Legislator Case Law & Legislation
410/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis and freedom of expression grounds regarding defamation conviction.

Case Number 410/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a defamation conviction. The appellant argued the lower court erred by treating prior acquittal findings as res judicata and violated freedom of expression by accepting alleged defamatory facts. The court held that the appeal lacked a specific legal basis under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure and that the lower court's evaluation of facts fell outside the scope of appellate review. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay court costs to the state.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 10 of the ECHR; The appeal for lack of legal basis requires specific identification of factual findings or reasoning defects, and appellate courts cannot re-evaluate the factual assessment of the lower court unless clearly erroneous.

Keywords

AI generated
lack of legal basis appeal res judicata principle freedom of expression defamation conviction appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 10 of the ECHR
Article 366(1) of the Penal Code
Article 367(1) of the Penal Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 18.381/2005 of the Pluralist Court of Athens

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 410 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 410/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Νικολόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου-καθού η αίτηση: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρακόπουλο, σύμφωνα με την υπ αριθ. 102/08 πράξη προέδρου του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6803/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7181/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων-αιτών με την από 25-2-2008 αίτησή του και τους από 1-9-2009 πρόσθετους λόγους, καθώς και με την από 16-11-2009 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αιτούντος ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων του και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης, ήτοι να αναφέρονται οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) του ουσιαστικού δικαστηρίου ή να γίνεται μνεία ότι η απόφασή του στερείται παντελώς αιτιολογίας ή να διαλαμβάνεται ποίες αιτιολογίες της απόφασης και για ποίο λόγο είναι ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές, καθώς και να προσδιορίζεται το "ζήτημα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και για το οποίο λείπει η νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι "η απόφαση του Εφετείου χαρακτηρίζεται " α) από εμμονή εις την συλλογιστική ότι υπήρξε πρόθεση δυσφήμησης από μέρους μου του αντιδίκου, β) από την παρασιώπηση των περιστατικών που συγκροτούν την δικαιολογημένη και εις εμένα σοβαρή ανησυχία για την συμπεριφορά του ιατροδικαστή". Ο λόγος αυτός ενέχει παντελή αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα από τα ως άνω αναγκαία για τη διαδικαστική του πληρότητα στοιχεία.

Κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, δεν αποτελούν οι εγκύκλιοι. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ψέγεται το εφετείο ότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την Α1/1972 3-3-1983 εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας σχετικά με τις προϋποθέσεις ταρίχευσης των νεκρών, είναι αβάσιμος, διότι η προβαλλόμενη παραβίαση της άνω εγκυκλίου δεν συνιστά πλημμέλεια δυνάμενη να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Για το ορισμένο αυτού του λόγου πρέπει να αναφέρονται στην αναιρετική αίτηση οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη χωρίς να προταθούν, καθώς και η επίδραση που αυτοί ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "έκρινε ότι αποδείχθηκε επίσης ότι ο εκκαλών επιθυμούσε σφόδρα να αναλάβει τις κηδείες των άτυχων συγγενών του ...

και δεν ήθελε να καθυστερήσει ο ενάγων με τις ταριχεύσεις...", χωρίς όμως τα περιστατικά αυτά να τα έχει επικαλεσθεί κάποιος από τους διαδίκους. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται αν τα ως άνω περιστατικά θεμελίωναν και ποιόν αυτοτελή ισχυρισμό ή κατέτειναν στην κατάλυση τέτοιου ισχυρισμού και αν ασκούσαν και ποία (ουσιώδη) επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο αυθαίρετα, αναιτιολόγητα και αντιφατικά δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε πρόθεση να πλήξει την προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου, είναι αόριστος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην ύπαρξη αντιφατικών αιτιολογιών, αφού δεν προσδιορίζονται με αυτόν οι αντιφατικές αιτιολογίες της απόφασης, ενώ κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση, χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, να αναφέρεται ότι έγινε παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή τους στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύετο με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Για να στοιχειοθετηθεί ο προκείμενος λόγος πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας του ισχυρισμού και όχι να τον είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμο ή απαράδεκτο (ΟΛ. ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, ο οποίος κατ' εκτίμηση υπάγεται στον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι και στους αριθμούς 8 και 19 του ίδιου άρθρου), προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την τέλεση από τον αναιρεσείοντα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να λάβει υπόψη του και τις αναφερόμενες στο πρόσθετο αναιρετήριο αποφάσεις ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων, τις οποίες με την έφεσή του και τις προτάσεις του επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της ενστάσεώς του ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1 γ' Π.Κ.) και από τις οποίες προκύπτει αφενός ότι ο αναιρεσίβλητος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για ποινικά αδικήματα που διέπραξε κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του ως ιατροδικαστoύ (ψευδείς βεβαιώσεις, απόπειρα απάτης, ψευδορκία πραγματογνώμονα κ.λ.π.) και αφετέρου ότι απορρίφθηκε αγωγή του αποζημίωσης κατά εκδότη εφημερίδας, ο οποίος δημοσίευσε ανακοίνωση του Ιατρικού Συλλόγου Καλαμάτας, περί του ότι ο αναιρεσίβλητος ασκεί "πλανοδιακή, απαράδεκτη, αντιδεοντολογική ιατρική".

O λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφ' ενός μεν, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, πλην αξιολογώντας το περιεχόμενό τους έκρινε ότι αναφέρονται σε περιστατικά εντελώς άσχετα με εκείνα της υπόθεσης επί της οποίας έκρινε, αφετέρου δε, διότι ουσιώδης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση των ανωτέρω εγγράφων, ήτοι η από το άρθρο 367 παρ. 1γ .ΠΚ ένσταση ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, δεν εξετάσθηκε κατ' ουσίαν από το Εφετείο, αφού αυτό δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τελούσε εν γνώσει των ψευδών γεγονότων που ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τον αναιρεσίβλητο, ότι δηλ.

στοιχειοθετείται σε βάρος του (αναιρεσείοντος) το αδίκημα του άρθρου 363 Π.Κ. και ότι, επομένως, δεν έχει εφαρμογή, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 Π.Κ., η παρ. 1 του ίδιου άρθρου περί άρσεως του αξιοποίνου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16α του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές, μετά την έναρξη ισχύος του Κ. Πολ. Δικ. (16-9-1968, κατ` άρθρο 74 Εισαγ. Ν. Κ. Πολ. Δ.), δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων τέλεσε σε βάρος του αναιρεσίβλητου αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση), παραβίασε το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την αμετάκλητη υπ' αριθ.18.381/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της ίδιας πράξεως, είναι αβάσιμος.

Κατ' άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που έχει κυρωθεί και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο (ΝΔ 53/74), κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης καθώς και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς παρέμβαση δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων, ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου η άσκηση των ελευθεριών τούτων, που συνεπάγονται καθήκοντα και ευθύνες, μπορεί να υπαχθεί σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων κλπ.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αποδίδει στο Εφετείο την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 366 παρ. 1 και 367 παρ. 1 Π.Κ., αφού δέχθηκε ότι αποτελούν συκοφαντική δυσφήμηση τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε για τον αναιρεσίβλητο, μολονότι αυτά κρίθηκαν αμετάκλητα από το ποινικό δικαστήριο ότι είναι αληθινά και ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αναιρώντας έτσι το δικαίωμα έκφρασης της γνώμης και ανάγοντας το ατομικό δικαίωμα της προσωπικότητας σε υπέρτατο αγαθό.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση και οι από 1-9-2009 πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν.

Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Επειδή, όμως, ο αναιρεσίβλητος απαλλάχθηκε από τα δικαστικά έξοδα με την υπ' αριθ.102/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις του Ν. 3226/2004 περί παροχής νομικής βοήθειας σε πρόσωπα χαμηλού εισοδήματος, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε αυτός και η αποζημίωση δικηγόρου επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου, το οποίο τα εισπράττει σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (άρθρο 12 του Ν. 3226/2004).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση και τους από 1-9-2009 πρόσθετους λόγους περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 7181/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, τα οποία επιδικάζει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ