Legislator Case Law & Legislation
410/2016 AI generated

410/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 410/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

410/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το γεγονός όμως αυτό ότι δηλαδή η απόφαση της γενικής συνελεύσεως είναι άκυρη και όταν ακόμη η παράβαση του νόμου ή του καταστατικού δεν άσκησε επίδραση επ’ αυτής, δεν σημαίνει ότι κάθε παράβαση συνεπάγεται την ακυρότητα της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως, ακόμη και αν επιτυγχάνεται ο σκοπός που επιδιώκεται από την παραβιασθείσα διάταξη, έστω και αν αυτή είναι εντελώς ασήμαντη.

Keywords

AI generated
fraudulent bankruptcy capacity to incur bill liability fraudulent use of cheque cards shareholder status misappropriation of salary deductions authorization to levy debt enforcement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 410 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 410/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Τελούσας σε κατάσταση εκκαθάρισης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γρηγοριάδη.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση: Ι. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπαλάμπρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4093/2004 μη οριστική, 38/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3957/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2008 αίτησή της, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 27-1-2012, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 31-1-2012 κλήση του αναιρεσιβλήτου για τη δικάσιμο της 21-9-2012, οπότε ματαιώθηκε και πάλι. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 12-6-2015 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 18-1-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 35α παρ. 1 και 2 του ν. 2190/ 1920, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του ν. 3604/2007, η οποία εφαρμόζεται όταν η γενική συνέλευση έλαβε χώρα πριν από τις 8.8.2007, συνάγεται ότι οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας, σχηματιζόμενες από τις ψήφους των μετόχων της εταιρίας, είναι άκυρες και όταν ελήφθησαν κατά παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων ή των περί απαρτίας και πλειοψηφίας διατάξεων ή όταν με το περιεχόμενό τους θίγουν τις διατάξεις του καταστατικού, που έχουν τεθεί αποκλειστικά ή κυρίως προς προστασία των δανειστών της εταιρίας, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση ακυρότητας, απορρέουσας από οποιονδήποτε λόγο και συνεπώς και στην περίπτωση ακυρότητας προκύπτουσας τόσο από τις διατάξεις του νόμου περί ανωνύμων εταιριών όσο και από τις κοινές διατάξεις, ήτοι σε κάθε περίπτωση αντιθέσεως αυτών προς ουσιώδεις διατάξεις του ως άνω νόμου ή του καταστατικού, οι οποίες έχουν απαγορευτικό ή επιτακτικό χαρακτήρα ή προς απαγορευτικές διατάξεις του Α.Κ. (ΑΠ 1426/2013, ΑΠ 1121/2006).

Τέτοια ακυρότητα της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας επέρχεται και στην περίπτωση της μη νομότυπης συγκλήσεώς της (πρβλ. ΑΠ 94/ 1999). Η παράβαση των διατάξεων που αφορούν στην σύγκληση της γενικής συνελεύσεως και δεν περιλαμβάνονται στην ειδική διάταξη του άρθρου 35α του ν. 2190/1920, συνεπάγεται την ακυρότητα των σχετικών αποφάσεων αυτής, κατά την διάταξη του άρθρου 174 του Α.Κ., η δε ακυρότητά τους, καίτοι επέρχεται αυτοδικαίως και έχει ως συνέπεια, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 180 του Α.Κ.

ότι η άκυρη απόφαση της γενικής συνελεύσεως θεωρείται σαν να μην έγινε, δεδομένου ότι δεν εφαρμόζεται στις ανώνυμες εταιρίες το άρθρο 101 του Α.Κ., το οποίο, προκειμένου περί σωματείων, απαιτεί κήρυξη της ακυρότητας από το Δικαστήριο, δύναται, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς της σχετικά με την εγκυρότητά της, κατόπιν σχετικής αγωγής, καθενός που έχει έννομο συμφέρον, να αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση, που έχει ισχύ έναντι πάντων (Ολ.ΑΠ 18/2001).

Η ακυρότητα όμως των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί να αντιταχθεί μετά την πάροδο διετίας από την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου του αντιγράφων των πρακτικών της Συνελεύσεως, κατά την οποία ελήφθη η απόφαση (άρθρο 35α παρ. 2 του ν. 2190/1920). Οι διατάξεις περί συγκροτήσεως, δημοσιεύσεως, απαρτίας και πλειοψηφίας των γενικών συνελεύσεων της ανώνυμης εταιρίας αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο και, συνεπώς, δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως της διατάξεως του νόμου ή του καταστατικού και της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως και δεν ερευνάται εάν η παράβαση επέδρασε στην απόφαση.

Το γεγονός όμως αυτό ότι δηλαδή η απόφαση της γενικής συνελεύσεως είναι άκυρη και όταν ακόμη η παράβαση του νόμου ή του καταστατικού δεν άσκησε επίδραση επ’ αυτής, δεν σημαίνει ότι κάθε παράβαση συνεπάγεται την ακυρότητα της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως, ακόμη και αν επιτυγχάνεται ο σκοπός που επιδιώκεται από την παραβιασθείσα διάταξη, έστω και αν αυτή είναι εντελώς ασήμαντη.

Δεν υπάρχει παράβαση κατά την έννοια του νόμου, αν από την "παράβαση" δεν θίγεται κάποιο συμφέρον. Έτσι, εφόσον, ανακύψει αμφισβήτηση περί του κύρους των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως και ασκηθεί η περί της αναγνωρίσεως της ακυρότητας αγωγή, είναι δυνατόν να αντιταχθεί το ασήμαντο της παραβάσεως. Εξάλλου στην περίπτωση ακυρωσίμων αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας για τους εις το άρθρο 35β’ παρ. 1 - 2 του ν. 2190/1920 αναφερόμενους λόγους, η προς ακύρωση αγωγή, που στρέφεται κατά της εταιρίας, πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου των σχετικών πρακτικών (άρθρο 35γ’ παρ. 2 ν. 2190/1920).

Περαιτέρω, με το άρθρο 43β του ν. 2190/1920, ορίζονται τα ακόλουθα: "Κατά τη δημοσίευση που προβλέπεται από τις διατάξεις της περιπτ. β της παρ. 1 του άρθρου 7β και της παρακάτω παρ. 5, οι εταιρείες που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 42α μπορούν να δημοσιεύουν συνοπτικό ισολογισμό. Στην περίπτωση αυτή κατά τη δημοσίευση πρέπει να γίνεται μνεία ότι ο δημοσιευόμενος ισολογισμός είναι συνοπτικός και να αναφέρεται το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στο οποίο έχουν ή πρόκειται να καταχωρηθούν οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας.....(παρ. 1).

Οι Ετήσιες οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται στις διατυπώσεις δημοσιότητας των παρ. 1 και 5 του παρόντος με τη μορφή και το περιεχόμενο με βάση το οποίο ο ελεγκτής ή οι ελεγκτές της εταιρείας έχουν συντάξει την έκθεση ελέγχου τους...(παρ. 2). Αντίγραφα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων με τις σχετικές εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των ελεγκτών υποβάλλονται από την εταιρία στο Υπουργείο Εμπορίου είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη Γενική Συνέλευση (παρ. 3).

Ο ισολογισμός εταιρείας, ο Λογαριασμός "αποτελέσματα χρήσεως" και ο "πίνακας διαθέσεως αποτελεσμάτων", μαζί με το σχετικό πιστοποιητικό ελέγχου, όταν προβλέπεται ο έλεγχος από ορκωτούς ελεγκτές - λογιστές, την κατάσταση μεταβολών ιδίων κεφαλαίων και την κατάσταση ταμειακών ροών, όταν κατά περίπτωση συντάσσονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 42α, δημοσιεύονται όπως ορίζεται στην επόμενη παράγραφο (παρ. 4).

Το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας οφείλει να δημοσιεύει τα έγγραφα της προηγούμενης παραγράφου 4, είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης, στις εφημερίδες και στα έντυπα που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 26 (παρ. 5)". Τέλος, με την διάταξη του άρθρου 26 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η Γενική Συνέλευση, με εξαίρεση τις επαναληπτικές Συνελεύσεις και τις εξομοιούμενες με αυτές, πρέπει να καλείται είκοσι τουλάχιστον ημέρες, πριν από την οριζόμενη για την συνεδρίαση αυτής, υπολογιζομένων και των εξαιρετέων ημερών.

Η ημέρα της δημοσιεύσεως της προσκλήσεως της Γενικής Συνελεύσεως και η ημέρα της συνεδριάσεως αυτής δεν υπολογίζονται (παρ. 1). Η πρόσκληση της γενικής συνέλευσης περιλαμβάνει τουλάχιστον το οίκημα... δημοσιεύεται ως εξής: α) στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, β) σε μία ημερήσια πολιτική εφημερίδα που εκδίδεται στην Αθήνα, ευρείας κυκλοφορίας, γ) σε μια ημερήσια οικονομική εφημερίδα και δ) σε μία εβδομαδιαία τουλάχιστον εφημερίδα, εκδιδόμενη στην πρωτεύουσα του νομού της έδρας της εταιρίας (παρ. 2)".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 15.11.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση της ακυρότητας της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας που λήφθηκε στις 31.10.2000 και μετ’ αναβολήν στις 15.11.2000, για τους αναφερομένους σ’ αυτήν λόγους, ο πρώτος των οποίων αφορά στην παράτυπη σύγκληση και συγκρότησή της, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα είναι ανώνυμη εταιρεία.

Ο ενάγων είναι μέτοχος αυτής. Του ανήκουν 321 μετοχές, τις οποίες του έχει μεταβιβάσει άτυπα ο αδελφός του Κ. Λ.. Από τα προσκομιζόμενα δε έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είναι αυτός που έχει καταθέσει τις πιο πάνω μετοχές στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στην ALPHA BANK και στο ΤΠΔΑ, είτε για φύλαξη είτε για συμμετοχή σε γενικές συνελεύσεις είτε για την άσκηση δικαιωμάτων του.

Με δεδομένο ότι οι ανώνυμες μετοχές μεταβιβάζονται ως απλά κινητά πράγματα και ο νομέας αυτών τεκμαίρεται κύριος, κατ’ άρθρο 1100 ΑΚ, δεν αποδεικνύεται δε από κανένα στοιχείο ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι μέτοχος της εταιρείας δεν είναι στην πραγματικότητα ο εναγόμενος, αλλά ο αδελφός του, ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Στις 31-10-2000 και μετ’ αναβολή στις 15-11-2000 συνήλθαν σε τακτική γενική συνέλευση οι μέτοχοι της εναγομένης, πλην του ενάγοντα, οι οποίοι ενέκριναν ανεπιφύλακτα τους ισολογισμούς των χρήσεων 1998 και 1999 μετά των επ’ αυτών εκθέσεων του Δ.Σ. και των ελεγκτών. Αποδείχθηκε όμως ότι το προσάρτημα, η έκθεση διαχείρισης και η έκθεση ελεγκτών για τη χρήση 1998 και τη χρήση 1999 δεν υποβλήθηκαν στην αρμόδια διεύθυνση Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43β παρ. 3 του ν. 2190/1920, είκοσι ημέρες πριν την πραγματοποίηση της εν λόγω γενικής συνέλευσης της 31-10-2000, η οποία διεκόπη και συνεχίσθηκε στις 15-11-2000, αλλά μετά από αυτήν (βλ.

υπ’ αρ. πρωτ. …/06 έγγραφο της διεύθυνσης Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών σε συνδ. με αύξ. αριθμ. πρωτ. …/2001 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας). Ούτε οι ισολογισμοί δημοσιεύθηκαν, όπως ορίζει το άρθρο 43β παρ. 5, είκοσι ημέρες πριν από αυτή τη γενική συνέλευση. Η παραπάνω παράβαση δεν κρίνεται ασήμαντη, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα βρίσκεται σε αδράνεια από το έτος 1988 και ότι ο ενάγων γνώριζε το περιεχόμενο των ισολογισμών και των εκθέσεων ελέγχου χρήσεων των ελεγκτών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πέμπτο λόγο της έφεσης.

Επομένως, εφόσον παραβιάσθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία σύγκλησης της Γ.Σ., πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτής στο σύνολό της και επιπλέον και για το λόγο ότι τα υπόλοιπα θέματα της ημερήσιας διάταξης, σχετικά με τα οποία λήφθηκαν αποφάσεις, συνδέονται απόλυτα με το θέμα της έγκρισης του ισολογισμού, όπως τα θέματα διορισμού και εκλογής τακτικών και αναπληρωματικών ελεγκτών, το θέμα της απαλλαγής των μελών του ΔΣ που προϋποθέτει την έγκριση του ισολογισμού...

και η αύξηση του κεφαλαίου, η οποία, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης, στηρίζεται στον ισολογισμό, για την έγκριση του οποίου δεν τηρήθηκαν οι ως άνω διατυπώσεις του νόμου. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με ενέργειές του προκάλεσε τον οικονομικό μαρασμό της εναγομένης, ούτε ότι αυτή βρίσκεται σε αδράνεια και ότι συνεπώς οι ισολογισμοί ήταν μηδενικοί, γεγονός που φέρεται ότι γνώριζε αυτός.

Επομένως είναι ουσιαστικώς αβάσιμη η ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ. που επαναφέρει με τον τελευταίο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε".

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθμός 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμός 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, που εκτιμάται ότι στηρίζονται στο άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., αφού η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αορίστως ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου, δεν αναφέρει την διάταξη στην οποία στηρίζεται ο αναιρετικός λόγος.

Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή ή την ερμηνεία των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ούτε επίσης, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο των εκ των ανωτέρω διατάξεων λόγων.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, σε σχέση με την αιτίαση ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000).

Πράγματα, επομένως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αντίθετα δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004).

Εξ άλλου, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/ 2007). Τούτο δε συμβαίνει ακόμη και αν η απόρριψη του ισχυρισμού δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, (κατ’ αρχήν), να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.ΑΠ 25/2008).

Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 137/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., διότι, κατ’ εκτίμηση, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της: α) περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για τον λόγο ότι ο ενάγων δεν ήταν μέτοχός της γιατί δεν ήταν κύριος των αναφερομένων στην ένδικη αγωγή 321 μετοχών της, όπως τούτο συνάγεται και από το γεγονός ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι αυτός κατέθεσε νομίμως και προσηκόντως τις ως άνω μετοχές, των οποίων ισχυρίζεται ότι είναι κύριος, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και β) περί καταχρηστικής εκ μέρους του (ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου) ασκήσεως της ένδικης αγωγής, τους οποίους (ισχυρισμούς) αντιπαρήλθε σιγή και τους οποίους είχε επαναφέρει με τους συναφείς λόγους της εφέσεώς της.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχ. α’ αιτίαση πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί άρνηση της αγωγής και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός, ως προς την ως άνω αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό - που αφορούσε την εν γένει μετοχική ιδιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και την ενεργητική του νομιμοποίηση για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής περί της ακυρότητας της αποφάσεως της προαναφερόμενης γενικής συνελεύσεως της εναγομένης αγωγής, για τον επικαλούμενο λόγο, ο οποίος συνεπάγεται ακυρότητα και όχι ακυρωσία αυτής - και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, κρίνοντας περαιτέρω ότι στην περίπτωση ακυρότητας της αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, όπως εν προκειμένω, που η ένδικη αγωγή θεμελιώνεται στην διάταξη του άρθρου 35α περ.

α’ του ν. 2190/1920 και έχει ασκηθεί εντός διετίας από της υποβολής στο Υπουργείο Εμπορίου του αντιγράφου των πρακτικών της Γενικής Συνελεύσεως, κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση, δεν απαιτείται η κατάθεση των μετοχών του ενάγοντος (βλ. τρίτο φύλλο - στο τέλος - της προσβαλλομένης αποφάσεως). Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός και ως προς την υπό στοιχ.

β’ αιτίαση, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την προταθείσα από την ήδη αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής και με τις προεκτεθείσες παραδοχές του την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 12 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.

α’ του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου από το πιο πάνω άρθρο 559 αριθμός 11 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, α) ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 702/ 2008, ΑΠ 2112/2007).

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, β) να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο έγγραφο παραμορφώθηκε και το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθώς και εκείνο που, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του, δέχτηκε το δικαστήριο, ώστε από την σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αυτής αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό (ΑΠ 328/2008, ΑΠ 2059/ 2007, ΑΠ 963/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο ως άνω λόγο (πρώτο) της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11, 20 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενη ότι: α) το Εφετείο, "παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του έγγραφα που αποτελούν μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και άσχετα με την ένδικη αγωγή" και β) το Εφετείο "δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα πιο πάνω προεκτεθέντα έγγραφα του ενάγοντα".

Ο λόγος αυτός ως προς την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθ’ όσον ουδόλως αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρεσείουσα, επιφέρουν τη νομική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Κατά τα λοιπά, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αόριστος, διότι ως προς μεν την υπό στοιχ.

α’ αιτίαση δεν αναφέρει ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, καθώς επίσης και ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ως προς δε την υπό στοιχ. β’ αιτίαση δεν αναφέρει ποια είναι τα έγγραφα που παραμορφώθηκαν και το περιεχόμενο αυτών, καθώς και εκείνο που, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου τους, δέχθηκε το Δικαστήριο.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός ως προς την υπό στοιχ. β’ αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ’ όσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ληφθέντων από αυτό υπόψη εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα, ήτοι σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατά την αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δικ. υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335 του Κ.Πολ.Δικ. αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, χωρίς να αίρεται η αοριστία από την παραπομπή στο περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενο αυτού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1012/2010, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009, ΑΠ 1242/ 2008, ΑΠ 2059/2007).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής:

α) "έλαβε υπόψη μία ολόκληρη σειρά εγγράφων (αποδείξεων) που δεν αφορούν την ένδικη αγωγή", τα οποία προσκόμισε ο ήδη αναιρεσίβλητος και β) "δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα ουσιώδη και κρίσιμα σχετικά έγγραφα", τα οποία αυτή προσκόμισε και επικαλέστηκε, ενώπιον του Εφετείου, κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος ως προς μεν το υπό στοιχ. α’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι, υπό το πρόσχημα της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ως προς δε το υπό στοιχ.

β’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποια είναι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, δεν αναφέρει για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου, ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά, ούτε επίσης αναφέρει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα (έγγραφα) ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, ούτε, τέλος, καθορίζει ποια επίδραση ασκούσαν τα αποδεικνυόμενα από τα έγγραφα αυτά γεγονότα στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 42/2002).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα από αυτήν μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα τα αντίγραφα δημοσιεύσεων της προσκλήσεως για σύγκληση της Γενικής Συνελεύσεως της 31.10.2000 και 15.11.2000 στο ΦΕΚ, σε οικονομική και σε ημερήσια εφημερίδα, ισχυριζόμενη ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο και το καταστατικό διαδικασία συγκλήσεως της Γενικής Συνελεύσεώς της.

Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζονται τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, καθ’ όσον, τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη ως άνω έγγραφα, δεν ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.

στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής και ανεγνώρισε την ακυρότητα της ληφθείσας αποφάσεως της ως άνω Γενικής Συνελεύσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δεχόμενο όχι ότι δεν δημοσιεύτηκε η πρόσκληση για σύγκληση της ως άνω Γενικής Συνελεύσεως, αλλά ότι ούτε το προσάρτημα, η έκθεση διαχειρίσεως και η έκθεση ελεγκτών για τις χρήσεις 1998 και 1999 δεν υποβλήθηκαν στην αρμόδια διεύθυνση Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43β παρ. 3 του ν. 2190/1920, είκοσι ημέρες πριν από την πραγματοποίηση της εν λόγω Γενικής Συνελεύσεως, ούτε οι ισολογισμοί δημοσιεύθηκαν, όπως ορίζει το άρθρο 43β παρ. 5 του ίδιου νόμου είκοσι ημέρες πριν από την Γενική Συνέλευση.

Ο προαναφερθείς από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην έννοια όμως των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις των ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι για την ερμηνεία διατάξεως νόμου, ή την λύση που έδωσαν επί νομικού ζητήματος σε άλλη νομική υπόθεση και επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται επί μη λήψεως υπόψη τέτοιου εγγράφου. (ΑΠ 358/2011, ΑΠ 93/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ` του Κ.Πολ.Δικ., επικαλούμενη ότι, ενόψει των παραδοχών του, δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ. 6129/1979 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μολονότι το παραπάνω αποδεικτικό στοιχείο επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ενώπιόν του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το σχετικό έγγραφο δεν συνιστά αποδεικτικό μέσο, η μη λήψη υπόψη του οποίου μπορεί να ιδρύσει τον πιο πάνω λόγο, καθόσον αυτό προσκομίσθηκε για την ερμηνεία διατάξεων νόμου και την λύση που έδωσε η άνω απόφαση επί νομικού ζητήματος άλλης υποθέσεως και όχι προς απόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., που προαναφέρθηκε, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, δεν αρκεί να έχει προσκομιστεί το αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά θα πρέπει να έγινε και νόμιμη επίκληση αυτού.

Είναι δε νόμιμη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και όχι με την προσθήκη στις προτάσεις, εκτός εάν προσκομίζεται για την απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά την συζήτηση Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση κατ’ έφεση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, όταν γίνεται με την προσθήκη στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 1565/2014, ΑΠ 126/2012, ΑΠ 67/2011, ΑΠ 28/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., διότι δεν έλαβε υπόψη την καταστάσα αμετάκλητη "υπ’ αριθμ. 77812/9.12.2005 απόφαση του ΣΤ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της απαλλάχθηκαν των κατηγοριών περί παραβάσεων του ν. 2190/1920, συμπεριλαμβανομένων και των κατηγοριών:

α) περί απιστίας, β) παράνομης αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της και γ) παραβάσεως του άρθρου 43β παρ. 3 του ν. 2190/1920", την οποία είχε προσκομίσει μετ’ επικλήσεως με τις έγγραφες προτάσεις της, ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι, αν το Εφετείο την ελάμβανε υπόψη του, θα κατέληγε σε διαφορετικό, από εκείνο στο οποίο κατέληξε, αποδεικτικό πόρισμα.

Όμως εκ της παραδεκτώς γενομένης, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. επισκοπήσεως των προτάσεων της αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του εκδόντος της προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 8.3.2007, δεν επικαλέστηκε, ως όφειλε, με τις νομοτύπως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, την ανωτέρω αναφερόμενη ποινική απόφαση, αλλά επικαλέστηκε αυτήν με την προσθήκη των προτάσεών της, που κατατέθηκαν στο ως άνω δικαστήριο στις 13.3.2007, δηλαδή πολλές ημέρες μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως.

Επομένως, εφόσον η επίκληση της φερομένης ως μη ληφθείσας υπόψη ως άνω ποινικής αποφάσεως, η οποία δεν έγινε προς απόκρουση ισχυρισμού που προβλήθηκε κατά την συζήτηση, ήταν μη νόμιμη και απαράδεκτη και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να την λάβει υπόψη, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο (ΑΠ 701/ 2008).

Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 332 του Κ.Πολ.Δικ., δεν αφορά όμως την δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί της υπάρξεως ή μη του τελευταίου για να θεμελιώσει τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεώς του (Ολ.ΑΠ 1339/1985).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω (πέμπτου) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την, καταστάσα αμετάκλητη, υπ’ αριθμ. 77812/9.12.2005 απόφαση του ΣΤ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί του ότι υπάρχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδικασμένο που προκύπτει από την προμνημονευόμενη απόφαση, προτάθηκε παραδεκτά απ’ αυτήν ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις της, της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές, δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (ΑΠ 726/2015, ΑΠ 215/2013, ΑΠ 443/2009).

Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από την ανωτέρω απόφαση.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 3) διότι η εισηγήτρια Εφέτης Β. Η. δεν δήλωσε κώλυμα, ενώ είχε εκδώσει με τον ίδιο ενάγοντα για την ίδια υπόθεση σε προγενέστερο χρόνο, ως Πρόεδρος Πρωτοδικών, και την υπ’ αριθμ. 3571/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί δεν είχε υποβληθεί αίτηση εξαιρέσεως, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδρυση του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του καταθέσαντος προτάσεις αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.2.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 224/2008 αίτηση για αναίρεση της 3957/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ