40/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 40 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 40/2018
Legislator headnote
AI generated40/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 40 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 40/2018
Full text
Απόφαση 40 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 40/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση:Δήμου Αχαρνών Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στις Αχαρνές-Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Μαμάκο.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1) Β. Σ. του Ν. και 2) Μ. θυγ. Ν. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Δάμη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-1996 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, στη θέση της οποίας μετά το θάνατό της κατά τη διάρκεια της επιδικίας στο Εφετείο, έχουν υπεισέλθει οι αναιρεσίβλητοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η υπ αριθμ 5323/1997 απόφαση του ΠΠΑθηνών, που την απέρριψε ως αόριστη, η 2380/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που την έκρινε ορισμένη και την ανέπεμψε ενώπιον του ΠΠΑθηνών, η 10317/2000 μη οριστική, 1026/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 3666/2007 αναβλητική, η 2124/2009 αναβλητική ως προς την έκδοση οριστικής απόφασης, η 4112/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων, με την από 17-11-2014 αίτησή του, η οποία επανήλθε προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, με την 15-1-2016 κλήση των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 541/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 21-4-2017 κλήση των αναιρεσίβλητων επανέρχεται προς συζήτηση η ως άνω υπόθεση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 14-9-2015 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4112/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρων 495 παρ. 1 και 552 επ ΚΠολΔικ, ενώ προσκομίζεται η κατά το άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιγ και ιε του Ν. 3852/4/7.6.2018 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου που συνοδεύεται από την απαιτούμενη και προσκομιζόμενη, κατά το προαναφερθέν άρθρο γνωμοδότησης δικηγόρου (απόφ. …./29.7.2016 απόφ. Οικ. Επιτρ. και γνωμοδότηση από 12.11.2014). Επομένως αυτή (αίτηση), που νομίμως επαναφέρεται για συζήτηση με την από 21.4.2017 κλήση των αναιρεσιβλήτων, (μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 341/2016 αποφάσεως που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), κρίνονται και στο εξής κατά το μέχρι τώρα ισχύον δίκαιο, δηλαδή το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Κατά τις διατάξεις των ν. 12 πανδ (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.3) του προϊσχύσαντος του ΑΚ ΒΡΔ, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της. Το δικαίωμα αυτό των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία τους, δεν υπέκειτο σε προθεσμία, ενώ η από την κληρονομιά κτήση εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, η δε ανάμειξη στην κληρονομία δεν αποτελούσε τίτλο τακτικής χρησικτησίας. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή, με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία) αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η παραχώρηση σε άλλον με ή χωρίς αντάλλαγμα (μίσθωση, χρησιδάνειο), και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η (σε αντίθεση με το προϊσχύσαν ΒΡΔ), μεταγραφή της, καθώς και η καταβολή του οικείου φόρου. Εξ ετέρου σε περίπτωση, που το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων, σ' αυτό, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την (μετά το νόμιμο προορισμό του αιτήματός της), αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, στη θέση της οποίας, κατά τη διάρκεια της επιδικίας στο Εφετείο, έχουν υπεισέλθει λόγω του θανάτου της οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και ήδη αναιρεσίβλητοι και την κατ' αυτής καταλυτική ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Δήμου, για την απόκτηση οικείου δικαιώματος λόγω ασκήσεως νομής δια του αθλητικού σωματείου "…", σε χρόνο μεταγενέστερο της κτήσεως της συγκυριότητας από την αρχικώς ενάγουσα.
"Ο απώτερος δικαιοπάροχος της αρχικής εναγούσης, Σ. χήρας Ν. Σ., αδελφός της, Ε., που απεβίωσε στην …, στις 10.11.1942, είχε αγοράσει δυνάμει του υπ' αριθ. …/13.2.1937 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου......που μεταγράφηκε νόμιμα.....,από την Ι. σύζυγο Σ. Κ., ......ένα αγρόκτημα κείμενο στη θέση "…" ή "….." ή "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών Αττικής, παρά τα όρια ήδη των Δήμων Αχαρνών και Νέας Φιλαδέλφειας, εκτός σχεδίου πόλης, εκτάσεως 25.766 τετραγωνικών μέτρων και ήδη κατά νεώτερη καταμέτρηση και κατόπιν απαλλοτριώσεως τμήματος αυτού, 16.055 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνορεύει......Μετά το θάνατο του Ε. Μ., δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ αριθ. …/19.4.1943 πρακτικό δημοσιεύσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών η από 26.8.1941 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία κηρύχθηκε κυρία με την υπ1 αριθ. …/1943 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ο ως άνω διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους του, την αδελφή του (αρχική ενάγουσα) και τους γονείς του, Ι. Μ. και Κ.,Μ., περιορίζοντας όμως αυτούς στη νόμιμη μοίρα τους και δη κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστο. Οι εγκατασταθέντες, ως νόμιμο μεριδούχοι γονείς του, δεν αποδέχθηκαν ρητώς ή σιωπηρώς την σε αυτούς καταληφθείσα κληρονομιά του υιού τους, Ε. Μ. και ειδικότερα ο μεν Ι. Μ. αποποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως τη μερίδα του υπέρ της συγκληρονόμου θυγατέρας του, Σ. χήρας Ν. Σ. (αρχικής ενάγουσας), συνταχθείσας της με αριθμό …/3.7.1943 πράξης του συμβολαιογράφου ... η δε Κ. Μ. δυνάμει της υπ' αριθ. …/1942 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου.......εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον έτερο υιό της και αδελφό της (αρχικής) ενάγουσας, Κ. Μ.. Έκτοτε, δε από της περιελεύσεως στην ενάγουσα του ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου στην ως άνω κληρονομιά του αδελφού της Ε. Μ., αυτή ρητώς και με φανερές πράξεις εκδήλωσε τη βούληση της να αποδεχθεί την κληρονομιά του. Συγκεκριμένα, η υπεισέλευση (κατά το β.ρ.δ.) της ενάγουσας στην ως άνω κληρονομιά του αδελφού της κατά το προαναφερόμενο ποσοστό έγινε με ανάμειξη σε αυτήν για το μέχρι της έναρξης της ισχύος του ΑΚ (23.2.1946) διάστημα και ειδικότερα με την από κοινού με τον αδελφό της Κ. Μ. εκμετάλλευση, κατά τα έτη 1942 - 1944, του με αριθμό κυκλοφορίας … φορτηγού αυτοκινήτου μάρκας …, ιδιοκτησίας του κληρονομουμένου, το οποίο ο τελευταίος μέχρι το θάνατο του εκμεταλλευόταν συνεταιρικά με τον Κ. Α., και ιδίως με την κατάληψη απάντων των κληρονομιαίων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το προαναφερόμενο ακίνητο στο Δήμο Αχαρνών. Ακολούθως, η (αρχική) ενάγουσα, από την ως άνω ημεροχρονολογία (23.2.1946) και εντεύθεν προέβη σε εμφανείς πράξεις νομής δηλωτικές της βούλησης της να έχει τα αντικείμενα της ως άνω κληρονομιάς ως κυρία, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και δη προέβη σε υποβολή της από 1.2.1962 αιτήσεως της στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο Αθηνών προς έκδοση αδείας ανέγερσης οικοδομής επί άλλου κληρονομιαίου ακινήτου, που βρίσκεται στην περιοχή του …, την οποία τελικά έλαβε) επόπτευε και επιθεωρούσε όλα τα κληρονομιαία ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το προπεριγραφόμενο ακίνητο στο Δήμο Αχαρνών, στο οποίο ειδικώς η ενάγουσα έκτοτε ασκούσε εμφανείς υλικές πράξεις διάνοια συγκυρίου, δηλαδή το επόπτευε, είχε αναθέσει σε μηχανικούς τη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, έκανε σχέδια κατατμήσεώς του προκειμένου να επιτευχθεί η διανομή αυτού μεταξύ της ιδίας και του συγκυρίου αδελφού της, Κ. Μ. αρχικά και μεταγενέστερα των κληρονόμων-του, η οποία τελικά δεν επιτεύχθηκε εξαιτίας της αλλαγής του νομοθετικού καθεστώτος που αφορούσε τα περί κατατμήσεώς κτημάτων, το δήλωνε στις αρμόδιες αρχές ως στοιχείο της ακίνητης περιουσίας της και διαπραγματευόταν κατά καιρούς την ενοικίαση ή την πώληση του κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό της. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η (αρχική) ενάγουσα συνήψε την καταρτισθείσα με το με αριθμό …/22.4.1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου........σύμβαση χρησιδανείου με το Γ. Ι. Π., υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου κατά το καταστατικό του στην Αθήνα εδρεύοντος σωματείου με την επωνυμία "..." (ήδη "..."), δυνάμει της οποίας παρεχώρησε στο τελευταίο για μία τριετία, η οποία μάλιστα αργότερα παρατάθηκε, τη χρήση τμήματος αυτού, ως γηπέδου αθλοπαιδιών και ποδοσφαίρου, ενώ το έτος 1977 που συντελέστηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση τμήματος του μείζονος ακινήτου των 25,5 στρεμμάτων, η (αρχική) ενάγουσα ως συγκυρία αυτού έλαβε το αναλογούν στο μερίδιο της ποσό της αποζημίωσης. Τις ως άνω εμφανείς πράξεις νομής η ενάγουσα συνέχισε αδιαλείπτως μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του έτους 1987, οπότε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Δήμος Αχαρνών κατέλαβε τμήμα του υπόψη ακινήτου της, κείμενο στη βόρεια πλευρά του μείζονος ακινήτου, παρά την όχθη του ρέματος …, συνολικής επιφανείας 1.935 τετραγωνικών μέτρων, στο οποίο εγκατέστησε γήπεδο καλαθοσφαιρίσεως (μπάσκετ), κατασκευάζοντας μάλιστα τσιμέντινο κρηπίδωμα με τσιμεντένιες κερκίδες. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το τμήμα αυτό (επίδικο) περιλαμβάνεται στον παραπάνω τίτλο κυριότητας, αποτελεί δηλαδή τμήμα του προπεριγραφόμενου αγροκτήματος, συνολικής εκτάσεως 25.756 τετραγωνικών μέτρων και ήδη (μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση τμήματος του) 16.055 τετραγωνικών μέτρων και δεν κείται εκτός αυτού. Την κρίση του Δικαστηρίου αυτή επιρρωνύει ιδίως η πλήρως αιτιολογημένη (έκθεση) πραγματογνωμοσύνης, η διενέργεια της οποίας διετάχθη με την προδικαστική απόφαση και η οποία συντάχθηκε μετά από επιτόπια εφαρμογή των διαγραμμάτων και του ως άνω συμβολαίου. Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται η συνεχής νομή διάνοια κυρίου της (αρχικής) ενάγουσας, κατά τα ως-άνω, επί του μείζονος ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη έκτακτη, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι ετών από την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23.2.1946) και εντεύθεν, χρόνος που λαμβάνεται υπόψη κατ εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, μη εφαρμοζομένου εν προκειμένω του προηγουμένου βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφού με το συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ υπολείπεται προς συμπλήρωση χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών, αποδεικνύεται ότι η (αρχική) ενάγουσα κατέστη κυρία του ακινήτου αυτού κατά ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Αντίθετα, ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Δήμου ότι απέκτησε ο ίδιος μεταγενέστερη καταλυτική κυριότητα επί του επιδίκου ασκών πράξεις νομής δια μέσω του παραπάνω αθλητικού σωματείου (ένσταση ιδίας κυριότητας), που ερευνάται μετά την απόδειξη της κυριότητας στην οποία η ενάγουσα θεμελίωσε την αγωγή της ουδόλως αποδείχθηκε, αφού ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στο σχετικό δικονομικό του βάρος, πολύ περισσότερο αφού ο ειδικότερος ισχυρισμός του ότι εκείνος (εναγόμενος) παραχώρησε την επίδικη έκταση στο ως άνω αθλητικό σωματείο παρίσταται ασυμβίβαστος προς την αποδειχθείσα σύμβαση χρησιδανείου που το τελευταίο κατάρτισε με την (αρχική) ενάγουσα. Ο εναγόμενος Δήμος με τον τρίτο λόγο της έφεσης του, παραπονούμενος για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρει παραδεκτώς τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς του και ειδικότερα ότι α) το επίδικο τμήμα των 1.935 τετραγωνικών μέτρων δεν ανήκει στην αρχική ενάγουσα ούτε ανήκε σε οποιονδήποτε δικαιοπάροχο της, διότι δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας που επικαλείται η ενάγουσα, ούτε περιήλθε σε αυτήν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και β) ότι το διεκδικούμενο τμήμα δεν αποτελεί ούτε αποτέλεσε ποτέ τμήμα του μείζονος ακινήτου των 25,5 στρεμμάτων, αφού ήταν ανέκαθεν κοινόχρηστος χώρος που ανήκε από αμνημονεύτων χρόνων στην τότε κοινότητα και κατόπιν Δήμο Αχαρνών, τον οποίο είχαν θέσει στη διάθεση της νεολαίας και των δημοτών του, καθώς και των αθλητικών συλλόγων της περιοχής μαζί με παρακείμενη όμορη έκταση, επιφανείας 6.000 τ.μ., την οποία είχαν παραχωρήσει στον ... και ήδη μετονομασθέντα .... Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, αναφορικά με το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου έφεσης, όπως αποδείχθηκε η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου τμήματος, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας που επικαλείται (ήτοι, στο με αριθμό …/1937 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Λ.) και αποτελεί τμήμα του προπεριγραφόμενου αγροκτήματος, συνολικής εκτάσεως 25.766 τετραγωνικών μέτρων και ήδη (μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση τμήματος του) 16.055 τετραγωνικών μέτρων και δεν κείται εκτός αυτού, με τα προσόντα τηςέκτακτης χρησικτησίας και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών Δήμος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα
Τέλος, ο εκκαλών με το δεύτερο λόγο της έφεσης του προβάλλει, όπως και πρωτοδίκως, ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του, ισχυριζόμενος ότι "την κατοχή του επίδικου ακινήτου έχει ο αθλητικός Όμιλος με την επωνυμία "..." πρώην "..." που ασκεί και τη νομή επ' ονόματι του, αφού το χρησιμοποιεί ως γήπεδο καλαθοσφαιρίσεως και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή στρεφόμενη κατ' αυτού τυγχάνει απαράδεκτος". Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι, όπως αποδείχθηκε, ως άνω αθλητικός σύλλογος είχε αποκτήσει την κατοχή επί του επιδίκου ακινήτου δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου που είχε συνάψει με την ενάγουσα και ασκούσε τη νομή επ' ονόματι της και όχι επ' ονόματι του εναγομένου Δήμου", η ένδικη αναγνωριστική, μετά το νόμιμο περιορισμό της αγωγή, αυτά τα ιστορούμενα σ' αυτήν νομίμως στρέφεται κατά του εναγομένου Δήμου Αχαρνών, αφού με τον περιορισμό του αιτήματος (της αρχηθέν διεκδικητικής αγωγής σε αναγνωριστική), δεν εξέλιπε το έννομο συμφέρον για την άσκησή της, και σε κάθε περίπτωση αυτά τα αποδειχθέντα ο Δήμος, πράγματι κατέλαβε τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, στο οποίο εγκατέστησε γήπεδο καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ) κατασκευάζοντας μάλιστα τσιμεντένιο κρηπίδωμα με τσιμεντένιες κερκίδες".Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή με τις ακόλουθες δύο επάλληλες αιτιολογίες (μολονότι υπολαμβάνει ότι μετά την ισχύ του ΑΚ ισχύουν οι διατάξεις του τελευταίου ως προς την αποδοχή της κληρονομίας και για το επέκεινα της ισχύος του διάστημα (23.2.1946), αναφέρεται μόνο στη συνδρομή των προϋποθέσεων για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία) α) ότι η αρχικώς ενάγουσα κατέστη συγκυρία του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου από εκ διαθήκης κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 10.11.1942 αδελφού της Επαμεινώνδα, στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθε σιωπηρά εκδηλώνοντας με τις προπεριγραφόμενες και μέχρι της ισχύος του ΑΚ (23.2.1946) υλικές πράξεις την πρόθεσή της να αναμειχθεί στην καταληφθείσα σ' αυτήν κληρονομία και να την αποκτήσει, καταστάσα εντεύθεν συγκυρία του περιλαμβάνοντος και το επίδικο ακίνητο μεγαλυτέρου ακινήτου με κληρονομική, εκ διαθήκης, διαδοχή του αδελφού της, ο οποίο ήταν κύριος του μεγαλυτέρου ακινήτου, από ειδική διαδοχή και ειδικότερα από νόμιμα καταρτισθείσα και μεταγραφείσα αγοραπωλησία του 1937, β) ότι η αρχικώς ενάγουσα κατέστη συγκυρία του επιδίκου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις του Αστικού Κώδικα, καθόσον από του χρόνου ισχύος του (23.2.1946) και επέκεινα και μέχρι τον Οκτώβριο του 1987, δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας (41 χρόνια), ασκούσε στο περιλαμβάνον και το επίδικο μεγαλύτερο κληρονομιαίο ακίνητο, που περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο τίτλο του 1937 του δικαιοπαρόχου της αρχικώς ενάγουσας, τις περιγραφόμενες πράξεις νομής (που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και ενόψει του άρθρου 92 του ΕισΝΑΚ, αποτελούν και πράξεις αναμείξεως στην κληρονομία), σε δε τμήμα του, που περιλαμβάνει και το επίδικο, από το οποίο αποβλήθηκε τον Οκτώβριο του 1987 από τον εναγόμενο Δήμο, ασκούσε νομή δια του χρησαμένου αθλητικού σωματείου "..." ήδη ..., με το οποίο είχε καταρτίσει το 1970 συμβολαιογραφικά τριετή σύμβαση χρησιδανείου, η οποία και παρατάθηκε, ενώ ο ισχυρισμός του εναγομένου Δήμου ότι ήταν αυτός χρήστης στη σύμβαση χρησιδανείου και ότι συνακόλουθα ο χρησάμενος ασκούσε για λογαριασμό εκείνου (Δήμου) πράξεις νομής, δεν αποδείχθηκε και γι' αυτό η καταλυτική περί ιδίας κυριότητας ένστασή του επί του περιλαμβάνοντος και το επίδικο χρησιδανεισθέντος ακινήτου απορρίφθηκε. Η παραδοχή και των δύο βάσεων της αγωγής προκύπτει από το προεκτεθέν, περισσότερο της προσβαλλομένης αποφάσεως και αυτό δεν αναιρείται από το ότι τούτο δεν αναφέρεται με σαφήνεια στο αποδεικτικό της πόρισμα, όπου, κατ' αντιγραφή από την πρωτόδικη, αναφέρεται, μόνο στην παραδοχή της από έκτακτη χρησικτησία αγωγικής βάσης. Πλην όμως, με τους δύο πρώτους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται μόνο η αιτιολογία της αποφάσεως που αφορά την κτήση της συγκυριότητας της αρχικώς ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚπολΔικ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως, με ελλιπείς αιτιολογίες, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1094, 1041, 1042, 1043 και 1045 ΑΚ και με τον δεύτερο λόγο η από τη διάταξη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1094, 974 και 1045 ΑΚ, σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί της απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Οι λόγοι όμως αυτοί, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη είναι αλυσιτελείς, αφού πλήττουν μόνο την μία αιτιολογία της αποφάσεως, ενώ δεν πλήττουν και την άλλη που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, με την οποία κρίθηκε ότι η αρχική ενάγουσα κατέστη συγκυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και δή με καθολική εκ διαθήκης διαδοχή, κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Προσέτι, ως προς την προσβαλλομένη με τον πρώτο λόγο πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως την ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041, 1042 και 1043 Ακ, περί τακτικής χρησικτησίας, αυτή (πλημμέλεια) είναι απαράδεκτη, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι οποίες με βάση τις παραπάνω παραδοχές του δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ η οικεία βάση της αγωγής είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη με μη εκληθείσα διάταξη της παρεμπίπτουσας περί αποδείξεων υπ' αριθμ. 10317/2000 αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού όπως αναφέρεται και στη νομική σκέψη η ανάμειξη στην κληρονομία, κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο δεν αποτελεί τίτλο για έναρξη τακτικής χρησικτησίας. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτη η πλημμέλεια του δεύτερου λόγου για ευθεία παραβίαση του άρθρου 1094 ΑΚ, αφού μετά τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, κατέστη αλυσιτελής η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, εφαρμοσθείσας της διατάξεως του άρθρου 70 ΚΠολΔικ. Επειδή η νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της, από το ουσιαστικό δίκαιο (Ολ ΑΠ 18/2005). Το υποκείμενο που εμφανίζεται κατά το δίκαιο ως δικαιούχος, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος, ενώ ο φερόμενος ως υπόχρεος νομιμοποιείται παθητικά. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου (βλ. αρθρ. 76). Το έννομο συμφέρον, (άρθρο 68) επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70). Έτσι το έννομο συμφέρον του ενάγοντος που απαιτείται να υπάρχει για την άσκηση αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, συνίσταται στην προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος, είτε με αποβολή και κατάληψη του επιδίκου πράγματος, είτε με άλλη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που έπρεπε να γίνει, είτε και με απλή αμφισβήτηση, εφόσον με αυτή δημιουργείται για το δικαίωμα σύγχυση και αμφιβολία, από την οποία απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι, όταν ο ενάγων επί διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής περιορίσει το αίτημα αυτής μόνο στο αναγνωριστικό μέρος, όπως έχει νόμιμο δικαίωμα (άρθρο 293, 294 ΚΠολΔικ), δεν σημαίνει ότι εκλείπει το έννομο συμφέρον αυτού για την αναγνώριση του επικαλουμένου δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο πράγμα, γιατί η κατάληψη ή μη απόδοση από τον εναγόμενο του πράγματος ενέχει ακριβώς αμφισβήτηση του απολύτου δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος σ' αυτό, οπότε η αναγνωριστική αγωγή είναι το πρόσφορο μέσο για την αποτροπή βλάβης του ενάγοντος από την αβεβαιότητα που δημιουργείται και έτσι δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του, για την άσκηση απλής αναγνωριστικής αγωγής. Εξ ετέρου οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης του διαδίκου, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. (Ολ ΑΠ 28/2008), αν δε δεν αποδειχθούν τα θεμελιωτικά της νομιμοποίησης περιστατικά η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επιδίκου δικαιώματος, και όχι για έλλειψη νομιμοποίησης (ΑΠ 554/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της προδιαληφθείσας διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία ο αναιρεσείων, δεν ενομιμοποιείτο παθητικά για την απεύθυνση κατ' αυτού της ένδικης διεκδικητικής και εκ συνεχεία, μετά τον νομότυπο περιορισμό της, αναγνωριστικής της συγκυριότητας αγωγή, γιατί αυτός που αμφισβητεί το δικαίωμα της ενάγουσας είναι ο αθλητικός όμιλος "...", που κατέχει και νέμεται το επίδικο και ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησίας της αρχικής ενάγουσας και απορρίφθηκε η περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης ένσταση του εναγομένου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί και μάλιστα κατά το δεύτερο μέρος του (που αφορά σε αρνητικό ισχυρισμό και όχι σε ένσταση), ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., γιατί αφορά στην ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και κατά το πρώτο μέρους ως αβάσιμος, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη η απεύθυνση της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής κατά του φερομένου ως προσβάλλοντος με αποβολή, όπως στην ένδικη περίπτωση, το οικείο δικαίωμα του ενάγοντος αρκεί για την παθητική νομιμοποίησή του, ενώ η απόδειξη της υπάρξεως ή ανυπαρξίας των θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών έχει ως συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη, αντίστοιχα της αγωγής στην ουσία της. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος, ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή να αναφέρεται το αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν τον νόμο, όμως ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί κοινοχρησίας του επιδίκου, απαιτώντας στοιχεία περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός, προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως εναγόμενο εκκαλούντα με λόγο εφέσεως. Προσέτι, ο ισχυρισμός αυτός, είναι και αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος, ισχυρισμός περί του ότι το επίδικο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, του οποίου (άρθρου) γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο και ότι εντεύθεν ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Δήμου, δεν προτάθηκε με λόγο εφέσεως στο δικαστήριο της ουσίας. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔικ), που όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το επί Δήμων εφαρμοζόμενο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/11957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ, και, όπως τούτο, ισχύει μετά την υπ' αριθμό 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.11.2014, αίτηση του Δήμου Αχαρνών Αττικής κατά των Β. Σ. του Ν. και Μ. θυγ. Ν. Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4112/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ