Greek Supreme Court dismisses state appeal regarding illegal salary demotion and unpaid back pay in public service.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that ordered the State to pay back pay and restore the plaintiff's salary grade. The plaintiff argued that the State illegally demoted him and withheld salary advances, violating specific provisions of the Public Service Law regarding the recognition of prior service. The court held that the lower court correctly applied the law, finding the demotion and salary withholding to be unlawful acts by State organs that caused the plaintiff financial damage. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the awarded damages and legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 105 Introductory Civil Code; Art. 17 para. 9 Law 2527/1997: The State is liable for damages caused by unlawful acts of its organs, and prior service time must be recognized for salary progression upon re-employment, rendering any contrary administrative action illegal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 410 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 410/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Λευθεριώτου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Προυσανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2215/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5885/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-11-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 13-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα θεσπίζεται η ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την άσκηση αγωγής προς αποζημίωση απαιτείται, μεταξύ άλλων, όπως η πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου είναι παράνομη, ήτοι με αυτή να παραβιάζεται κανόνας δικαίου, με τον οποίο προστατεύεται ορισμένο ατομικό δικαίωμα ή συμφέρον, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος.
Εξάλλου, ο ν. 2470/1917 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης..." (Φ 40Α), ορίζει στο άρθρο 4 παρ. 1, ότι "ο διοριζόμενος εισέρχεται στην Υπηρεσία με το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο του κλάδου, στον οποίο ανήκει η θέση που διορίζεται", στο άρθρο 17 παρ.1, ότι "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3, καθώς και για την χορήγηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας της παρ. 1 του άρθρου 8, λαμβάνεται υπόψη:
α...ε. Κάθε προϋπηρεσία που από ισχύουσες διατάξεις αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία στις θέσεις που υπηρετούν...", και στο άρθρο 22 παρ. 1, ότι "Η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ. του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 17 του παρόντος.
Περαιτέρω, στην παρ. 13 του άρθρου 25 του ν. 2190/1994 Φ 28Α) ορίζεται ότι "Υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εγχωρίων προϊόντων (ΚΥΔΕΠ), οι οποίοι απολύθηκαν με τη θέση της ΚΥΔΕΠ υπό εκκαθάριση, εγγράφονται μετά από αίτηση τους στους πίνακες επαναπροσληπτέων του Υπουργείου Γεωργίας και των υπαγομένων σ' αυτό νομικών προσώπων, περιλαμβανομένης της Αγροτικής Τράπεζας και των θυγατρικών της επιχειρήσεων, κατανεμόμενη στις υπηρεσίες του Υπουργείου και στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, αναλόγως των αναγκών και των οικονομικών δυνατοτήτων και η επαναπρόσληψή τους περατούται έως την 31 Δεκεμβρίου 1995".
Εξάλλου, με την παρ. 4 του άρθρου 3 του ν.2349/1995 (Φ 224Α) ορίσθηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 13 του άρθρου 25 του ν. 2190/1994, υπάγονται και οι υπάλληλοι της ΚΥΔΕΠ, που παρέμειναν σε αυτή μετά τη θέση της υπό εκκαθάριση και για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, θεωρούμενοι, για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, ως απολυθέντες με τη θέση της ΚΥΔΕΠ υπό εκκαθάριση.
Για όσους από τους ανωτέρω διατηρηθούν μετά την 31.12.1995 με απόφαση του Διοικητή στην ΑΤΕ στην ΚΥΔΕΠ για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, η εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου γίνεται αμέσως μόλις απολυθούν ή ολοκληρωθεί η εκκαθάριση ...". Τέλος, με την παρ. 9 του άρθρου 17 του ν 2527/1997 (Φ 206Α) ορίσθηκε ότι "Ο χρόνος υπηρεσίας των επαναπροσλαμβανομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν 2190/1994...
που έχουν διανύσει στους φορείς από τους οποίους έχουν απολυθεί, ... αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια από της επαναπρόσληψής τους...". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε στις 16.1.1978 ως υπάλληλος της ΚΥΔΕΠ, η οποία με την 2695/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση και αυτός παρέμεινε για τις ανάγκες της εκκαθάρισης μέχρι τις 30.5.1997.
Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 παρ.13 του ν.2190/1994 και του άρθρου 3 παρ.4 του ν. 2349/1995, ο ενάγων επαναπροσλήφθηκε σε προσωποπαγή θέση προσωπικού του Υπουργείου Γεωργίας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και τοποθετήθηκε στη Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Αγορών Γεωργικών Προϊόντων, όπου παρέμεινε μέχρι τις 11.9.2001, οπότε αποσπάστηκε στο ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Πληρωμών Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ)", όπου συνεχίζει να υπηρετεί μισθοδοτούμενος από το Υπουργείο Γεωργίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, που ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο Σύνταξης και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, μετά την απόλυσή του από την ΚΥΔΕΠ, συνταξιοδοτήθηκε με μερική σύνταξη αναδρομικά από 1.6.1997, κατά την επαναπρόσληψή του στο Υπουργείο Γεωργίας κατατάχθηκε, με προσμέτρηση και του χρόνου προϋπηρεσίας του στην ΚΥΔΕΠ (19 έτη, 8 μήνες και 14 ημέρες) στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο με βασικό μισθό 194.000 δρχ.
χρονοεπίδομα 40% και σύνολο αποδοχών 354.600 δρχ., ενώ τον Οκτώβριο 1999 προήχθη στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο με συνολικές μηνιαίες αποδοχές 380.912 δρχ. Στη συνέχεια, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων για την προϋπηρεσία του στην ΚΥΔΕΠ είχε λάβει ήδη την προαναφερόμενη σύνταξη, με το 391379/18.10.1999 ατομικό δελτίο κατάταξης της Οικείας Διεύθυνσης του Υπουργείου Γεωργίας αφαιρέθηκε ο χρόνος προϋπηρεσίας του στην ΚΥΔΕΠ και έγινε επανακατάταξη αυτού στο 18° μισθολογικό κλιμάκιο από 1.10.1997 και στο 17° μισθολογικό κλιμάκιο από 1.11.1999.
Αυτό είχε ως συνέπεια να μειωθούν οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά 94.195 δρχ. και να καταλογισθεί σε βάρος του ως αποδοτέο το ποσό των 2.664.664 δρχ., το οποίο θεωρήθηκε ότι έλαβε αχρεώστητα κατά το προηγούμενο διάστημα από 28.7.1997 έως 30.10.1999, και από 1.9.2000 παρακρατείται τακτικά από το μισθό του σε δόσεις των 93,85 ευρώ.
Οι παραπάνω πράξεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου για επανακατάταξη του ενάγοντος σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και καταλογισμού του προαναφερθέντος ποσού, ύστερα από αφαίρεση του χρόνου προϋπηρεσίας αυτού στην ΚΥΔΕΠ, αντίκειται ευθέως στη ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ 9 του ν. 2527/1997, σύμφωνα με την οποία ο χρόνος προϋπηρεσίας όσων επαναπροσλαμβάνονται με βάση το άρθρο 25 του ν. 2190/1994, που διανύθηκε στους αρχικούς εργοδότες τους, αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας από την επαναπρόσληψή τους στους νέους εργασιακούς φορείς για κάθε έννομη συνέπεια.
Έτσι, δυνάμει της προαναφερόμενης διάταξης, το εναγόμενο ως νέος εργασιακός φορέας του ενάγοντος - πρώην εργαζομένου της ΚΥΔΕΠ - έχει υποχρέωση να προσμετρήσει ολόκληρο το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας του ενάγοντος στην ΚΥΔΕΠ για κάθε έννομη συνέπεια, δηλαδή για τη μισθολογική και βαθμολογική ένταξη και εξέλιξη αυτού με παράλληλη πάντοτε τήρηση κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων που διέπουν το προσωπικό του εναγομένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίες διατάξεις (πλην του ζητήματος του προσμετρούμενού χρόνου) δεν θίγονται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997.
Οι πράξεις αυτές συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα τους (αμέλεια) και από αυτή ο ενάγων υπέστη ζημία ισόποση με τις μισθολογικές διαφορές που στερήθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1.11.1999-30.9.2003), λόγω της μετάταξής του σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, συνολικού ποσού 4.427.165 δρχ., καθώς και ζημία ίση με το ποσό των 799.485 δρχ., που καταλογίστηκε ως αποδοτέο ποσό και παρακρατήθηκε από το μισθό του κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
Με τις παραδοχές του αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή του δημοσιονομικού δικαίου που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 8 Ν. 1831/1988, 2, 3 Ν. 1041/1980, 5 και 17 Ν. 2470/1997, 11 παρ. 8 του ΠΔ 1041/1979, κατά τις οποίες ο χρόνος υπηρεσίας αξιολογείται μία μόνο φορά και ως προς ορισμένη αποκλειστικά υπηρεσιακή θέση του δικαιούχου του χρονοεπιδόματος, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση.
Περαιτέρω, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997, δεχόμενο ότι ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου στην ΚΥΔΕΠ υπολογίζεται για την μισθολογική κατάταξη στον φορέα που επαναπροσλήφθηκε και ήταν παράνομη η επανακατάταξή του σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.11.2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 5885/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ