητα, λόγω μη συνδρομής σπουδαίου λόγου και συνεπώς η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούται στην καταβολή στον ενάγοντα διαφορών αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 12/3/2005 έως 21/2/2007 καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.." Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αν και με εσφαλμένη αιτιολογία σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε. Επομένως, όλοι οι λόγοι απο το άρθρο 559 αρ.1, 8 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν και αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες, κατ` αρθ. 578 Κ.Πολ.Δ, ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παραστάσας αλλά μη έχουσας καταθέσει προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης 1273/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1866/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ