Legislator Case Law & Legislation
40/2019 AI generated

40/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 40/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

40/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π., θεωρούμενο ως αντίκλητο αυτών, λόγω της εκπροσώπησής τους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 22 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 Ν. 4070/2012 σε συνδυασμό με άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/ 2014.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 40 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 40/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στα Ιωάννινα, ως καθολικό διάδοχο του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ (ΤΕΘΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον Παρασκευά Χρυσοστομίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 22-10-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) ο Ε. Α. του Η. (5ος των αναιρεσιβλήτων), απεβίωσε στις 28-7-1998, σύμφωνα και με τα έγγραφα που υπάρχουν στα σχετικά του φακέλου του, που έχει καταθέσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ 11), 2) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ... (ΚΠ 13), 3) Α. Α. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ 10), 4) Ε. Α. του Ν., κατοίκου ... (ΚΠ 5), 5) Ε. Α. του Η. (ΚΠ 6), 6) Χ. Α. του Λ., κατοίκου ... (ΚΠ 8), 7) Β. - Ε. Α. του Ν., κατοίκου ... (ΚΠ 6), 8) Ε. Α. του Ν., κατοίκου ... (ΚΠ 6), 9) Θ. Μ. του Π., κατοίκου ... (ΚΠ 9), 10) Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ... (ΚΠ 4), 11) Π. Μ. του Λ., κατοίκου ... (ΚΠ 7) και 12) Σ. Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ... (ΚΠ 12), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2011 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ήδη αναιρεσειόντων (μετά την έκδοση της 40/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας και συνεκδικάστηκε με την από 11-12-2010 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων (πλην του 5ου Ε. Α. του Η.), καθώς και με την κατατεθείσα διά των προτάσεων ανταίτηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Εκδόθηκε η 133/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 20-6-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο τα αναιρεσείοντα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 17-1-2018 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 133/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά τη δικαστική δαπάνη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. …62Δ/19.10.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Γρεβενών, Δ. Ν., προκύπτει ότι μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Α. Θ., Παρέδρου Ν.Σ.Κ., πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων, αντίγραφο της από 20.6.2014 αίτησης για αναίρεση της 133/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με πράξη κατάθεσης του αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με αριθμό 16/24.6.2014 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 26.1.2018, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση να παραστεί σ' αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο Δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Χ.

Π., θεωρούμενο ως αντίκλητο αυτών, λόγω της εκπροσώπησής τους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 22 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 Ν. 4070/2012 σε συνδυασμό με άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/ 2014.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο, ενόψει του ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ ΚπολΔ), πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 8/1999).

Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) (όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρ. 9 του Ν. 3193/2003), "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη "ιδίως" και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης τα απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένού".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το Δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται.

Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο και όχι αν σε αυτό ασκείται συγκεκριμένη επικερδής επιχείρηση, η οποία με την απαλλοτρίωση θα διακόψει τη λειτουργία της.

Και τούτο διότι η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (Ολ.ΑΠ 714/1978). Εξάλλου ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153).

Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της, που αφορά στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν, η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος και 13 παρ. 1 του ν. 2882/ 2001, για το λόγο ότι το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης σε ποσά πολύ μεγαλύτερα απ' αυτά που ζήτησαν τα αναιρεσείοντα με την ένδικη αίτησή τους, διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα αναφορικά με το χαρακτήρα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με βάση τη θέση, τη συνήθη χρήση, τις προοπτικές οικονομικής αξιοποίησης αυτών και τα ατομικά τους χαρακτηριστικά, η διάγνωση των οποίων ήταν αναγκαία προκειμένου να καθοριστεί η οριστική αποζημίωσή τους λόγω απαλλοτρίωσης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο (Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας), με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τις εδαφικές εκτάσεις των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 40009/1126/25-4-2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, που δημοσιεύθηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 468Δ'/30-5-2006), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών στη θέση "..." του ...

Δήμου …, έκταση συνολικού εμβαδού 91.051 τ.μ., στην κτηματική περιοχή ..., η οποία εικονίζεται με κλίμακα 1:1.000 (ΑΚ 510/Α) στο από 14-10-2003 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Γεωγραφικού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, που συνέταξε ο ταγματάρχης Ν. Α., τοπογράφος μηχανικός και θεώρησε ο ταξίαρχος Β.

Μ.. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και θα αντιμετωπισθεί από τις πιστώσεις του ΤΕΘΑ. Στην απαλλοτριωθείσα έκταση, στην οποία δεν περιλαμβάνονται οι εκτάσεις που στα κτηματολογικά στοιχεία φέρονται ότι ανήκουν στο Δημόσιο ή είναι διαθέσιμες, προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας οι αιτούντες, οι οποίοι είναι και δικαιούχοι της αποζημίωσης.

Τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα βρίσκονται στην κτηματική περιοχή ..., εκτός σχεδίου πόλης. Απέχουν από την πόλη των … περί τα 3 έως 4 χιλιόμετρα, ανάλογα με τη θέση τους. Έχουν μεσημβρινό προσανατολισμό, βρίσκονται κοντά στην επαρχιακή οδό ..., επί της οποίας έχει πρόσοψη μόνο το υπ' αριθμ. ΚΠ 10 ακίνητο. Βρίσκονται σε περιοχή αγροτική και είναι αγροί ξηρικοί, οι οποίοι καλλιεργούνται με δημητριακά.

Η ευρύτερη περιοχή εξυπηρετείται από δίκτυα ηλεκτροδότησης, υδροδότησης και προσφέρεται, επίσης, και για εγκατάσταση βιοτεχνιών και παρόμοιων επαγγελματικών εγκαταστάσεων. Σε κοντινή απόσταση από τα επίδικα έχουν κατασκευασθεί εξοχικές κατοικίες. Ο πρώτος μάρτυρας των αιτούντων - καθ' ων η απαλλοτρίωση, Κ.

Δ. Τ., αρχιτέκτονας μηχανικός, αναβιβάζει την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων σε 20 ευρώ ανά τ.μ., ενώ οι δεύτερος και τρίτος μάρτυρες των ιδίων, Γ. Δ. Π., έμπορος και Χ. I. Κ., ιδιοκτήτης συνεργείου αυτοκινήτων, ουδέν αναφέρουν περί της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Το Ελληνικό Δημόσιο δεν εξέτασε μάρτυρα.

Η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, αναβιβάζει την αξία των επιδίκων σε: α) 0,90 ευρώ ανά τ.μ., για τους ξηρικούς αγρούς και β) 1,987 ευρώ ανά τ.μ., για τους ξηρικούς αγρούς με πρόσοψη επί της επαρχιακής οδού .... Οι αιτούντες και φερόμενοι ιδιοκτήτες επικαλούνται και προσκομίζουν ως συγκριτικό στοιχείο την υπ' αριθμ. 120/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, με κρίσιμο χρόνο τη 14-4-2004, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή τμήματος της Εγνατίας Οδού ...

και βρίσκονται στην κτηματική περιοχή ..., σε 1,47 ευρώ ανά τ.μ. για ξηρικό αγρό και σε 10,27 ευρώ ανά τ.μ. για αγρό με πρόσοψη επί της Ε.Ο. .... Ωστόσο το εν λόγω συγκριτικό δεν κρίνεται πρόσφορο γιατί αναφέρεται σε διαφορετική περιοχή, τη ..., ενώ το ακίνητο στο οποίο αναφέρονται οι αιτούντες βρίσκεται επί της Ε.Ο. ....

Το Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει συγκριτικά στοιχεία. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, με την υπ' αριθμ. 40/2010 απόφαση και με κρίσιμο χρόνο την ενώπιόν του συζήτηση της αίτησης για προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (4-2-2010), καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων σε:

α) Ένα (1) ευρώ ανά τ.μ. για το υπ' αριθμ. ΚΠ 1 ακίνητο, β) έξι (6) ευρώ ανά τ.μ. για το υπ' αριθμ. ΚΠ 10 ακίνητο και γ) πέντε (5) ευρώ ανά τ.μ. για τα λοιπά ακίνητα. Ενόψει των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά το χρόνο συζήτησης της κρινομένης αίτησης ενώπιόν του (την 5-6-2013) για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθόσον από το χρόνο συζήτησης της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών (την 4-2-2010), παρήλθε έτος (άρθρα 17 παρ. 2β' του Συντάγματος και 13 παρ. 1β' του ν. 2882/2001, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/ 2002), η πραγματική αξία τους η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στους δικαιούχους αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάστασή τους με άλλα ισάξια, σύμφωνα και με τη Συνταγματική επιταγή (άρθρ. 17 παρ. 2 Συντάγματος), χωρίς να υπολογίζεται η υποτίμηση ή η ανατίμησή του, η οποία ενδεχομένως επήλθε από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή την εκτέλεση του έργου στο οποίο αυτή αναφέρεται ή σε ενέργειες των ιδιοκτητών των επιδίκων, ανέρχεται με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες:

Α) Για το υπ' αριθμ. ΚΠ 1 σε ένα (1) ευρώ ανά τ.μ. (για το ακίνητο αυτό ο φερόμενος ιδιοκτήτης δεν άσκησε αίτηση για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης). Β) Για το υπ' αριθμ. ΚΠ 10 ακίνητο σε επτά (7) ευρώ ανά τ.μ. Και Γ) Για τα λοιπά ακίνητα σε πέντε (5) ευρώ". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο καθόρισε τις τιμές μονάδος αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν στα ως άνω ποσά.

Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το παραπάνω ζήτημα και δεν εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όπως ισχυρίζονται τα αναιρεσείοντα Ελληνικό Δημόσιο και Ταμείο Εθνικής Άμυνας με τον πρώτο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων, αφού έλαβε υπόψη, τη θέση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ως κειμένων στην κτηματική περιοχή ..., εκτός σχεδίου πόλης και σε απόσταση από την πόλη των Γρεβενών περί τα 3 έως 4 χιλιόμετρα, το χαρακτήρα της περιοχής στην οποία κείνται τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα ως αγροτικής, τη φύση αυτών ως αγρών ξηρικών, τον τρόπο εκμετάλλευσής τους, με την καλλιέργεια σ' αυτά δημητριακών, την ύπαρξη ή όχι πρόσοψης αυτών επί της επαρχιακής οδού ...

και τις τιμές στις οποίες εκτίμησε αυτά η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, με βάση τη φύση, χρήση και θέση τους. Προς τις παραπάνω σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τα ως άνω θέματα δεν αντιφάσκουν οι περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου σχετικά με την ευρύτερη περιοχή της απαλλοτριούμενης έκτασης, σύμφωνα με τις οποίες "η ευρύτερη περιοχή εξυπηρετείται από δίκτυα ηλεκτροδότησης, υδροδότησης και προσφέρεται, επίσης, και για εγκατάσταση βιοτεχνιών και παρόμοιων επαγγελματικών εγκαταστάσεων", ούτε το αναφερόμενο σ' αυτή ότι "σε κοντινή απόσταση από τα επίδικα έχουν κατασκευαστεί εξοχικές κατοικίες", αφού οι διαπιστώσεις αυτές δεν αναιρούν τον γενόμενο δεκτό από το Εφετείο αγροτικό χαρακτήρα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, προσδίδοντας σ' αυτά οικοπεδική αξία, όπως αβασίμως ισχυρίζονται τα αναιρεσείοντα, ούτε άλλωστε το Εφετείο καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα, περί οικοπεδικής αξίας των ως άνω ακινήτων, αλλά αντιθέτως ρητώς και σαφώς δέχεται κατά τα προαναφερόμενα ότι οι εκτάσεις αυτές έχουν αγροτικό χαρακτήρα και ότι η περιοχή στην οποία βρίσκονται είναι αγροτική.

Επομένως ο πρώτο λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για το λόγο ότι όπως ισχυρίζονται τα αναιρεσείοντα Ελληνικό Δημόσιο και Ταμείο Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ) το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση περιλαμβάνοντας σ' αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (K.A.A.A.), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, που τροποποίησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-4-2012 (ΦΕΚ Α'/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθού η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημιώσεως μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφ' ενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου σε αποζημίωση και αφ' ετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους (Ολομ.ΑΠ 9/1996).

Ο προβλεπόμενος από τις ως άνω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το Δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου Δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδ.

α' του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι, αφ' ενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλει στο Δικηγόρο του μόνο τη μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, η οποία επιδικάζεται σ' αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικό του και υπόχρεο προς αποζημίωση, αφ' ετέρου δε η μείωση της αμοιβής του Δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των Δικηγόρων, ενόψει μάλιστα και του δικαιολογητικού λόγου για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της από 20.6.2014 (και με αριθμό κατάθ. 16/24.6.2014) αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/ 2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση των εδαφίων α' και γ' αυτού με τις παραγράφους 1 και 2, αντιστοίχως, του άρθρου 130 του Ν. 4070/2012, που ισχύουν δυνάμει του άρθρου 146 παρ. 9 του Ν. 4070/2012 και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος απαλλοτριώσεις διότι, όταν σε δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου υπόχρεος προς καταβολή αποζημιώσεως είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, όπως στην προκειμένη υπόθεση, που υπόχρεοι προς αποζημίωση είναι το Ελληνικό Δημόσιο και το ΤΕΘΑ (ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Εθνικής Άμυνας), η αμοιβή του Δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως αναιρεσιβλήτων υπολογίζεται μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, αντιθέτως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καίτοι τα αναιρεσείοντα με τις από 5.6.2013 έγγραφες προτάσεις τους κατά την εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ισχυρίσθηκαν ότι επειδή ταυτίζονται με την Κεντρική Κυβέρνηση και αποτελούν μέρος της Γενικής Κυβέρνησης θα πρέπει να εφαρμοσθεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

γ' του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 130 του Ν. 4070/2012 και να προσδιορισθεί η αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημιώσεως σε ποσοστό 1,5% επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως, το Εφετείο προσδιόρισε την εν λόγω αμοιβή σε ποσοστό 3% επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως.

Με βάση τα εκτιθέμενα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που επιδίκασε 3% για την σύνταξη αιτήσεως, προσθέτων παρεμβάσεων και προτάσεων ως αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των δικαιούχων των ένδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων παραβίασε την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση των εδαφίων α' και γ' αυτού με τις παραγράφους 1 και 2, αντιστοίχως, του άρθρου 130 του Ν. 4070/2012, που ισχύουν δυνάμει του άρθρου 146 παρ. 9 του Ν. 4070/2012 και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος απαλλοτριώσεις, διότι όπως προεκτέθηκε στην προκειμένη υπόθεση, που αφορά δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και υπόχρεα προς καταβολή αποζημιώσεως είναι το Ελληνικό Δημόσιο και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Άμυνας" (ΤΕΘΑ), φορείς που υπάγονται στην Ελληνική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η αμοιβή του Δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως αναιρεσιβλήτων υπολογίζεται μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Επομένως ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της από 20.6.2014 (και με αριθμό κατάθ. 16/24.6.2014) αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερου λόγου της από 20.6.2014 (και με αριθμό κατάθ. 16/24.6.2014) αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης, κατά το μέρος, που αφορά την αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων - δικαιούχων της οριστικής αποζημιώσεως των με ΑΚΠ-11, ΑΚΠ - 13, ΑΚΠ-10, ΑΚΠ-5, ΑΚΠ-6, ΑΚΠ-8, ΑΚΠ-9, ΑΚΠ-4, ΑΚΠ-7 και ΑΚΠ-12 απαλλοτριωθέντων ακινήτων, η οποία πρέπει να προσδιορισθεί σε ποσοστό 1,5% επί της οριστικής αποζημιώσεως των εν λόγω απαλλοτριωθέντων ακινήτων (ήτοι 1% για τη σύνταξη της αίτησης που ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο και 0,5% για τη σύνταξη των προτάσεων).

Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, κατά το ως άνω αναιρούμενο τμήμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική (άρθρο 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015) και να προσδιορισθεί η αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων - δικαιούχων της οριστικής αποζημιώσεως σε ποσοστό 1,5% επί της οριστικής αποζημιώσεως των με ΑΚΠ 11, 13, 10, 5, 6, 8, 9, 4, 7 και 12 απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Τέλος, οι παρόντες αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένης, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/ 1957, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 20.6.2014 (και με αριθμό κατάθ. 16/24.6. 2014) αίτηση αναίρεσης της 133/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα, ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης.

Αναιρεί την 133/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης, μόνον ως προς την διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, που αφορά την δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο.

Καθορίζει την αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων - δικαιούχων της οριστικής αποζημιώσεως των με ΑΚΠ 11, 13, 10, 5, 6, 8, 9, 4, 7 και 12 απαλλοτριωθέντων ακινήτων σε ποσοστό 1,5% επί της οριστικής αποζημιώσεως των εν λόγω απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ