Legislator Case Law & Legislation
410/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, reducing state court costs to 400 euros while upholding compensation calculation.

Case Number 410/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding expropriation compensation. The appellants argued that the state should pay 400 euros in court costs, while the state contended for a lower amount. The court ruled that since the full compensation was already determined, the state's court costs must be reduced to 400 euros under specific legislation, while the private parties' costs remain at 300 euros.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17 of the Constitution; Article 22 of Law 3693/1957: When full compensation is determined in expropriation proceedings involving the state, the state's court costs must be reduced to 400 euros to ensure complete indemnification of the claimant.

Keywords

AI generated
expropriation compensation court costs reduction state liability full indemnification partial appeal success

Cited Legislation

AI generated
Article 17 of the Constitution
Article 1 of the First Protocol to the European Convention on Human Rights
Article 28 of the Constitution
Law 797/1971
Law 3693/1957
Law 2882/2001
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 410 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 410/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-11-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Παναγιώτη Τζούνη και 2) Βασιλείου Τζούνη, κατοίκων Λαμίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2013 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-11-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 6-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 26/2013 αίτησης αναίρεσης της 47/2013 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση... 4.

Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του...", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή, η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και τη δικαστική δαπάνη.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγομένων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθ. 62 παρ. 9 και 10 Ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατώσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977 (άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και συνεπώς, αν, οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγρ. 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται, (ενδεικτικά), και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από τον άνω αριθμό λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να περιλάβει ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρινόμενο ζήτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσίβλητων κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθ. 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος και υπέπεσε έτσι, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου έγιναν δεκτά σχετικά με το προσβαλλόμενο θέμα τα εξής: "...Περαιτέρω, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα κατά πόσο το ακίνητο του ενάγοντος ωφελήθηκε ή όχι από την κατασκευή του προαναφερθέντος έργου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην ιδιοκτησία των εναγόντων λειτουργεί επιχείρηση πώλησης υγρών καυσίμων με το διακριτικό τίτλο "SHELL".

Μετά την απαλλοτρίωση ο χώρος εμπρός από το πρατήριο, στον οποίο απαιτείται να υπάρχει ο κόμβος σύνδεσης με το οδικό δίκτυο, περιορίσθηκε και οι κατασκευές που υπήρχαν σε αυτόν (τσιμεντοσωλήνες υδρομάστευσης βρόχινων υδάτων, κρασπεδόρειθρα, γκαζόν και μικρά φοινικόδενδρα, ασφαλτόστρωση του κόμβου προς εξυπηρέτηση των εισερχομένων για προμήθεια καυσίμων αυτοκινήτων, δίκτυο ηλεκτροφωτισμού, διαφημιστικές πινακίδες) καταστράφηκαν.

Με την προαναφερθείσα 82/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα των 22.957,50 τ.μ. της απαλλοτριωθείσας έκτασης σε ποσοστό 10%, χωρίς από την επιδίκαση του ποσού αυτού να δημιουργείται δεδικασμένο για την έλλειψη ωφέλειας. Όπως προεκτέθηκε, από το απαλλοτριωθέν τμήμα των 2.004.98 τ.μ.

παρακατατέθηκε αποζημίωση για τα 255,50 τ.μ. και για τα υπόλοιπα 1.749.48 τ.μ. θεωρήθηκε ότι οι ενάγοντες ωφελούνται ως παρόδιοι ιδιοκτήτες και δεν αποζημιώθηκαν. Το εναπομείναν, μετά την απαλλοτρίωση τμήμα, εξακολουθεί να είναι μεγάλο και πρόσφορο για κάθε είδους δραστηριότητα. Εξακολουθεί επίσης να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Δεν προσέλαβε, όμως, κάποια αξία μεγαλύτερη από εκείνη που ήδη είχε, διότι κανένα μεγαλύτερο προνόμιο δεν εξασφάλισε στους ενάγοντες, καθόσον πριν την απαλλοτρίωση είχε άμεση πρόσβαση στην εθνική οδό, ενώ μετά την απαλλοτρίωση η πρόσβαση των οδηγών που κινούνται στο εθνικό δίκτυο δεν είναι άμεση και τούτο θα έχει ως επακόλουθο τη μείωση της κίνησης του πρατηρίου αφού αυτοί θα εφοδιάζονται καύσιμα σε πρατήρια με πιο εύκολη πρόσβαση.

Τα ανωτέρω προκύπτουν και επιβεβαιώνονται από την από 13-3-2000 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Αθανασίου Κατόπη και την υπ' αριθμ. 82/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία επιδικάστηκε, υπέρ του ενάγοντος, ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του λόγω της μειώσεως της αξίας του μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου του.

Άλλη μείωση της αξίας του ακινήτου του ενάγοντος λόγω απώλειας της προσβάσεως στην Εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας και δημιουργίας υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της τελευταίας οδού και του επιδίκου ακινήτου δεν αποδείχθηκε.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι το ακίνητο αυτό ωφελήθηκε από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, δεδομένου ότι οι ενάγοντες, εκτός από την έμμεση ωφέλεια από την εκτέλεση του έργου, η οποία θα έχει αντίκρισμα τόσο στους περιοίκους της περιοχής, όσο και στους χρήστες της οδού, δεν αποκτά άλλη άμεση ωφέλεια και γι' αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και να επιβαρυνθεί με αποζημίωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ. αριθμ. 82/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καθορίσθηκε οριστικά η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως σε 190,75 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Επομένως, η αξίωση των εναγόντων έναντι του εναγομένου διαμορφώνεται σε 333.713,31 ευρώ (1.749,48 τ.μ. Χ 190,75 ευρώ)...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί ελλείψεως τεκμηρίου ωφελείας για την ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων και εντεύθεν υποχρέωσης αυτοαποζημιώσεως ως προς το τμήμα των 1.749,48 τ.μ., χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών περαιτέρω εξειδίκευση των δραστηριοτήτων που είναι δυνατό να αναπτυχθούν στην περιοχή μετά την απαλλοτρίωση, ενώ η ασφαλέστερη πρόσβαση των οδηγών στο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων στο νέο εθνικό δίκτυο, ως στοιχείο ωφέλειας για την διατήρηση του τεκμηρίου, που προέβαλε το αναιρεσείον, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και αξιολογήθηκε αρνητικά.

Επομένως, το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις και θα πρέπει ο σχετικός από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 εδάφιο α' του άρθ. 39 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΑΝ 1731/1939 όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 29/30-4-1953 και τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως) ο οποίος εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, μετά πενταετία από τον τελεσίδικο προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γενομένης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων καταθέσεως της προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημιώσεως παραγράφεται η αξίωση του δικαιούχου προς απόληψη αυτής, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου η παραπάνω βραχυπρόθεσμη παραγραφή δεν χωρεί κατά του δικαιώματος για το δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται (βλ. ήδη και άρθ. 10 ν.δ. 797/1971 και ν. 28882/2001) ότι σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου το δικαίωμα (αξίωση) του ενδιαφερομένου για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως υπόκειται πλέον στην γενική παραγραφή η οποία μετά την εισαγωγή του ΑΚ είναι εικοσαετής κατά το άρθ. 249 αυτού ενόψει της διατάξεως του άρθ. 18 Εισ.Ν.ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ διότι, το Εφετείο κρίνοντας ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθ. 90 παρ. 1 και 91 ν. 2362/1955 που προβλέπουν πενταετή χρόνο παραγραφής της ένδικης αξίωσης αλλά εκείνη εκ του άρθ. 249 ΑΚ, απέρριψε την σχετική προβληθείσα ένσταση, παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Ο λόγος, όμως, αυτός σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιό πάνω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η ένδικη αξίωση, αφορώσα το δικαίωμα των αναιρεσίβλητων για καθορισμό αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας, υπόκειται στην εκ του ΑΚ 249 προβλεπόμενη εικοσαετή παραγραφή, η οποία με δεδομένη την κήρυξη της απαλλοτρίωσης το έτος 1998 συμπληρώνεται το 2018. 'Ετσι το Εφετείο εφαρμόζοντας την άνω διάταξη και απορρίπτοντας την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν υπέπεσε στην εκ του άνω αριθμού 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από την μη καταβολή της αποζημίωσης στην ουσία, δηλαδή πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες, δηλαδή, των άρθ. 176, 189, 191 ΚΠολΔ και 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του Κώδικα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου για την καταβολή της αποζημίωσης και είναι πλήρης, δηλαδή ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης που επιδικάζεται και συγκεκριμένα σε 2% για την σύνταξη της αίτησης και 1% για την σύνταξη των προτάσεων με την παράσταση του δικηγόρου και τα λοιπά αναγκαία για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα.

Αντίθετα, στην δίκη αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθ. 22 παρ. 1 και 2 του ν. 3693/1957 για το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή για τον περιορισμό τους μέχρι του ποσού των 294 ευρώ. Και τούτο, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση με συνέπεια την παραβίαση του άρθ. 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ όταν αυτός αναγκάζεται λόγω υπαιτιότητας του υποχρέου να διεκδικήσει όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 2161/2013).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 αλλά εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και του άρθ. 18 παρ. 4 εδ.

γ' του ν. 2882/2001, ήτοι στο ποσό των 400 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι ναι μεν σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και στις υποθέσεις που αφορούν την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας εφαρμόζεται η διάταξη του άρθ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, ως προς τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης του καθού η απαλλοτρίωση, πλην, όμως, στην προκειμένη υπόθεση που με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφελείας και υπολογισμού του ποσού της αποζημιώσεως, ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης πρέπει να γίνει κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 ν. 3693/1957 που προβλέπει την μειωμένη δικαστική δαπάνη σε δίκες με διάδικο το Δημόσιο, αφού ο σκοπός της πλήρους αποζημίωσης με την αυξημένη δικαστική δαπάνη του άρθ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001 πληρώθηκε με την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο προσδιορισμού της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος απορριπτομένων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αναιρεθεί, μόνο, κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση και αφού διακρατηθεί δεδομένου ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω άλλη διευκρίνιση η υπόθεση (άρθ. 580 παρ. 3 εδ.

β' ΚΠολΔ) και δικαστεί κατά τούτο, καθοριστεί η δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων στο ποσό των 300 ευρώ. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 47/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας μόνο κατά το κεφάλαιο περί επιβολής δικαστικής δαπάνης στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρατεί και δικάζει επί της από 21-10-2011 έφεσης κατά της 119/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά το άνω αναιρεθέν μέρος.

Επιβάλλει την δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων σε βάρος του εκκαλούντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ