Legislator Case Law & Legislation
40/2016 AI generated

40/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 40/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 40 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 40/2016

Legislator headnote

AI generated

40/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 40 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 40/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 40 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 40/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Δ. Α. του Σ., 2)Ν. Α. του Δ. κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια ο 1ος, μετά ο 2ος του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Καλογριδάκη.

Των αναιρεσίβλητων:1)Σ. χήρας Μ. Α., το γένος Μ. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο 2)Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Μ. Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Ξενάκη, η οποία δήλωσε ότι η 1η των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις 14-5-2014 και κληρονομήθηκε από την 2η αναιρεσίβλητη, η οποία και συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη ως εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμος της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιεράπετρας.

Εκδόθηκε η απόφαση 49/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 535/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που διέταξε επανάληψη της συζήτησης. Επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση με την από 29-12-2013 κλήση των εκκαλουσών.

Εκδόθηκε η 303/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 29-10-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης .

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 975, 996, 984 παρ. 1 και 987 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι η οιονεί νομή, δηλαδή η με διάνοια δικαιούχου και ασκούμενη φυσική εξουσία σε ξένο πράγμα, ως προς ορισμένες μόνο χρησιμότητες αυτού, προσβάλλεται, όπως και η νομή και με αποβολή, ο δε αποβληθείς παράνομα από την οιονεί νομή του έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της, από αυτόν που νέμεται, επιλήψιμα, απέναντι του. Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και η οιονεί νομή δουλείας διόδου, ήτοι η με διάνοια δικαιούχου διέλευση από ξένο ακίνητο, εφόσον για τη σύσταση της γίνεται επίκληση ενοχής π.χ. ο οιονεί νομέας δεν έχει μεν δουλεία οδού, αλλά έχει την προηγούμενη άδεια - παραχώρηση - ανοχή, προς το διαβαίνειν. Τέτοιο ενοχικό δικαίωμα προς επέμβαση σε ξένη κυριότητα είναι δυνατόν να στηρίζεται στη περί περιορισμών της κυριότητας διατάξεως (π.χ. ΑΚ 1003), όπως επίσης είναι δυνατόν να στηρίζεται σε διατάξεις του δημοσίου δικαίου (π.χ. εκτέλεση ασκήσεων πυροβολικού πάνω από το ακίνητο), ενώ η επί εικοσαετία άσκηση οιονεί νομής, οδηγεί κατά το άρθρο 1132 ΑΚ στην απόκτηση του εμπράγματου δικαιώματος της πραγματικής δουλειάς. Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση κατά την αποφάσεως των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση ελέγχεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 11/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιον του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την περί αποβολής από την οιονεί νομή δουλείας διόδου αγωγή των αναιρεσιβλήτων στην θέση της πρώτης από τις οποίες όσον αφορά τα ένδικα και εξυπηρετούμενα από την επίδικη δίοδο ακίνητα, υπεισήλθε η θυγατέρα της δεύτερη, ως εξ ιδιόγραφου, νομίμως δημοσιευθείσας διαθήκης, κληρονόμος της (βλ. υπ'αριθμ. 3749/30.9.2014 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών) "Η πρώτη των εκκαλουσών έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως δύο στρεμμάτων περίπου (σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης), κείμενο στην κτηματική περιφέρεια Βαϊνιάς του Δήμου Ιεράπετρας Ν. Λασιθίου, στην ειδικότερη θέση "..." ή "...", το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με ιδιοκτησία πρώτου των εφεσιβλήτων, ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. και Ε. Κ. και δυτικά εν μέρει με συνιδιοκτησία των εκκαλουσών και εν μέρει με ιδιοκτησίες Ρ. Α.. Το ως άνω ακίνητο αποτυπώνεται στο συνημμένο στην ένδική αγωγή με χρονολογία "Αύγουστος 2009" τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Κ. Π., χαρακτηριζόμενο ως "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 2", περιήλθε δε στην πρώτη των εκκαλουσών τμηματικά. Ειδικότερα, το βόρειο τμήμα αυτού αποκτήθηκε με αγορά από τον Ε. Α., δυνάμει του με αριθμό .../1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Εμμ. Σαρειδάκη, που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας (στον τόμο … και με αριθμό ...). Στο συμβόλαιο αυτό μνημονεύεται ότι η διάβαση προς το μεταβιβαζόμενο ακίνητο γίνεται από το παρακείμενο κτήμα των κληρονόμων Α. Κ. (πρόκειται για το ακίνητο που σήμερα ανήκει στον Ε. και Ε. Κ., ανατολικό σύνορο του εν λόγω ακινήτου της πρώτης των εφεσίβλητων). Το δε νότιο τμήμα του, εκτάσεως ενός στρέμματος περίπου, αποκτήθηκε με αγορά από την Κ. συζ. Γ. Π., το γένος Ν. Α., δυνάμει του με αριθμό .../16-7-1960 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Εμμ. Κοντοπόδη, που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας (στον τόμο … και με αριθμό ...). Στο συμβόλαιο αυτό επίσης αναγράφεται ότι υπέρ του κτήματος υφίσταται δουλεία διαβάσεως σε βάρος του ακινήτου Γ. Κ., το οποίο είναι το ίδιο ως άνω ακίνητο που σήμερα ανήκει στον Ε. και Ε. Κ.. Παράλληλα, οι εκκαλούσες είναι συγκυρίες, συννομείς και συγκάτοχοι, εκάστη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, του αγροτεμαχίου εκτάσεως δύο στρεμμάτων περίπου (με βάση τον τίτλο κτήσης) που βρίσκεται στην ίδια ως άνω κτηματική περιφέρεια και θέση, στην δυτική πλευρά του παραπάνω περιγραφόμενου ακινήτου της πρώτης εκκαλούσας. Το δεύτερο αυτό ακίνητο αποτυπώνεται στο ως άνω συνημμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, χαρακτηριζόμενο ως "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 1", συνορεύει δε βόρεια με ιδιοκτησία Φ. και ιδιοκτησία Ρ., νότια με ιδιοκτησίες των εφεσίβλητων, ανατολικά με το ως άνω ακίνητο της πρώτης εκκαλούσας ("ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 2") και δυτικά με ιδιοκτησία του δευτέρου των εφεσίβλητων (πρώην ιδιοκτησία Μ. Μ.). Το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στην μεν πρώτη εκκαλούσα και στον αποθανόντα σύζυγο της, Μ. Α. του Ε., σε έκαστο κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, με αγορά από την Ε. συζ. Γ. Ψ., δυνάμει του με αριθμό ...18-6-1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Ε. Κοντοπόδη, που έχει νομίμως μεταγραφεί. Η δεύτερη εκκαλούσα απέκτησε το 50% εξ αδιαιρέτου με κληρονομική διαδοχή από τον αποβιώσαντα την 25-8-2007 ως άνω Μ. Α. του Ε., πατέρα της, δυνάμει της από 9-9-2006 ιδιόγραφης διαθήκης του τελευταίου, που έχει δημοσιευθεί νομίμως, και της υπ' αριθ. .../5-9-2008 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Μαρίας Παντελάκη και έχει μεταγραφεί νομίμως. Εξάλλου, ο πρώτος των εφεσίβλητων (Δ. Α. του Σ.), δυνάμει του με αριθμό .../10-12-2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Ελένης Κουναλάκη, νομίμως μεταγραμμένου, απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα του, Σ. Α. του Δ., το αγροτικό ακίνητο που βρίσκεται στην ίδια θέση με τα παραπάνω ακίνητα των εκκαλουσών και δη νοτίως, του ως άνω "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ 2" της πρώτης εκκαλούσας, το οποίο, σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο, συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησίες Β. Κ. και Μ. Α. (το ως άνω "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 2"), νότια με ιδιοκτησία Ι. Β., ανατολικά με αγροτικό δρόμο ΤΟΕΒ (πρόκειται για τον ίδιο δρόμο που στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου -, τοπογράφου μηχανικού Κ. Π. αναφέρεται ως ασφαλτοστρωμένος αγροτικός δρόμος προς Βαϊνιά) και δυτικά με τον παρακάτω περιγραφόμενο αγρό ιδιοκτησίας του δευτέρου των εφεσίβλητων. Το εν λόγω ακίνητο, εκτάσεως 2.300 τ.μ. περίπου σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο, το είχε αποκτήσει ο δικαιοπάροχος και πατέρας του πρώτου των εφεσίβλητων, Σ. Α., με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1940 μέχρι και τον χρόνο που το μεταβίβασε στον υιό του. Περαιτέρω, ο δεύτερος των εφεσιβλήτων (Ν. Α. του Δ.), υιός του πρώτου των εφεσιβλήτων και εγγονός του ως άνω Σ. Α., δυνάμει του με αριθμό .../30-11-1983 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Χαραλάμπους Φραντζεσκάκη, νομίμως μεταγραμμένου, απέκτησε με αγορά από τον Μ. Μ. το αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως τριών περίπου στρεμμάτων σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο, κείμενο στην ίδια θέση με το παραπάνω ακίνητο του πρώτου των εφεσίβλητων και τα ως άνω ακίνητα των εκκαλουσών, και δη δυτικά του πρώτου και νοτίως του ως άνω "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ 1", το οποίο σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησίες Γ. Κ., Ι. Φ. και Μ. Α., νότια με ιδιοκτησία Μ. Τ., ανατολικά με ιδιοκτησίες Σ. Α. και Ε. Β. και δυτικά με ιδιοκτησίες Ε. Β. και Ι. Φ.. Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται ότι υφίσταται πραγματική δουλεία διάβασης εις βάρος του παρακείμενου (από δυτικά) ακινήτου Ι. Φ., την οποία ασκούσε ο πωλητής Μ. Μ. από παλιά. Ομοίως, και στο άνω συμβόλαιο με αριθμό ...1969 (τίτλος κτήσης για το παραπάνω ακίνητο που σήμερα είναι συνιδιοκτησίας των εκκαλουσών) αναφέρεται η ύπαρξη διαβάσεως από τα δυτικά, και δη από τα γειτονικά κτήματα Ι. Φ., Α. Κ. και Μ. Μ.. Όμως, παρόλο που γινόταν μνεία στα ως άνω συμβόλαια για την είσοδο του ακινήτου συνιδιοκτησίας των εκκαλουσών και του ακινήτου του δευτέρου εφεσίβλητου από τα δυτικά, αποδείχτηκε ότι στην πραγματικότητα οι ιδιοκτήτες των παραπάνω ακινήτων δεν είχαν πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο και δεν εισέρχονταν στα ακίνητα τους από τα δυτικά, αλλά από τα" ανατολικά. Συγκεκριμένα, εξυπηρετούνταν αρχικώς από την διάβαση που αναγράφεται στα ως άνω συμβόλαια με αρ. .../1956 και .../1960, ως δουλεία διόδου συσταθείσα υπέρ του ακινήτου της δεύτερης των εκκαλουσών. Η διάβαση αυτή διαπλατύνθηκε αργότερα, ώστε το πλάτος της από 1,5 περίπου μέτρο να φτάσει τα τρία (3) μέτρα (προκειμένου να μπορούν να διέρχονται αυτοκίνητα και αγροτικά μηχανήματα), με ενέργειες των ιδιοκτητών των ακινήτων που εξυπηρετούνταν από αυτήν και, πιο συγκεκριμένα, με ενέργειες του Μ. Α., ήδη αποθανόντος συζύγου της πρώτης των εκκαλουσών και τότε συνιδιοκτήτη του ως άνω "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ 1", και του Σ. Α., πατέρα του πρώτου των εφεσίβλητων και παππού του δευτέρου εξ αυτών, εξυπηρετούσε δε, πέρα από τις ιδιοκτησίες των εκκαλουσών και των εφεσίβλητων, και την παρακείμενη ιδιοκτησία Α.. Το μήκος δε της συνολικής διαβάσεως είναι 128,03 τ.μ. Η εν λόγω διάβαση, όπως διαμορφώθηκε και με το παραπάνω πλάτος της (τριών μέτρων), περιγράφεται ως το νότιο σύνορο του μεταβιβαζομένου ακινήτου στο υπ' αριθ. .../30-8-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Ελένης Κουναλάκη, διά του οποίου μεταβιβάσθηκε κατά ψιλή κυριότητα από την Σ. χήρα Γ. Κ. προς τα ανίψια της, Ε. Κ. του Ε. και την σύζυγο του Ε., με δωρεά εν ζωή και με παρακράτηση της επικαρπίας, το ακίνητο που αποτελεί το ανατολικό σύνορο του ως άνω "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ 2". Ειδικότερα, περιγράφεται ως "ιδιωτικός αγροτικός δρόμος πλάτους τριών μέτρων (3 μ.) που φτάνει μέχρι το γειτονικό αγρό Ν. Δ. Α. και ο οποίος δημιουργήθηκε σε βάρος του ιδίου περιγραφομένου ακινήτου, στον οποίο έχουν δικαίωμα διαβάσεως ο Μ. Ε. Α., ο Ν. Α. και ο Ν. Δ. Α. ή οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοί τους", αποτυπώνεται δε και στο αναφερόμενο και προσαρτηθέν στο ως άνω συμβόλαιο με χρονολογία "2002" τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Π., με την ένδειξη "αγροτική οδός πλ. 3.00 μ.". Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι η παραπάνω δουλεία διάβασης που αναφέρεται στο υπ' αριθ. .../30-8-2002 συμβόλαιο αφορά διάβαση πλάτους 2,5 μέτρων,-η οποία βρίσκεται στο σύνολο της εντός της ιδιοκτησίας Κ., ενώ ο διαμορφωμένος ιδιωτικός αγροτικός δρόμος, πλάτους τριών μέτρων, διακρίνεται από την παραπάνω διάβαση, βρίσκεται νοτίως αυτής και αποτελείται από εδαφικά τμήματα των δύο ως άνω ακινήτων τους, χωρίς να υφίσταται ή να υπήρξε το οποιοδήποτε δικαίωμα οιονεί νομής ή χρήσεως από τις εκκαλούσες ή τον δικαιοπάροχο τους επί του δρόμου αυτού. Μάλιστα, με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρίσθηκαν ότι, τόσο στο ως άνω συμβόλαιο, όσο και στο συνημμένο σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, εμφανίζονται και η επικαλούμενη από αυτούς δουλεία διαβάσεως υπέρ του γειτονικού ακινήτου Α. (το ως άνω "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 2") και η διάβαση προς το ακίνητο του δευτέρου των εφεσίβλητων μέσω του ακινήτου του πρώτου εξ αυτών, η οποία χαρακτηρίζεται "ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΠΛΑΤΟΥΣ 3.00 μ. ΑΧΛΑΤΗ", προς επίρρωση δε τούτων προσκόμισαν ως σχετικό με αριθμό "3α" ένα φωτοαντίγραφο τοπογραφικού διαγράμματος χωρίς χρονολογία, ως αντίγραφο του συνημμένου στο ως άνω συμβόλαιο τοπογραφικού διαγράμματος, στο οποίο πράγματι αποτυπώνονται και η "ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΙΑΒΑΣΗΣ ΠΛΑΤΟΥΣ 2,50 μ.", ολόκληρη εντός του μεταβιβαζομένου ακινήτου, και ο "ιδιωτικός αγροτικός δρόμος πλάτους 3.00 μ. Δ. …". Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τον σχετικό ισχυρισμό τους, κρίνοντας ότι το δικαίωμα δουλείας διαβάσεως του δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών (Μ. Α.) από το ακίνητο Κ. αποτυπώνεται στο προσαρτηθέν στο με αριθμό .../30-8-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Ελένης Κουναλάκη τοπογραφικό διάγραμμα του Μ. Π., ως δουλεία διάβασης πλάτους 2,50 μ. (βλ. σελ. 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και ότι η παραπάνω διάβαση διακρίνεται από τον απεικονιζόμενο ως "ιδιωτικό αγροτικό δρόμο πλάτους 3 μ. Δ. Α…" στο προσαρτώμενο στο ως άνω συμβόλαιο από "Αύγουστος 2002" τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Π. (βλ. σελ. 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Όμως, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από τις εκκαλούσες ακριβές επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του τοπογραφικού διαγράμματος που έχει προσαρτηθεί στο ως άνω με αριθμό .../30-8-2002 συμβόλαιο, αφενός μεν ουδεμία "ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΙΑΒΑΣΗΣ ΠΛΑΤΟΥΣ 2,50 μ.", αποτυπώνεται στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα (και δη εντός του μεταβιβαζομένου ακινήτου), αφετέρου δε ο ιδιωτικός αγροτικός δρόμος, που ρητώς αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο, αποτυπώνεται στο εν λόγω διάγραμμα ως "αγροτικός δρόμος πλ. 3.00 μ." (χωρίς την ένδειξη "Α…"), ολόκληρος εκτός του μεταβιβαζομένου ακινήτου και κατά τρόπο ώστε να αποτελεί το νότιο σύνορο του (όπως άλλωστε αναφέρεται και στο ως άνω συμβόλαιο) και να χωρίζει αυτό από την νοτίως του δρόμου κείμενη ιδιοκτησία του δευτέρου των εφεσίβλητων. Οι δε εφεσίβλητοι, με τις με ημερομηνία 26-2-2014 προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της κατόπιν επαναλήψεως συζητήσεως της εφέσεως, ουσιαστικά παραδέχονται ότι το ως άνω φωτοαντίγραφο τοπογραφικού διαγράμματος χωρίς χρονολογία, που είχαν προσκομίσει ως "σχετικό 3α" στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι ακριβές αντίγραφο του τοπογραφικού διαγράμματος που έχει προσαρτηθεί στο ως άνω με αριθμό .../30-8-2002 συμβόλαιο, αλλά πρόκειται για ένα διαφοροποιημένο διάγραμμα, που απεικονίζει την πραγματική κατ' αυτούς - κατάσταση ως προς τους δρόμους και τις διαβάσεις που υφίστανται στην συγκεκριμένη θέση, μεταξύ δηλαδή του ακινήτου που σήμερα ανήκει στον πρώτο των εφεσίβλητων και του μεταβιβασθέντος ακινήτου για το οποίο συντάχθηκε το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα. Ειδικότερα, με τις ως άνω προτάσεις τους (βλ. σελ. 3 και 4 αυτών), οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι τα όσα αναφέρονται στο ως άνω με αριθμό .../30-8-2002 συμβόλαιο, σχετικά με την δουλεία διαβάσεως σε βάρος του μεταβιβαζομένου ακινήτου, δεν είναι ακριβή, ενώ ούτε η σχετική αποτύπωση αυτής στο συνημμένο στο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του Μ. Π. είναι ακριβής και απεικονίζει την πραγματική κατάσταση ως προς τους υφισταμένους εκεί δρόμους και τις διαβάσεις. Πληροφορούμενος δε τα όσα αναφέρονται και αποτυπώνονται στο παραπάνω συμβόλαιο και διάγραμμα αντιστοίχως και αντιλαμβανόμενος τις ανακρίβειες, ο δεύτερος των εφεσιβλήτων ισχυρίζεται ότι διαμαρτυρήθηκε στην επικαρπώτρια - πλέον - του ως άνω μεταβιβασθέντος κατά ψιλή κυριότητα ακινήτου, Σ. χήρα Γ. Κ., και ζήτησε να διορθωθεί το ως άνω συμβόλαιο και το τοπογραφικό διάγραμμα, να αναφέρεται και να αποτυπώνεται με σαφήνεια η δουλεία διαβάσεως που υφίσταται στο εν λόγω ακίνητο υπέρ του ακινήτου που σήμερα ανήκει στην πρώτη εκκαλούσα και κατά τρόπο που να διακρίνεται αυτή από τον ιδιωτικό δρόμο πλάτους 3 μέτρων που αποτελεί τμήμα της δικής του ιδιοκτησίας και επ' αυτού ουδείς άλλος όμορος ιδιοκτήτης έχει το οποιοδήποτε δικαίωμα. Η δε ως άνω Σ. χήρα Γ. Κ., πάντα κατά τους ισχυρισμούς των εφεσίβλητων, παραδέχθηκε το δίκαιο τους και συναίνεσε στο να γίνουν οι σχετικές διορθώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου που είχε συντάξει το ως άνω συμβόλαιο, στα πλαίσια δε της προετοιμασίας της διορθώσεως, συντάχθηκε σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα από τον ίδιο ως άνω πολιτικό μηχανικό, Μ. Π., στο οποίο είχαν γίνει οι σχετικές διορθώσεις-διαφοροποιήσεις σε σχέση με το προσαρτημένο στο ως άνω συμβόλαιο (ήτοι, αποτυπώθηκε και η "ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΙΑΒΑΣΗΣ ΠΛΑΤΟΥΣ 2,50 μ.", ολόκληρη εντός του μεταβιβαζομένου ακινήτου, και ο "ιδιωτικός αγροτικός δρόμος πλάτους 3.00 μ. Δ. Α…"), αντίγραφο, δε αυτού του "διορθωμένου" τοπογραφικού διαγράμματος προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι κατά την εκδίκαση της κρινόμενης υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (το παραπάνω αναφερόμενο ως "σχετικό 3α"), πλην όμως η διόρθωση του συμβολαίου δεν έγινε τελικά, λόγω απροθυμίας της μίας εκ των συμβαλλομένων (Ε. Κ.) να μεταβεί στην συμβολαιογράφο για τον παραπάνω σκοπό. Τα παραπάνω, όμως, που ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, κάθε άλλο παρά πειστικά και αξιόπιστα κρίνονται. Και τούτο διότι, εάν ήθελε υποτεθεί ότι είχαν κάποια δόση αληθείας, οι εφεσίβλητοι, προσκομίζοντας το ως άνω σχετικό τους με αριθμό 3α, στο οποίο σημειωτέον στηρίχθηκε εν πολλοίς η ουσιαστική κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί της υποθέσεως, θα έπρεπε να διευκρινίσουν ότι δεν πρόκειται για αντίγραφο του προσαρτημένου στο ως άνω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα, αλλά για νέο, διορθωμένο-διαφοροποιημένο διάγραμμα, εξηγώντας παράλληλα για ποιο λόγο έγιναν οι εν λόγω διορθώσεις, ώστε να έχει την δυνατότητα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να κρίνει αν αυτά είναι λογικά και βάσιμα, και όχι να θέσουν ως δεδομένο ότι πρόκειται για ακριβές αντίγραφο του προσαρτημένου στο ως άνω συμβόλαιο διαγράμματος, όπως εσφαλμένως διέλαβε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η ενέργεια δε αυτή των εφεσιβλήτων, να προσκομίσουν το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα (σχετικό 3α) ως αντίγραφο του προσαρτηθέντος στο ως άνω συμβόλαιο διαγράμματος (ενώ δεν ήταν), αποδυναμώνει συνολικά την θέση τους και ενισχύει αποδεικτικά την θέση των εκκαλουσών. Εν όψει τούτων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει βάσιμο στην ουσία του τον αγωγικό ισχυρισμό των εκκαλουσών, περί υπάρξεως δικαιώματος οιονεί νομής επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ήτοι του ως άνω ιδιωτικού δρόμου - διαβάσεως πλάτους 3 μέτρων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο (πραγματικό) προσαρτηθέν στο ως άνω με αριθμό .../30-8-2002 συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του Μ. Π., αλλά και στο ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα. Ειδικότερα, η πρώτη των εκκαλουσών, ως ιδιοκτήτρια της παραπάνω αναφερόμενης ως "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 2" ιδιοκτησίας, έχει δικαίωμα, οιονεί νομής δουλείας διόδου επί τμήματος της επίδικης διαβάσεων μήκους 46,70 μ. και πλάτους 3 μ., που αρχίζει από τον παρακείμενο δημόσιο δρόμο (αγροτικό δρόμο προς Βαϊνιά), διέρχεται από τις ιδιοκτησίες Ε. και Ε. Κ. και πρώτου των εφεσίβλητων και καταλήγει στο "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 2". Αμφότερες δε οι εκκαλούσες, ως συνιδιοκτήτριες της παραπάνω αναφερόμενης ως "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 1" ιδιοκτησίας, έχουν δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διόδου εφ' όλης της επίδικης διαβάσεως, συνολικού μήκους 128,03 μ. και πλάτους 3 μ., που αρχίζει από τον ως άνω δημόσιο δρόμο (αγροτικό δρόμο προς Βαϊνιά), διέρχεται από τις ιδιοκτησίες Ε. και Ε. Κ., τις ιδιοκτησίες των εκκαλουσών ("ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 2" και "ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 1") και την ιδιοκτησία του πρώτου των εφεσίβλητων και καταλήγει στην ως άνω ιδιοκτησία του δευτέρου των εφεσίβλητων, αποτυπώνεται δε στο ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα με την ένδειξη "ΔΟΥΛΕΙΑ ΟΔΟΥ - (ΠΛ.: 3.00 μ)". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι, ενεργώντας από κοινού και αυθαιρέτως, τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 περιέφραξαν την εν λόγω διάβαση τοποθετώντας σιδεροπασσάλους και συρματοπλέγμα σε όλη τη βόρεια της πλευρά ενώ τοποθέτησαν λουκέτο με αλυσίδα στην είσοδο της διαβάσεως, καθιστώντος αδύνατη τη διέλευση την εναγουσών προς αυτήν, με τον τρόπο δε αυτό απέβαλαν παρανόμως τις εκκαλούσες από την κατά τα άνω οιονεί νομή τους επί της εν λόγω διαβάσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε στην έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, του είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την αγωγή κατά το μέρος που ήταν νόμιμη και δη κατά τα αιτήματά της περί αναγνωρίσεως και αποδόσεως στις ενάγουσες της οιονεί νομής της ένδικης διόδου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την εκκαλούμενη και αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ περί προστασίας της νομής (η οποία κατά το άρθρο 996 ΑΚ εφαρμόζεται και για την προστασία της οιονεί νομής), αφού από τα ως άνω γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα έγινε δεκτό ότι η πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη (στην θέση της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, έχει υπεισέλθει, η δεύτερη) ως ιδιοκτήτρια της αναφερομένης ως "αγροτεμάχιο 2" ιδιοκτησίας έχει δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διόδου επί του επακριβώς περιγραφομένου τμήματος της επίδικης διαβάσεως, ενώ και οι δύο ενάγουσες - αναιρεσίβλητες, ως συνιδιοκτήτριες της αναφερομένης ως "αγροτεμάχιο 1" ιδιοκτησίας, έχουν δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διόδου, σε όλη την επακριβώς περιγραφόμενη επίδικη διάβαση, η οποία αναγράφεται ως δίοδος στα κτητικά συμβόλαια του αγροτεμαχίου 2 της πρώτης ενάγουσας (.../56 και .../60), που διαπλατύνθηκε το 1984, με ενέργειας του συζύγου της και πατέρα της δεύτερης ενάγουσας Μ. Α., ως τότε συνιδιοκτήτη του "αγροτεμαχίου 2" και του πατέρα και πάππου των εναγομένων Σ. Α., ως τότε ιδιοκτήτη του προκειμένου των παραπάνω ακινήτων και ανήκοντος από το 2004 στον πρώτο εναγόμενο ακινήτου και ότι οι εναγόμενοι, ενεργώντας από κοινού και αυθαιρέτως τις απέβαλαν το Σεπτέμβριο του 2008 από την κατά τα άνω οιονεί νομή, με τις αναφερόμενες ενέργειες τους, που καθιστούσαν αδύνατη την άσκηση του δικαιώματος τους, της οιονεί νομής διελεύσεως από την ένδικη δίοδο. Ενόψει τούτων, ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.. πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες από τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα, στο Εφετείο, αποδεικτικά στοιχεία, προέκυπτε ότι η δίοδος, από την οποία διέρχονται οι ενάγουσες, προς εξυπηρέτηση των ακινήτων τους, είναι άλλη δίοδος, που δεν έχει σχέση με την ένδικη, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πραγματικά περιστατικά που έρχονται σε αντίθεση με τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα, είναι απαράδεκτες, γιατί αποδίδουν στην απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου οι αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ελλείψεις ως προς την επίκληση των εφαρμοσθεισών, στην ένδικη διαφορά, νομικών διατάξεων, καθόσον αναφέρει ως εφαρμοσθείσα μόνο τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, που αφορά στην προστασία της νομής σε περίπτωση αποβολής από αυτήν, ενώ θα έπρεπε να αναφέρει και τις διατάξεις των άρθρων 975 και 996 ΑΚ, που αντίστοιχα καθορίζουν την έννοια της οιονεί νομής και παραπέμπουν ως προς την προστασία της στο άρθρο 987 ΑΚ, δεν ιδρύουν κάποιο αναιρετικό λόγο, αφού οι νομικές αυτές διατάξεις που στήριζαν το αγωγικό αίτημα, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αρκεί το ότι υφίστανται και δικαιολογούν , βάσει των ουσιαστικών παραδοχών, το διατακτικό της, ενώ μπορούν να συμπληρωθούν ακόμη και από τον Άρειο Πάγο. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.). Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.12.2014 αίτηση των Δ. Α. του Σ. και Ν. Α. του Δ., κατά της Α. συζύγου Ι. Κ., ατομικά για την ίδια και ως υπεισελθούσας στη θέση της αρχικά αναιρεσίβλητης μητέρας της και ως ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμου της Σ. χας Μ. Α., το γένος Μ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 303/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποίο ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016. .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ