40/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2006 αγωγή και τους από 10 Ιουλίου 2006 προσθέτους λόγους των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated40/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την κρίση δηλαδή αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια του θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης - προσφυγής στη διαιτησία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 867 του Κ.Πολ.Δ "διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 40 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 40/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, κατοίκων ... και 4. Χ4, κατοίκου ... Οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, οι δεύτερος και τέταρτος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 16.9.2009 δήλωσή του για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ψ και ΣΙΑ Ε.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διαχειριστή της Ψ, ο οποίος παραστάθηκε και όρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Αντώνιο Παπαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2006 αγωγή και τους από 10 Ιουλίου 2006 προσθέτους λόγους των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 9127/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5.5.2008 αίτησή τους και του από 27.5.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27.8.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου κατά το δεύτερο μέρος και τρίτο μέρος του, έκτου και εβδόμου λόγων του κυρίως δικογράφου της από 5.5.2008 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών όπως και εκείνων του από 27.5.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, και την αναίρεση, της υπ' αριθ. 9127/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος της κατά τα εις το σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 897 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. "Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται αν οι διαιτητές ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η διαιτητική συμφωνία ή ο νόμος". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής (ΑΠ 537/2007).
Για την κρίση δηλαδή αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια του θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης - προσφυγής στη διαιτησία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 867 του Κ.Πολ.Δ "διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς".
Κατά δε τη διάταξη του αρθ. 887 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ "οι διαιτητές, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία, αποφαίνονται για τη δικαιοδοσία τους και εξετάζουν τα παρεμπίπτοντα ζητήματα", δηλαδή τις έννομες σχέσεις και συνέπειες, που συνιστούν προϋποθέσεις της γένεσης και διατήρησης του επίδικου δικαιώματος.
Στο πλαίσιο δε της παρεμπίπτουσας αυτής έρευνας από το διαιτητή, κατά την έρευνα λόγου ακύρωσης δήλωσης έκπτωσης εργολάβου εκ μέρους του εργοδότη λόγω της εκ μέρους του πρώτου αθέτησης της υποχρέωσής του στο να παραδώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως αποπερατωμένο το συμφωνηθέν έργο, παραδεκτά περιλαμβάνονται και τα ζητήματα της επικινδυνότητας ή όχι και της επισκευάσιμης ή όχι επικίνδυνης οικοδομής που κρίθηκαν ήδη από τις αρμόδιες καθ' ύλη διοικητικές αρχές, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 6, 7 του ΠΔ/τος της 13/22-4-1929 και των άρθρων 422 έως 433 του ΠΔ/τος της 14/27-7-1999, εκτός εάν η έρευνα του αντίστοιχου αυτού παρεμπίπτοντος ζητήματος ρητά αποκλείσθηκε από τους διαιτητές εκ μέρους των μερών με την περί διαιτησίας συμφωνία.
Τέλος, ουδέποτε συνιστά "υπέρβαση εξουσίας" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ούτε ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διάταξης του αρθρ. 897 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ, από την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους των διαιτητών, ή από την έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή από την εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους των διαιτητών, και από την κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση τους (ΑΠ 537/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε τον υπό στοιχείο γ' λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με το από 8-5-2006 δικόγραφο της κύριας αγωγής τους, με τον οποίο αυτοί ισχυρίζονται ότι: "ο διαιτητής που την εξέδωσε, ενήργησε υπερβαίνοντας την εξουσία του, με το να κρίνει όχι επί ιδιωτικής διαφοράς αλλά επί αντικειμένου για το οποίο τα μέρη εστερούντο της εξουσίας διάθεσης και είχε σχέση με το ότι κρίθηκε από το διαιτητή άκυρη η δήλωσή τους έκπτωσης της αναιρεσίβλητης εργολάβου, επειδή η επίδικη οικοδομή ήταν κατάλληλη για χρήση και οίκηση, καίτοι τα διαμερίσματά της, που περιέρχονταν στους αναιρεσείοντες οικοπεδούχους, είχαν κριθεί ως επικίνδυνη κατασκευή από τις αρμόδιες προς τούτο καθ' ύλην διοικητικές αρχές".
Το Εφετείο, που δίκασε τον πιο πάνω λόγο ακύρωσης, τον απέρριψε με τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες επί της οποίας στο σκεπτικό (αιτιολογικό) της προσβαλλόμενης απόφασής του (Ολ. Α.Π. 13/1995) παραδοχές: α) Με το υπ' αριθ. .../1987 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής Αικ. Μαμουζέλου - Σπηλιακοπούλου που υπεγράφη μεταξύ των ήδη εναγόντων και του Ιωάννου Μπανάκου ως ιδιοκτητών των σ' αυτό αναφερομένων ακινήτων και αφετέρου της ήδη εναγομένης εταιρίας, συντάχθηκε προσύμφωνο ανταλλαγής ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων με σκοπό την ενοποίησή τους και δημιουργία ενιαίου οικοπέδου, προσύμφωνο μεταβιβάσεως, ανεγέρσεως πολυόροφης οικοδομής επί του ενιαίου οικοπέδου, επιφανείας 1842,50 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου ...
επί της συμβολής των οδών ... αριθμός 51 και ... Με το άρθρο 5 του ως άνω συμβολαίου - εργολαβικού συμφωνήθηκαν ο χρόνος παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων χώρων μέσα σε προθεσμία 33 μηνών και για την περίπτωση παραβίασης αυτών ποινική ρήτρα για κάθε μήνα καθυστερήσεως. Μετά δε καθυστέρηση πλέον των 6 μηνών προβλέφθηκε ότι η εναγομένη εταιρία μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτη με σχετική δήλωση του μισού τουλάχιστον των οικοπεδούχων.
Επίσης προβλέφθηκε στην περίπτωση αυτή η εναγομένη εταιρία μπορεί μέσα σε ένα μήνα να προσφύγει στην διαιτησία εναντιούμενη στην ως άνω έκπτωσή της. Ειδικότερα, με το άρθρο 19 του ως άνω εργολαβικού ορίστηκε ότι "κάθε διαφορά ή διένεξη που θα προκύψει μεταξύ των συμβαλλομένων και θα αφορά την εκτέλεση ή μη από την εργολήπτρια εταιρία των εργασιών εκείνων για τις οποίες οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να μεταβιβάσουν τα αντίστοιχα ποσοστά μετά των αναλογούντων σ' αυτά οριζοντίων ιδιοκτησιών ως και κάθε διαφορά περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κηρύξεως της εταιρίας εκπτώτου, θα λύνεται τελεσίδικα και διαιτητικά από τον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου ή τον από αυτόν οριζόμενο μηχανικό".
Στην συνέχεια και κατά την έναρξη αλλά και κατά την διάρκεια της προθεσμίας παραδόσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών στους ενάγοντες εμφανίστηκαν προβλήματα καθυστέρησης στην κατασκευή της ως άνω πολυόροφης οικοδομής, με συνέπεια οι ενάγοντες να ασκήσουν το έτος 1991 αγωγές για κατάπτωση ποινικής ρήτρας ενώπιον του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκαν καθυστέρηση της παράδοσης και επεδίκασαν σχετικά ποσά ως ποινική ρήτρα.
Κατόπιν και ειδικότερα οι ενάγοντες με την από 20-5-1991 δήλωσή τους προέβησαν στην κήρυξη της εργολήπτριας εταιρίας, ως έκπτωτης. Η εργολήπτρια εταιρία όπως είχε δικαίωμα από το άρθρο 19 του ως άνω αναφερόμενου εργολαβικού προσέφυγε στην διαιτησία και κατόπιν σχετικής αιτήσεως αυτής ο Πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος με την με αριθμό 11669/12-7-1991 απόφαση του συγκρότησε το διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο επιληφθέν της υπόθεσης συνήλθε σε διαδοχικές συνεδριάσεις και προέβη και στην επιτόπια έρευνα και αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που υποβλήθησαν από τα διάδικα μέρη εξέδωσε την υπ' αριθμό 38/1992 απόφασή του κρίνοντας ότι η κηρυχθείσα από τους ενάγοντες έκπτωση της εναγομένης και εργολήπτριας εταιρίας ήταν άκυρη και υποχρέωσε τους ενάγοντες στην καταβολή των εξόδων διαιτησίας και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσας και εναγομένης εταιρίας, συνολικού ύψους 2.800.000 δραχμών, απόφαση που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες, όπως συνομολογείται από αυτούς, στις 17-10-1992.
Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε αγωγή ακυρώσεως αυτής η οποία απερρίφθη τελεσίδικα με την υπ' αριθμό 7122/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και στην συνέχεια κατέστη αμετάκλητη αφού απερρίφθη σχετική αναίρεση των αιτούντων με την υπ' αριθμό 13/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στην συνέχεια δέχεται το Εφετείο ότι οι ενάγοντες με νέα δήλωσή τους που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη εταιρία στις 28-11-2002, εκήρυξαν εκ νέου αυτή έκπτωτη λόγω καθυστέρησης παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών επί δώδεκα (12) έτη.
Η εναγομένη προσέφυγε και πάλι στην διαιτησία, σύμφωνα και με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν και με την υπ' αριθμό 2917/29-1-2003 απόφαση του Προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ορίστηκε και νέα διαιτησία με διαιτητή τον ΑΑ, διπλωματούχο Πολιτικό μηχανικό. Μετά την διαδικασία που ορίστηκε από τον διαιτητή μηχανικό εκδόθηκε η υπ' αριθμό 15/2006 (προσβαλλομένη) διαιτητική απόφαση η οποία και πάλι αναγνώρισε ως άκυρη την νέα δήλωση των εναγόντων περί εκπτώσεως της εναγομένης εταιρίας και υποχρέωσε τους ενάγοντες και τότε εναγομένους να καταβάλλουν στην προσφεύγουσα εταιρία τα έξοδα της διαιτησίας ποσού 49.537 ευρώ και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής ποσού 6.000 ευρώ.
Η απόφαση αυτή δέχεται ότι η πολυόροφη οικοδομή δεν εμφανίζει την επικινδυνότητα, την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, αφού ήρθησαν με σχετικές εργασίες της εργολήπτριας εταιρίας τα επικίνδυνα σημεία, επικινδυνότητα που κατά τον διαιτητή ήταν θεωρητική και μόνο, αφού και κατά τον σεισμό του έτους 1999 δεν παρουσιάστηκε κανένα στατικό πρόβλημα στην ως άνω πολυόροφη οικοδομή.
Όλα όσα αναφέρονται στην ως άνω διαιτητική απόφαση αφορούν εκτίμηση των πραγμάτων η οποία (εκτίμηση) και αν ήθελε είναι κακή, γεγονός που δεν προέκυψε από την απόφαση, δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας όπως στη μείζονα πρόταση αναφέρεται και όπως ασαφώς ισχυρίζονται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, οι ενάγοντες οικοπεδούχοι και εναγόμενοι στην ως άνω διαιτησία".
Με βάση τις παρατιθέμενες παραδοχές της διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι ο διαιτητής ενήργησε μέσα στα όρια της εξουσίας που του παρασχέθηκε με τη συμφωνία για τη διαιτησία (άρθρο 19 του 12380/1987 εργολαβικού συμβολαίου), την οποία και δεν έχει υπερβεί. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που αρκεί για να στηρίξει αυτοτελώς την απορριπτική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασής του, ως προς τον με στοιχ.
γ' λόγο ακύρωσης της ένδικης κύριας αγωγής και τον υπ' αριθ. 2 λόγο ακύρωσης του από 10-7-2006 δικογράφου προσθέτων λόγων ακύρωσης, δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, δεν παραβίασε δηλαδή την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη (άρθρο 897 αρ. 4 ΚΠολΔ), ενώ, εξάλλου, η εν λόγω απόφαση (προσβαλλόμενη) έχει νόμιμη βάση.
Πράγματι, ενόψει των όσων έχουν ήδη συναφώς αναπτυχθεί, το διαιτητικό δικαστήριο στην επίδικη περίπτωση δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που του παρείχε η συμφωνία για διαιτησία, αφού η κρίση που εξέφερε είναι μέσα στα όρια εξουσίας του, όπως αυτά καθορίζονται στο 19ο άρθρο του προαναφερόμενου προσυμφώνου, στο οποίο, κατά τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, ρητώς αναφέρεται ότι κάθε διαφορά για το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κήρυξης της αναιρεσίβλητης εργολήπτριας εταιρίας έκπτωτης θα λύεται από τον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου ή από μηχανικό που αυτός ορίζει, επ' αυτού δε αποφάνθηκε με την επίμαχη απόφασή του, το διαιτητικό δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του αντικειμένου της διαφοράς και του αιτήματος που του έχει υποβληθεί με τη σχετική αίτηση - προσφυγή της αναιρεσίβλητης.
Το ότι το διαιτητικό δικαστήριο, προκειμένου να εκφέρει την κρίση του επί του προαναφερόμενου κυρίως αντικειμένου έκρινε και επί του παρεμπίπτοντος για την έκβαση της δίκης γεγονότος, δηλαδή του επικίνδυνου της ένδικης οικοδομής, και περί του κατά πόσο συνέτρεχε η επικινδυνότητα αυτή όταν μεσολάβησε η ένδικη δήλωση έκπτωσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων εργοδοτών, που είχε προταθεί και με την αίτηση - προσφυγή της αναιρεσίβλητης για την ενεργοποίηση της διαιτητικής διαδικασίας, όπως το εν λόγω διαιτητικό δικαστήριο ανελέγκτως το εκτίμησε, δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα έχουν συναφώς αναπτυχθεί, υπέρβαση εξουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 897 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ.
αλλά ούτε και παράβαση της διάταξης του αρθρ. 867 του Κ.Πολ.Δ, που δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση εφ' όσον επρόκειτο για την έρευνα παρεμπιπτόντος ζητήματος. Εξάλλου, το Εφετείο, σύμφωνα με τις ίδιες πάντοτε παραδοχές, εξέτασε το θέμα της υπέρβασης κατ' έκταση της εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου, που τέθηκε ενώπιόν του με τον ίδιο με στοιχ. (γ) λόγο ακύρωσης της κύριας ένδικης αγωγής και το δεύτερο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων ακύρωσης και αποφάνθηκε επ' αυτού.
Συνεπώς, οι πρώτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, που, υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Η αντίθετη προς το νόμο (αρθρ. 321 έως 332 του Κ.Πολ.Δ) κρίση του δικαστή στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που δεν έχει εξαφανισθεί, έχει αναχθεί από το νομοθέτη στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου σε λόγο αναίρεσης (άρθρ. 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ), όχι δε και σε λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, από εκείνους, που περιοριστικά ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ, για την περίπτωση που ο διαιτητής παραβαίνει τις ίδιες διατάξεις με το να αποφαίνεται ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση υπαρκτή διαιτητική απόφαση.
Οποιαδήποτε λοιπόν, ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό το πρόσχημα της παραβίασης εκ μέρους του διαιτητή της διάταξης του άρθρου 897 του ΚΠολΔ, αλλά και εκείνης του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δ, εισάγει με πλάγιο τρόπο τέτοιο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης από τη διάταξη του άρθρ. 897 του Κ.Πολ.Δ, που περιοριστικά και ειδικά καθορίζει τους αντίστοιχους λόγους, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκφρασμένη βούληση του νομοθέτη.
Τα προαναφερθέντα ενισχύονται και από την καθιέρωση με τη διάταξη του άρθρ. 897 αριθ. 7 του Κ.Πολ.Δ ως λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης "της συνδρομής λόγου αναψηλάφησης από τη διάταξη του άρθρου 544 του Κ.Πολ.Δ", και την καθιέρωση με την τελευταία αυτή διάταξή ως λόγου αναψηλάφησης της περίπτωσης μόνο εκείνης όπου η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εξαφανισθείσα εκ των υστέρων απόφαση ακόμα και διαιτητικού οργάνου (ΟλΑΠ 424/1983).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του κυρίως δικογράφου της από 5-5-2008 αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 16 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο: "Με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 897, 867 και 324 του Κ.Πολ.Δ απέρριψε εμμέσως και με ασαφή αιτιολογία και αντιφατική τον υπ' αριθ. 1 λόγο ακύρωσης, που προβλήθηκε με το από 10-7-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων ακύρωσης, με το οποίο αποδιδόταν στην ελεγχόμενη διαιτητική απόφαση, το σφάλμα της παραδοχής, δεδικασμένου από την προηγηθείσα μεταξύ των διαδίκων υπ' αριθ. 38/1992 αμετάκλητη διαιτητική απόφαση που έκρινε όμως, για προηγηθείσα χρονικά σε σχέση με την ένδικη δήλωσή τους έκπτωσής της αναιρεσίβλητης εργολάβου, που αφορούσε διαφορετικό αντικείμενο με διαφορετική ιστορική και νομική αιτία".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, θεμελιούμενος αποκλειστικά στην αντίθετη εσφαλμένη όμως, κατά νόμο όπως προαναφέρθηκε, εκδοχή, της δυνατότητας προσβολής της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, λόγω παραβίασης εκ μέρους του διαιτητή που την εξέδωσε, των περί δεδικασμένου διατάξεων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Το δε Εφετείο που απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όσο είχε σχέση με την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, έστω και με άλλη αιτιολογία, στο ορθό αποτέλεσμα κατέληξε.
ΙΙI. Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 221/2004). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της, εφόσον όμως αυτή εκδόθηκε κατά την εκδίκαση αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 αριθ. 5 και 6 του Κ.Πολ.Δ, με επισκόπηση παραδεκτή (σε εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), και του περιεχομένου των αιτιολογιών της ελεγχθείσας από το Εφετείο διαιτητικής απόφασης, εάν καίτοι δεν παρατίθενται ειδικά ορισμένες, επαναλαμβάνονται έστω με καθολική λεκτική αναφορά και ενσωμάτωση στο αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης (Α.Π. 361/1978).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 897 αριθ. 5 του Κ.Πολ.Δ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει όταν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892 του ιδίου Κώδικα. Η πρώτη απ'αυτές (άρθρο 886 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορίζει ότι "κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις προκειμένου να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους".
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο.
Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν.
Εξάλλου, η ανεξαρτησία του διαιτητή που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διισταμένους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί απ'αυτόν.
Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ'αυτό. Θεσπίζεται, δηλαδή, ως λόγος εξαίρεσής του η προηγούμενη ενασχόληση του με την ίδια υπόθεση υπό την ιδιότητα του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα ή του συμβούλου.
Απόρροια της ανεξαρτησίας του αυτής απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, διότι δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα. Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη απ'αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς.
Έτσι, οι πηγές των γνώσεών του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας.
Συνεπώς, ενεργεί με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που πηγάζει αμέσως από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα και την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών, αποτελεί δε ειδικότερη εκδήλωση της πρώτης και καθιστά την απόφαση του ακυρωτέα κατά τα άρθρα 886 παρ. 2 και 897 παρ. 5 ΚΠολΔ.
Η περίπτωση όμως αυτή δεν εξομοιώνεται με εκείνη στην οποία ο διαιτητής, κατά τις ανέλεγκτες επί της ουσίας από το Εφετείο παραδοχές της απόφασής του, που επίσης επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου (άρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από τους αριθ. 1 και 15 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ) προκειμένου να στηρίξει το διατακτικό της, αντλεί από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι ίδιοι οι διάδικοι πραγματικά κατά την ανέλεγκτη κρίση του περιστατικά, τα οποία αυτοί δεν επικαλέστηκαν ρητά.
Πράγματι, σαυτή την περίπτωση, ο διαιτητής έρχεται σε επαφή με το αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων για πρώτη φορά υπό την δικαιοδοτική του ιδιότητα, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό ή για χρησιμοποίηση των ιδιωτικών του γνώσεων κατά την κρίση της διαφοράς ή πραγματικών στοιχείων που συνέλεξε ο ίδιος.
Εξάλλου, στην ίδια περίπτωση ο διαιτητής παραβαίνει, μόνο την αρχή που κρατεί στην πολιτική δίκη για μη αυτεπάγγελτη ενέργεια. Η ενέργεια αυτή, στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου έχει αναχθεί από το νομοθέτη μόνο σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ), όχι δε και σε λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων.
Οποιαδήποτε, λοιπόν, ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό το πρόσχημα της παράβασης της αρχής του άρθρου 886 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εισάγει, με πλάγιο τρόπο, τέτοιο λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκφρασμένη βούληση του νομοθέτη. (ΟλΑΠ 13/1995). Εξάλλου, κατά το άρθρο 897 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει όταν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο άνω λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ιδρύεται όταν η αντίθεση προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης προκύπτει ευθέως και αποκλειστικά από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της.
Ως διατάξεις δημόσιας τάξης, προς τις οποίες δεν μπορεί να αντίκειται και η ημεδαπή διαιτητική απόφαση και των οποίων η εφαρμογή δεν μπορεί να αποκλεισθεί με τη συμφωνία περί διαιτησίας κατ' άρθρο 890 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, νοούνται οι κανόνες του αναγκαστικού δικαίου. Δηλαδή, η έννοια των "κανόνων δημόσιας τάξης" του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 3 του ΑΚ, που επίσης ομιλεί για "κανόνες δημόσιας τάξης". (ΑΠ 537/2007, 434/2007).
Λαμβανομένων, όμως, υπόψη και των λοιπών διατάξεων του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ, καμία από τις οποίες δεν παρέχει λόγο ακύρωσης, της διαιτητικής απόφασης για εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του διαιτητή, παρέπεται ότι η ρηθείσα παράβαση πρέπει να προκύπτει αμέσως από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης επί τη βάσει των πραγματικών δεδομένων, τα οποία ανέλεγκτα, ως εκ της ουσιαστικής κατά την κρίση του βασιμότητάς τους, δέχθηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από την ίδια διάταξη, για αντίθεσή της προς κανόνα δημόσιας τάξης και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματός του, έρευνα και κρίνει μόνο τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης. (ΟλΑΠ 13/1995), με τις ίδιες δε παραδοχές, παραδεκτά επίσης επισκοπούμενες κατά άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ερευνάται η βασιμότητα αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 867, 887 παρ. 2, 896 του Κ.Πολ.Δ 2, 4, 6 και 7 του Π/Δτος της 13/22-4-1929, οι οποίες, (ως εκ του χρόνου στον οποίο εκτείνονται οι ερευνώμενες έννομες σχέσεις), περιλαμβάνονται ήδη στην Κωδικοποίηση της Πολεοδομικής Νομοθεσίας που έγινε από το ΠΔ/γμα της 14/27-7-1997 (άρθρ 422 έως 433), προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Στη διαιτησία υπάγονται διαφορές ιδιωτικού δικαίου εφόσον εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, ενώ οι διαιτητές αποφαίνονται όχι όμως με δύναμη δεδικασμένου, και για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, δηλαδή τις έννομες σχέσεις και συνέπειες που συνιστούν προϋποθέσεις της γέννησης και διατήρησης του επίδικου δικαιώματος, εκτός εάν ο παρεμπίπτων αυτός έλεγχος ρητά έχει εξαιρεθεί από τη συμφωνία υπαγωγής στη διαιτησία. 2) Με τις πιο πάνω διατάξεις των δύο ΠΔ/των 13/1929 και 14/1999 καθιερώνεται αποκλειστική καθ' ύλη αρμοδιότητα και δικαιοδοσία της υπηρεσίας Πολεοδομίας για την άσκηση ελέγχου των επικίνδυνων κατασκευών - οικοδομών (ετοιμόρροπων ή όχι), ύστερα από αίτηση ενδιαφερομένου ιδιώτη ή αρχής αλλά και αυτεπάγγελτα, και ορίζονται τέσσερα κατά σειρά ιεραρχικώς υπερκείμενα στάδια της διαδικασίας, μέχρι της τελεσίδικης απόφασης του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που εκτελείται υποχρεωτικά από τα αρμόδια όργανα. 3) Γίνεται διάκριση για τις χαρακτηρισθείσες ως επικίνδυνες κατασκευές (οικοδομές) αρχικά σε ετοιμόρροπες των οποίων διατάσσεται άμεσα η κατεδάφιση με συνοπτική διοικητική διαδικασία, και μη ετοιμόρροπες, επικίνδυνες κατασκευές, και περαιτέρω γίνεται άλλη διάκριση των μη ετοιμορρόπτων επικίνδυνων κατασκευών και επισκευάσιμες ή όχι, και καθιερώνεται η δυνατότητα της διοικητικής αρχής άρσης της ήδη χαρακτηρισθείσας ως επικίνδυνης, αλλά όχι ετοιμόρροπης κατασκευής ή οικοδομήματος, που διαπιστώθηκε κατά τα προαναφερθέντα, με το να διατάσσεται η επισκευή της επικίνδυνης κατασκευής και να αίρεται η κατεδάφιση της από την Πολεοδομία, ύστερα από έλεγχο των επισκευαστικών εργασιών (Σ.τ.Ε 1359/2001). 4) Οι διατάξεις αυτές ως εκ του σκοπού και του επιτακτικού περιεχομένου τους, συνιστούν κανόνες δημόσιας τάξης, γιατί αποβλέπουν στη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, και για το λόγο άλλωστε αυτό είναι Συνταγματικώς θεμιτή και η δι' αυτών καθίδρυση αποκλειστικής διοικητικής αρμοδιότητας (Σ.τ.Ε 2172/1995), η δεσμευτική ουσιαστική κρίση της οποίας είναι υποχρεωτική και για τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1021/1983), αλλά και για τα διαιτητικά όργανα, όταν όμως κρίνουν κυρίως, αλλά όχι παρεμπιπτόντως, τα σχετικά ζητήματα, παραδεκτά κατά τα προαναφερθέντα, σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας.
Εξάλλου, ως "χρηστά ήθη" νοούνται οι κανόνες οι οποίοι εκφράζουν τις αντιλήψεις του μέσου εμφρόνως και χρηστώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου και κρατούν ως ρυθμιστικοί κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς. Η ανεπαρκής αιτιολογία της διαιτητικής απόφασης ή η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον προβλεπόμενο στο άρθρο 897 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ λόγο ακύρωσης (της αντίθεσης της διαιτητικής απόφασης προς τα χρηστά ήθη), εφόσον από αυτά σε συνδυασμό προς το διατακτικό της απόφασης δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της Ελληνικής έννομης τάξης, ενώ ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας από τους διαιτητές αποτελεί επίσης λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 537/2007).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298, 330, 681, 688 και 690 του Α.Κ. συνάγονται τα εξής : Με τη σύμβαση έργου μεταξύ του εργολάβου και του κυρίου του έργου (εργοδότη) ο πρώτος αναλαμβάνει έναντι συμφωνημένης αμοιβής, την υποχρέωση να εκτελέσει έργο, που μπορεί να είναι και οικοδομικό επί οικοπέδου του δευτέρου.
Σε περίπτωση δε, που μετά την εκτέλεση του έργου, τούτο από υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) του εργολάβου έχει πραγματικό ελάττωμα, (που δεν το καθιστά κατά μόνιμο και οριστικό τρόπο εντελώς μορφολογικά διαφορετική ή άχρηστο), γεννιέται για τον εργοδότη κατά του εργολάβου απαίτηση αποζημίωσης για κάθε είδους ζημία (θετική ή αποθετική), που προέρχεται από την εξ αιτίας του ελαττώματος πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης εκ μέρους του εργολάβου, και που συνιστάται στην περιουσιακή διαφορά που ανακύπτει από την κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτήν την πλημμελή εκτέλεση και από εκείνη που θα είχε δημιουργηθεί από την καθ' υπόθεση απαλλαγμένη από το ελάττωμα εκτέλεσης της σύμβασης (Α.Π. 930/2004).
Από τις πιο πάνω διατάξεις, εκείνες των άρθρων 688 και 690 του Α.Κ. ρυθμίζουν την ευθύνη του εργολάβου μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη - κύριο του έργου, ώστε η εκ του άρθρου 690 του Α.Κ. ενάσκηση των αξιώσεων του εργοδότη για αποζημίωσή του λόγω ελλείψεων του έργου, οφειλομένων σε υπαιτιότητα του εργολάβου, προϋποθέτει ότι το έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε σ' αυτόν (Α.Π. 852/2003).
Τέτοια δε παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί εκ των πραγμάτων, και στην περίπτωση που ο εργοδότης, χωρίς να επιδιώξει προηγουμένως την αναστροφή της σύμβασης κατ' άρθρ. 689 παρ. 1 του Α.Κ. (όπως ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση μέχρι της τροποποίησής του με το άρθρ. 1 παρ. 2 του ν. 3043/2002), ή χωρίς να υπαναχωρήσει κατ' άρθρ. 686 εδ.
β' του Α.Κ. από τη σύμβαση ή να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο, επικαλούμενος υπερημερία εκείνου, στο να του παραδώσει έγκαιρα το συμφωνημένο έργο, απαλλαγμένο των ουσιωδών ελλείψεων και ελαττωμάτων που το καθιστούν άχρηστο, εμμένοντας στη μετά του εργοδότη σύμβασή του, αποδέχθηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσεώς του, και μετά την τήρηση αλυσιτελώς των διατυπώσεων της διάταξης του άρθρ. 688 του Α.Κ.
για την εκ μέρους του εργολάβου επιδιόρθωση των ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου, οποιεσδήποτε και εάν ήταν, προέβη στη συνέχεια ο ίδιος (δηλαδή ο εργοδότης) με συνεργεία της επιλογής του, σε επισκευή των ελλείψεων αυτών με δικές του δαπάνες τις οποίες και δικαιούται να απαιτήσει μαζί με τις οποιεσδήποτε υπόλοιπες αξιώσεις αποζημίωσης, που συνδέονται με την ύπαρξη των ελαττωμάτων και ελλείψεων και για όσο χρόνο υφίσταντο μέχρι της άρσης τους με τον προαναφερθέντα τρόπο, (Απ 279/1972), όχι όμως να υπαναχωρήσει πλέον από τη σύμβαση ή να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά τα προαναφερθέντα επισκόπηση κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη υπ' αριθ. 15/2006 διαιτητική απόφαση, προκύπτουν τα εξής ως προς τη βασιμότητα των εδώ ερευνώμενων αναιρετικών λόγων:
(Α) Στο προεισαγωγικό της υπ' αριθ. 15/2006 διαιτητικής απόφασης παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο της από 23-12-2002 αίτησης - προσφυγής της αναιρεσίβλητης εργολάβου εταιρείας προς τον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, με την οποία ζήτησε εκείνη τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς της με τους αναιρεσείοντες εργοδότες - οικοπεδούχους όπως προβλεπόταν κατά τα προαναφερθέντα από το υπ' αριθ. .../14-4-1967 προσύμφωνο της Συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής Αικατερίνης Μαμουζέλου, η οποία (διαφορά) είχε σχέση με το κύρος της από 27-11-2002 δήλωσης των αναιρεσειόντων με την οποία κήρυξαν την αναιρεσίβλητη εργολάβο έκπτωτη από το έργο της ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδό τους. Ειδικότερα, στην αίτηση εκείνη, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής, που ενδιαφέρουν τον εδώ ερευνώμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο του κυρίως δικογράφου : "Οι αντίδικοι (αναιρεσείοντες - εργοδότες) καταφεύγουν σε επιπόλαιες κινήσεις· και παρακινδυνευμένες ενέργειες, ψάχνοντας αφελείς ή αδιάβαστους νομικά και τεχνικά, όπως άλλωστε έκαναν και στο παρελθόν. Είναι δε γνωστή η τακτική των αντιδίκων μας. Όταν δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα αρμόδια όργανα προσφεύγουν σε αναρμόδια ή τουλάχιστον σε όργανα που μπορούν να εξαπατηθούν ή να παραπλανηθούν λόγω έλλειψης πείρας ή και γνώσεων.
Για την επίλυση της διαφοράς μου με τους αντιδίκους μου, υπό την εργολαβική σύμβαση που προανέφερα, ήταν αρμόδια τα Όργανα του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος και συγκεκριμένα, ο Πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος ή ο πολιτικός μηχανικός που εκείνος θα όριζε. Είναι δε γνωστή η πείρα και οι γνώσεις των μηχανικών του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος και κατά πόσο εκείνοι υπερέχουν των εργαζομένων στο Δημόσιο ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έμμισθων πολιτικών μηχανικών.
Και ενώ εγώ προσέφυγα στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος που ήταν αρμόδιο, κατά το άρθρο 19 του ανωτέρω εργολαβικού προσυμφώνου να επιλύσει τη μεταξύ μας αναφυείσα από το έτος 1991 διαφορά σχετικά με την αποπεράτωση από εμένα και την παράδοση στους αντιδίκους μου των οριζοντίων ιδιοκτησιών που κατασκεύασα καθώς και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας, αυτοί.προσέφυγαν σε άλλα Όργανα.
Στους μηχανικούς του ΥΠΕΧΩΔΕ. Δεν τους ικανοποιούσαν οι αποφάσεις και πραγματογνωμοσύνες· των αμερόληπτων και έμπειρων πολιτικών μηχανικών του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος. Με αυτόν τον τρόπο επιδίωξαν οι αντίδικοί μου και επέτυχαν μέχρις ενός βαθμού να με ταλαιπωρήσουν, και να με εξαντλήσουν οικονομικά, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική τους υπεροχή.
Επέτυχαν δηλαδή να βεβαιωθεί σε ορισμένα έγγραφα του ΥΠΕΧΩΔΕ ότι τάχα το έργο που κατασκεύασα έχει ελαττώματα και μάλιστα ελαττώματα που έχουν επίδραση στην στατική ικανότητα της οικοδομής. Συγκεκριμένα ο Πολιτικός Μηχανικός του ΥΠΕΧΩΔΕ, ΒΒ, ύστερα από ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ που ενήργησε στους προβόλους Π-18 (πλάκες εξωστών) διαπίστωσε (χωρίς όμως καμία μελέτη) ότι το πάχος αυτών είναι μικρότερο από εκείνο της στατικής μελέτης της άδειας της πολυκατοικίας και ότι τάχα οι εξώστες Π-18 της πολυκατοικίας είναι επικίνδυνοι από στατική και δομική άποψη.
Κατέληξε δε στο συμπέρασμα αυτό ο ανωτέρω μηχανικός από ένα ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΕΞΩΣΤΩΝ χωρίς προσδιορισμό της διαφοράς των εξωστών όπως κατασκευάστηκαν από εμένα και των προβλεπόμενων στοιχείων αυτών στη στατική μελέτη. Και ότι τάχα οι εξώστες αυτού χρειάζονται επισκευή, χωρίς όμως να προσδιορίζει το είδος, τη μέθοδο και την έκταση της επισκευής που απαιτείται.
Με την αόριστη δε αυτή έκθεσή του, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ανωτέρω Διαιτητική απόφαση όσο και με τις απόψεις των λοιπών (μη υπαλλήλων), πολιτικών μηχανικών, ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός έδωσε λαβή στους αντιδίκους μου, οι οποίοι ζητούσαν αφορμή λόγω των μεταξύ μας διενέξεων, να επιχειρήσουν για δεύτερη φορά, με την υπό κρίση ΔΗΛΩΣΗ ΕΚΠΤΩΣΗΣ ΜΟΥ από το έργο, 11 και πλέον χρόνια μετά την αποπεράτωσή του, αφού και ο ίδιος ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός αναφέρει στην από 1-4-1992 ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ότι κατά την αυτοψία που ενήργησε την 1-4-1992 βρήκε την πολυκατοικία ήδη αποπερατωμένη.
Έρχονται δηλαδή οι αντίδικοί μου έντεκα (11) και πλέον χρόνια μετά την αποπεράτωση από εμένα της άνω πολυκατοικίας και την κατοίκησή της από όλους σχεδόν τους ιδιοκτήτες, να επιζητούν της ΕΚΠΤΩΣΗ μου από το έργο, με μοναδικό σκοπό να αποφύγουν τις δυσμενείς συνέπειες σε βάρος τους, οι οποίες αναμένονται, εξ αιτίας της άρνησής τους, να μεταβιβάσουν σε μένα τα χιλιοστά που δικαιούμαι ως εργολαβικό αντάλλαγμα από την προαναφερθείσα εργολαβική σύμβαση.
Προβαίνουν δε στην παράνομη και αντισυμβατική αυτή ενέργεια οι αντίδικοί μου μετά την αποκατάσταση του άνω πραγματικού ελαττώματος κατ' αυτούς, των, εξωστών της πολυκατοικίας από τους ιδίους, όπως ρητώς, συνομολογούν".
(Β) Στο αιτιολογικό της ίδιας υπ' αριθ. 15/2006 διαιτητικής απόφασης παρατίθενται οι ακόλουθες παραδοχές σκέψεις του διαιτητικού οργάνου, που έχουν σχέση με τη βασιμότητα της κριθείσας από το διαιτητή από 27-11-2007 Δήλωσης 'Εκπτωσης, όσο είχε σχέση αφενός με την υπέρβαση της συμβατικής προθεσμίας παραδόσεως του έργου, κατ' αθέτηση του άρθρου 5 του εργολαβικού συμβολαίου και αφ' ετέρου με την αθέτηση της εκ του άρθρου 12 του ίδιου συμβολαίου υποχρέωσης της εργολήπτριας εταιρείας στο να κατασκευάσει το έργο στατικώς άρτιο, δομένου ότι η πολυκατοικία κρίθηκε από την αρμόδια Γεν.
Διεύθυνση Πολεοδομίας του ΥΠΕΧΩΔΕ ως επικίνδυνη. "Ως προς τον πρώτο λόγο κηρύξεως εκπτώτου της προσφευγούσης, υφίσταται δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 321 επ. Κ.Πολ.Δ. συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 324 Κ.Πολ.Δ., εν συνδυασμώ με το άρθρο 896 Κ.Πολ.Δ. και επομένως ως προς τον λόγο αυτόν (πρώτον) οι καθ' ων οικοπεδούχοι δεν δύνανται να επανέλθουν δια της προσβαλλομένης δηλώσεως κηρύξεως εκπτώσεως.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το δεδικασμένο αυτό ισχύει, καίτοι δια της υπ' αρ. 7919/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών επεκυρώθη η υπ' αρ. 7143/2001 απόφαση του Πολυμερούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της οποίας εγένετο δεκτή αγωγή κακοδικίας των καθ' ων κατά του δικάσαντος διαιτητού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεχόμενου ότι ήτο εσφαλμένη η κρίση του περί ενάρξεως της τριαντατριμήνου προθεσμίας περατώσεως της οικοδομής των 18.6.1988 και επιδικάσαντος αποζημίωσιν 2.800.000 δρχ.
εις τους καθ' ων, ποσόν αντιστοιχούν εις τα έξοδα της διαιτητικής δίκης. Πράγματι η υπ' αρ. 38/1992 διαιτητική απόφαση ισχύει διότι η κατ' αυτής ασκηθείσα αγωγή ακυρώσεως απερρίφθη αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 13/1995 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω και όσον αφορά τον δεύτερο λόγο κηρύξεως εκπτώτου της προσφευγούσης, δηλ.
την επικινδυνότητα της οικοδομής, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 του εργολαβικού συμβολαίου δεν αποτελεί λόγο εκπτώσεως της εργολήπτριας εταιρίας ή ελαττωματική κατασκευή του έργου και επομένως στο σημείο αυτό είναι μη νόμιμος η προσβαλλόμενη δήλωση κηρύξεως ως εκπτώτου της προσφευγούσης εταιρίας.
Ανεξαρτήτως όμως του μη νομίμου της δηλώσεως κηρύξεως ως εκπτώτου της προσφευγούσης, προέκυψεν εκ των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και των προσκομισθέντων εγγράφων ότι η επίδικος πολυκατοικία δεν εμφανίζει την επικινδυνότητα, την οποία επικαλούνται οι καθ' ων. Και ειδικότερα ενώ η πολυώροφος οικοδομή την οποία κατασκεύασε η ενάγουσα κατασκευάστρια εταιρεία είχε περατωθεί και ενώ η πραγματογνωμοσύνη που ζητήθηκε από τους εναγομένους μέσω του.
Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και πραγματοποιήθηκε από τον Διπλωμ. Πολιτικό Μηχανικό ΓΓ έκρινε ότι δεν υπάρχει αστοχία στην κατασκευή της πολυκατοικίας ούτε στους εξώστες που αν και πρόβολοι λειτουργούσαν ως τριερείστες, αρχίζει νέα διαμάχη μεταξύ των διαδίκων με την εμπλοκή πλέον της Πολεοδομίας και ειδικότερα της Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Ανατολικής ΑΤΤΙΚΗΣ στην ...
Είναι η Υπηρεσία η οποία ενέκρινε τις μελέτες κατασκευής της επίδικης Πολυκατοικίας και η οποία Υπηρεσία εξέδωσε την άδεια ανεγέρσεως της οικοδομής. Είναι η Υπηρεσία από την οποία όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι απωλέσθη ολόκληρος ο φάκελος και εκτοξεύονται εκατέρωθεν βολές από τους διαδίκους για την εξαφάνιση, οι οποίοι διάδικοι κατά τους ισχυρισμούς των είχαν αντίστοιχους λόγους να την εξαφανίσουν.
Κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από επίσημο έγγραφο της Πολεοδομίας. Η παραπάνω μνεία γίνεται εκ του λόγου ότι η κλοπή του φακέλου ενδεχομένως αναφέρεται για να λειτουργήσει ως ενισχυτικό στοιχείο υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς στην μεταξύ των διαμάχη η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη κατά τους ισχυρισμούς τους για τις αξιώσεις αποζημιώσεως που έχουν εγείρει στα Πολιτικά Δικαστήρια.
Το γεγονός πάντως είναι, πρώτον οι διάδικοι κατά το στάδιο ανεγέρσεως της οικοδομής είχαν τεχνικούς συμβούλους αμφότεροι τον Πολ. Μηχ. κ. ΔΔ, η κατασκευάστρια Εταιρία και τον Πολ. Μηχ. ΕΕ, οι εναγόμενοι με μελετητή και επιβλέποντα Μηχανικό του Έργου τον Αρχιτέκτονα Μηχανικό κ. ΣΤ.
Από τα παραπάνω συνάγεται αβιάστως ότι σε όλα τα στάδια της κατασκευής υπήρχε έλεγχος πολύπλευρος από την θεμελίωση μέχρι και την παράδοση της οικοδομής στους δικαιούχους, με τις ελάχιστες πλέον εργασίες βοηθητικές όπως αυτές απαριθμούνται στην 38/91 Διαιτητική απόφαση και δεύτερον μετά την έκδοση της ως άνω Διαιτητικής Απόφασης, η πλευρά των εναγομένων άλλαξε κατ' επανάληψη τους τεχνικούς της συμβούλους πρώτα με τους Πολιτικούς Μηχανικούς κκ. ΖΖ, ΗΗ και ΘΘ και στη συνέχεια με τους Πολιτικούς Μηχανικούς κκ. ΚΚ και ΛΛ, οι οποίοι μελέτησαν και στη συνέχεια επέβλεψαν την ενίσχυση των εξωστών της πολυκατοικίας μόνο των οροφών ιδιοκτησίας της οικογένειας Χ1-Χ2-Χ3-Χ4.
Εν προκειμένω παρατηρούμε ότι στις 7/8/1991 υποβάλλεται αίτηση από την οικογ. Χ1-Χ2-Χ3-Χ4 στην Πολεοδομία ... για επικινδυνότητα της οικοδομής από άποψη στατικής και δομικής (ετοιμόρροπου). Η άποψη του πραγματοποιήσαντος την αυτοψία και συντάσσοντος την έκθεση Πολ. Μηχανικών της Πολεοδομίας ... της 7/10/1991 κ. ΞΞ, θεωρεί ότι "οι εξώστες Π18 του ανεγειρόμενου κτιρίου είναι επικίνδυνοι από άποψη στατική και δομική και για να αρθεί ο κίνδυνος πρέπει να γίνουν εργασίες επισκευής σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και Τεχνικής μετά από μελέτη και υπό την επίβλεψη υπευθύνου κατά νόμο μηχανικού".
Επί της ως άνω εκθέσεως ασκείται ένσταση από την πλευρά της κατασκευάστριας εταιρείας και την 1η Απριλίου 1992 συντάσσεται συμφωνούσα αναθεωρητική έκθεση από τον Πολ. Μηχανικό κ. ΒΒ, υπάλληλο της Πολεοδομίας ..., ο οποίος επιπλέον αναφέρει ότι η οικοδομή την ημέρα της αυτοψίας ήταν αποπερατωμένη ότι δεν παρατήρησε στοιχεία αστοχίας, από τον έλεγχο όμως της μελέτης και του ξυλοτύπου που αφορούν τους επιδίκους προβόλους και όχι τριερείστες κατά τον πραγματογνώμονα, κατάληγει στο συμπέρασμα ότι για τις πλάκες-εξώστες Π18 απαιτείται μεγαλύτερο πάχος από το εμφανιζόμενο στη στατική μελέτη της υπ' αριθ. 3685/87 οικοδομικής αδείας.
Ας αναφερθεί ότι την εν λόγω άδεια ήλεγξε, ενέκρινε και εξέδωσε η Πολεοδομία .... Επιπλέον ο κ. ΒΒ προτείνει πέραν από τις εργασίες επισκευής και την απομάκρυνση των ενοίκων της οικοδομής. Μετά από νέα ένσταση της εναγούσης νέα έκθεση (τριτοβάθμιας έκθεσης επικίνδυνου) η οποία συντάσσεται από τον Πολ. Μηχανικό της Δ/νσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού Περιφερείας Αττικής κ.
ΠΠ. Ο κ. ΠΠ αφού μελέτησε ολόκληρο το Φάκελο της οικοδομής και επιπλέον αφού έλαβε υπόψη την στατική μελέτη επάρκειας της πολυκατοικίας που εκπονήθηκε από τους Πολιτικούς Μηχανικούς κκ. ΖΖ και ΗΗ Συμβούλους των οικοπεδούχων υπελογίσθει α) μειωμένος αρνητικός οπλισμός εις την άνω επιφάνεια της τριερείστου πλάκας Π18 των εξωστών- προσόψεως και στα δώματα συνεχείας αυτής μετά της ομόρου πλάκας και β) μειωμένος θετικός οπλισμός εις την κάτω επιφάνεια της τριερείστου πλάκας Π18 κατά μήκος της μεγαλυτέρας πλευράς αυτής και ενδότερον της ενισχυμένης ζώνης.
Κατόπιν αυτού ο κατασκευαστής οφείλει με συνδρομή διπλωματούχων Μηχανικών να εξετάσει την προσφορωτέραν μέθοδο αντιμετώπισης των ανωτέρω ελλείψεων σιδηρού οπλισμού. Στις 17 Νοεμβρίου 1992 εκδίδεται απόφαση 'του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας Αττικής υπ' αριθ. 1840/17.11.92 με την οποία "ο κατασκευαστής της εν επικεφαλίδι Πολυκατοικίας με την συνδρομή διπλωματούχων Πολιτικών Μηχανικών υποχρεούται να διερευνήσει και εφαρμόσει την προσφορωτέραν μέθοδο αντιμετώπιστης της ελλείψεως οπλισμού των τριερείστων πλακών Π18 των εν προσάψει προβόλων της Πολυκατοικίας, όπως αναφέρονται στην συνημμένη 1840/12.11.1992 τριτοβάθμια έκθεση επικινδύνου.
Ακολουθεί νέα ένσταση και σύσταση μετά από αυτά νέας τριμελούς επιτροπής η οποία στις 9.12.1993 ολοκλήρωσε την έκθεση της η οποία ως θέμα είχε πλέον τον έλεγχο της Στατικής επάρκειας εξώστη (πλάκας Π18 κατά τον εγκεκριμένο ξυλότυπο) στην πολυκατοικία επί των οδών ... και ... στην ... Η Επιτροπή αποφαίνεται ότι οι πλάκες Π18 κατά τον εγκεκριμένο ξυλότυπο της οικοδομής επί των οδών ...
και ... στην ... δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ασφάλεια για τα μόνιμα και κινητά (κατά τον κανονισμό) φορτία τα οποία πρέπει να βαστάζουν και επομένως κατά την παράγραφο 2 του άρθ.1 του από 13/22.429 Π.Δ. "περί επικινδύνων οικοδομών" είναι επικίνδυνες από στατική και δομική άποψη. Η ως άνω έκθεση επικυρώνεται με την υπ' αριθ. 38076/28.12.1993 απόφαση της Γενικής Δ/νσης της Πολεοδομίας του ΥΠΕΧΩΔΕ η οποίο:
εν κατακλείδι αναφέρει ότι ... "γ) Μέχρι την αποπεράτωση των εργασιών ενίσχυσης των πλακών αυτών δεν επιτρέπεται η χρήσις αυτών από τους ενοίκους". Τα ανωτέρω κοινοποιούνται στην κατασκευάστρια εταιρείας από την Γ. Δ/νση Πολεοδομίας του ΥΠΕΧΩΔΕ στις 20.4.1994 και το υπ' αριθ πρωτ. 17717 έγγραφο. Από του σημείου αυτού και μέχρι του Μαρτίου 1996 υπάρχει τουλάχιστον από την διερεύνηση των υπαρχόντων στοιχείων και εγγράφων στο φάκελο της νέας Διαιτησίας μία ύφεση.
Στις 20 Μαρτίου 1996 ύστερα από αίτηση των εναγομένων προς την Νομαρχία Αθηνών, η Πολεοδομία της ... με το υπ' αριθ. 4119/1242/20.3.96 επανέρχεται απευθυνόμενη στην "ΕΕ Ψ" (κατασκευάστρια Εταιρεία) και τον Διαχειριστή της Πολυκατοικίας (ένδειξη ότι η Πολυκατοικία κατοικείται) για μη συμμόρφωση στην υπ' αρίθ- 48/91Ε έκθεση επικινδύνου στην οδό ...
στην ... Το σχετικό έγγραφο έχει ως εξής "Μετά την ανωτέρω σχετική αίτηση και μετά την διαπίστωση ότι οι υπόχρεοι ιδιοκτήτες δεν συμμορφώθηκαν με την υπ' αριθ. 48/91Ε 'Εκθεση Επικινδύνου οποία έχει τελεσιδικήσει από 9.6.94 με αποτέλεσμα ο κίνδυνος να είναι άμεσος για το κοινό. Κατόπιν των ανωτέρω παρακαλούμε να επιβάλετε στους υπόχρεους να συμμορφωθούν πλήρως με τα όσα αναφέρονται στην παραπάνω έκθεση και να τους γνωρίσετε ότι φέρουν ακέραια την ευθύνη για οτιδήποτε συμβεί.
Επίσης να γνωρίσετε στους υπόχρεους ότι αν δεν συμμορφωθούν με την 48/91Ε έκθεση θα προβούμε στην ποινική των δίωξη σύμφωνα με το αρθ. 6 παραγ. 5 του από 13429 ΠΔ "Περί επικινδύνου οικοδομής". Δηλαδή με το ως άνω έγγραφο υπόχρεοι να συμμορφωθούν είναι οι ιδιοκτήτες ομού μετά της κατασκευάστριας εταιρείας η οποία αναγνωρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτης και κατά το ποσοστό προφανώς του εργολαβικού ανταλλάγματος το οποίο όμως δεν έχει μεταβιβασθεί.
Ακολουθούν στις 29 Μαρτιου 1996 εξώδικη Διαμαρτυρία -Δήλωση- Πρόσκληση με επιφύλαξη Δικαιωμάτων του Χ4 προς την υπό εκκαθάριση τελούσα ετερόρρυθμη εταιρεία και την επωνυμία "Ψ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και ακολουθεί "εξώδικη απάντηση- Δήλωση και Διαμαρτυρία" με πλήρη επιφύλαξη δικαιωμάτων της "Ψ & ΣΙΑ ΕΕ" προς τον κ. Χ4 με ημερομηνία 20 Ιουνίου 1996.
Στο εξώδικο του κ. Χ4 αναφέρεται διεύθυνση κατοικίας ... Στο απαντητικό εξώδικο της κατασκευάστριας εταιρείας απευθύνεται στον κ. Χ4 στην Δ/νση ... και ...- ..., δηλαδή στη Διεύθυνση της επίδικης "οικοδομής όπου και εκοινοποιήθη την 25 7.1996 και ώρα 12.00 μμ από την Δικαστική Επιμελήτρια ... Τούτο σημαίνει ότι ο κ. Χ4 διέμενε στην ιδιοκτησία του στην επίδικη πολυκατοικία.
Στις 18/12/2002 με το υπ' αριθ. .../5451/02 έγγραφο της η Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής στην ... προς τον κ. Χ1, κοινοποιούμενο και στην κατασκευάστρια εταιρεία κάνει γνωστό ότι γίνεται άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής αφού τοποθετήθηκε μεταλλική κατασκευή προς ενίσχυση της πενταόροφης οικοδομής εκδοθήσεις προς τούτο τις υπ' αριθ. .../01 οικοδομικής αδείας και τις υπ' αριθ. 1907/01 και 770/02 αναθεωρήσεις αυτής.
Η αυτοψία έγινε στις 5.12.2002 κατά την οποία αυτοψία διαπιστώθηκε ότι οι εργασίες άρσεως επικινδυνότητας που εγκρίθηκαν, εκτελέσθηκαν καλώς και δεν υφίσταται πλέον επικινδυνότητα που όρισαν οι προηγούμενες αποφάσεις- Την αυτοψία πραγματοποίησε η Διπλ Πολ. Μηχανικός κα ΝΝ, υπάλληλος της Δ/νσης Πολεοδομίας Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής στην ...
Πριν ακόμη γίνει η άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής στις 2/7 Νοεμβρίου 2002 οι εκ των οικοπεδούχων κκ. Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 κοινοποίησαν δήλωση εκπτώσεως κατά της ετερορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία Ψ και Σία ΕΕ νομίμως εκπροσωπούμενης με έδρα την ... επί της οδού ..., η όπως στο ιστορικό περιλαμβάνεται και ακολουθεί η από 20 Δεκεμβρίου 2002 αίτηση προσφυγή σε Διαιτησία του ΤΕΕ από την κατασκευάστρια εταιρεία η οποία όπως παραπάνω περιλαμβάνεται στο ιστορικό.
Άρα η νέα ΔΗΛΩΣΗ ΚΗΡΥΞΕΩΣ ΕΚΠΤΩΣΗΣ είναι απότοκος των ενεργειών των εναγομένων, σε Διοικητικό πλαίσιο, για να διατηρηθεί ανενεργός η υπ' αριθ. 38/92 Διαιτητική απόφαση. Οι καθ'ων ισχυρίζονται ότι παρέλαβαν την οικοδομή μετά από (12) δώδεκα χρόνια καθυστέρησης ύστερα από υπεράνθρωπες προσπάθειες και δυσβάστακτες δαπάνες κατέστησαν τα πέντε διαμερίσματα που τους ανήκουν κατάλληλα για τον προορισμό τους δηλαδή κατοικήσιμα.
Αποδίδουν εκ του γεγονότος αυτού υπαιτιότητα στην ενάγουσα, διότι αθέτησε ουσιώδεις διατάξεις της εργολαβικής σύμβασης δηλαδή α) αθέτηση της υποχρεώσεως εμπροθέσμου παραδόσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών των β) υπέρβαση της συμβατικής υποχρεώσεις κατά 12 και πλέον έτη γ) αθέτηση της υποχρέωσης να κατασκευάσει η κατασκευάστρια έργο στατικώς άρτιο και δ) δεν πράξατε τίποτε παρά τις εκκλήσεις για αποκατάσταση της επικινδυνότητας από του έτους 1991, σύμφωνα με τις επιταγές της Πολεοδομίας το έργο τουλάχιστον κατά το μέρος που αναλογούσε στους εναγομένους ήταν επικίνδυνο λόγω ανεπαρκούς στατικής ικανότητος.
Αν πράγματι έτσι συνέβαινε και η πολυόροφος οικοδομή ήταν ετοιμόρροπη και επικίνδυνη ήδη η πολεοδομία θα έπρεπε να διατάξει αφ' ενός μεν την εκκένωση της Πολυκατοικίας και αφ' ετέρου την άμεση κατεδάφιση του κτίσματος δαπάνη του κατασκευαστή, κοινοποιώντας την απόφαση της στον αρμόδιο εισαγγελέα. Κάτι τέτοιο δεν διαπιστώνεται ότι συνέβη.
Τουναντίον άρχισε ένας μαραθώνιος μεταξύ κατασκευάστριας εταιρείας και της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών οικοπεδούχων που ήταν η οικογένεια Χ1-Χ2-Χ3-Χ4 για την ποιότητα κατασκευής των εξωστών της οικοδομής δηλαδή αν λειτουργούσαν ως πρόβολοι ή ως τριέρειστες και ποια ήταν η αντοχή των. Μετά από όλες τις φάσεις που προβλέπει η πολεοδομική νομοθεσία, δηλαδή αιτήσεις των εναγομένων, ενστάσεις της εναγούσης, απόφαση της Πολεοδομίας σε διαφόρους βαθμούς κατέληξαν το έτος 1996 να λύσουν το θέμα του "προβόλου" ή της "τριέρειστης" και να αποφανθούν ότι υπάρχει μειωμένη ανοχή στους επίδικους εξώστες και έπρεπε η κατασκευάστρια και ο Διαχειριστής της πολυκατοικίας να επιβάλουν στους υπόχρεους να συμμορφωθούν πλήρως με τα όσα αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 48/91Ε έκθεση επικινδύνου η οποία τελεσιδίκησε στις 5.6.1994 και να γνωρίσουν δηλαδή η κατασκευάστρια εταιρεία και ο διαχειριστής αυτής γεγονός που αποδεικνύει ότι η Πολυκατοικία κατοικείται, ότι φέρουν ακέραια την ευθύνη για οτιδήποτε συμβεί (εγγ.
Πολεοδ. ... με αριθ. Πρωτ. 4619/1242/203 1996). Από την διατύπωση του εγγράφου δεν αναγνωρίζει η Πολεοδομία υποχρέωση αποκατάστασης των βλαβών στην κατασκευάστρια εταιρεία αλλά στους ιδιοκτήτες και αναγνωρίζει ευθύνη μόνο για την έγκαιρη ενημέρωση των υπόχρεων για την αποκατάσταση των μειωμένης αντοχής εξωστών που λογικά είναι οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων και με διαδικασίες που προβλέπει ο Κανονισμός της Πολυκατοικίας.
Με τα όσα παραπάνω αναφέρονται δεν διαπιστώνεται εξ αντικειμένου υπαιτιότητα της κατασκευάστριας εταιρίας. Το αν υπάρχει αθέτηση ουσιωδών διατάξεων της εργολαβικής σύμβασης για εμπρόθεσμο παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών υπάρχουν δύο στοιχεία: Το πρώτο στοιχείο είναι ότι η οικοδομή εγκαίρως περατώθηκε και παραδόθηκε σε μία μερίδα ιδιοκτητών για κατοίκηση.
Αυτό εκρίθη με την υπ' αριθ. 38/1992 Διαιτητική απόφάση και επικυρώθηκε με τις αποφάσεις 7122/93 του εφετείου και 13/1995 του Αρείου Πάγου. Η μη αναγνώριση περατώσεως της οικοδομής από μία μερίδα των οικοπεδούχων ιδιοκτητών δηλαδή από τους εναγομένους δεν αναιρεί το γεγονός της παράδοσης της πολυκατοικίας άσχετα αν δεν παρέλαβαν τα κλειδιά των ιδιοκτητών διαμερισμάτων τους ένεκα της νέας διενέξεως μεταξύ των με συμμετοχή πλέον της Πολεοδομίας για να κριθεί η οικοδομή επικίνδυνη και ετοιμόρροπη οπότε η κατασκευάστρια εταιρεία αναγκάσθηκε όπως βεβαιώνεται με έγγραφα να τα παραδόσει στους εναγομένους με δικαστικό Επιμελητή, αξιώνοντας την παραχώρηση και μεταβίβαση στην ενάγουσα των οριζοντίων ιδιοκτησιών ήτοι τα δύο (2) διαμερίσματα που αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό αντάλλαγμα.
Άρα και ο λόγος ότι η κατασκευάστρια εταιρεία δεν παρέδωσε εγκαίρως έτοιμα προς κατοίκηση τα διαμερίσματα δεν έχει έρεισμα αποδοχής. Σε ότι αφορά την στατικότητα δηλαδή την αρτιότητα αυτής όσο και την ελαττωμένη αντοχή των εξωστών Π18 είναι ένα θέμα που επ' αυτού αποφάνθηκε η Πολεοδομική Υπηρεσία στηριζόμενη στις νεώτερες μεθόδους ερεύνης της επιστήμης και στης Τεχνικής, οι οποίες όμως μέθοδοι δεν διακινούνται βάσει προγραμμάτων με διεθνή πρότυπα, αλλά από εταιρείες διακίνησης κι υποστήριξης προγραμμάτων στατικών μελετών που τουλάχιστον απ' ότι ως αντίληψη στο χώρο των Διπλωματούχων Μηχανικών υπάρχει, δεν συνοδεύονται με δήλωση για την γνησιότητα των προγραμμάτών και την ορθότητα των υπολογισμών που αυτά δηλαδή τα προγράμματα πραγματοποιούν.
Άρα υπάρχει σχετική επιφύλαξη για πλήρη αποδοχή του ελέγχου σε ότι αφορά την αντοχή και ανθεκτικότητα των κατασκευών με βάσει αυτά τα δεδομένα εν προκειμένω εδώ η διστακτικότητα αυτή, εντοπίζεται στο γεγονός ότι ενώ οι Πολεοδομικές αρχές έκριναν την κατασκευή ετοιμόρροπη λόγω μειωμένης αντοχής των εξωστών δεν διέταξαν την άμεση κατεδάφιση λόγω επικινδυνότητας αλλά συνέστησαν ενίσχυση των εξωστών με κάθε πρόσφορο μέσω ώστε να αρθεί η επικινδυνότητα δηλαδή διαπιστώνεται μία ελαστικότητα στην έννοια της "αντοχής".
Επομένως υπάρχει το "ετοιμόρροπον" της κατασκευής λόγω μειωμένης αντοχής και άρα είναι επικίνδυνο και πρέπει να κατεδαφισθεί ή είναι "μερικώς" επικίνδυνο που αν ενισχυθεί αίρεται αυτόματα το επικίνδυνο, άρα παραδέχονται οι Πολεοδομικές Υπηρεσίες ότι οι επίμαχοι εξώστες είχαν σχέση με την ανθεκτικότητα, δηλαδή με το προσδόκιμο της ζωής του κτιρίου και άρα χρήζουν προσεισμικής ενίσχυσης.
Δηλαδή άλλο πράγμα είναι η ανθεκτικότητα μίας κατασκευής και άλλο η αντοχή του κτηρίου η οποί αντοχή έχει σχέση με το σκυρόδεμα και της τελικής ανοχής του σκυροδέματος στο έργο. Πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι όπως προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις των 1) ΜΜ στην κατάθεση της 10/7/03, 2) ΚΚ στην κατάθεση της 2/10/03 και 3) ΛΛ στην κατάθεση της 30/3/04 μετά από υποβληθείσες σχετικές ερωτήσεις, αλλά και από την ανυπαρξία σχετικών διαμαρτυριών των οικοπεδούχων επίμαχοι εξώστες δεν παρουσίασαν αστοχίες ακόμα και μετά τον καταστροφικότατο σεισμό του Σεπτεμβρίου του 1999, η σφοδρότητα και τα καταστροφικά αποτελέσματα του οποίου είναι γνωστά σε όλους.
Αν όντως οι εξώστες αυτοί ήταν στατικώς επικίνδυνοι σε βαθμό που δεν έπρεπε να χρησιμοποιούνται και σε βαθμό που ενείχαν οποιονδήποτε κίνδυνο για το κοινό, μετά από το σεισμό του 1999 θα έπρεπε έστω και μερικώς να είχαν καταρρεύσει ή να είχαν εμφανίσει μεγάλη και ορατή από όλους αστοχία. Αντίθετα, όπως αναφέρεται στις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις ακόμα και μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1999, δεν εμφανίστηκε στους εξώστες αυτούς ούτε τριχοειδής ρωγμή.
Βάσει των προαναφερθέντων, προκύπτει σαφώς ότι η όποια επικινδυνότητα των εξωστών ήταν θεωρητικά και μόνο, αφού ακόμα και μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1999, δεν παρουσιάστηκαν δεν παρουσιάστηκαν αστοχίες.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι καθ' ων ουχί νομίμως εκήρυξαν την αιτούσα εταιρία έκπτωτη των εκ της ως άνω εργολαβικής συμβάσεως δικαιωμάτων της και η κρινομένη αίτηση - προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί ότι η από 17-11-2002 δήλωση κηρύξεως εκπτώσεως γενομένη από τους καθ' ων είναι άκυρος.". (Ε) Επί της βασιμότητας των εδώ ερευνώμενων αναιρετικών λόγων :
(1) 'Όπως ήδη προαναφέρθηκε στη σκέψη με στοιχ. (Α) της παρούσας παραγράφου ΙΙΙ η αναιρεσίβλητη εργολάβος ήδη με το δικόγραφο της από 23-12-2002 αίτησης της προσφυγής στη διαιτητική διαδικασία, αμφισβήτησε ρητά και ειδικά επί της ουσίας την πείρα και τις γνώσεις των εργαζομένων στις Πολεοδομικές Υπηρεσίες ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων Πολιτικών Μηχανικών, σε σχέση με τους Πολιτικού Μηχανικούς του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας, που ορίζονται ως πραγματογνώμονες, κατ' ακολουθία δε αμφισβήτησε επίσης και το περιεχόμενο των εκθέσεων και εγγράφων των ίδιων οργάνων της Πολεοδομικής Υπηρεσίας, με τα οποία βεβαιώθηκε το επικίνδυνο της κατασκευής του ένδικου έργου.
Επομένως, ήδη από την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας τέθηκε υπό την κρίση του διαιτητή, που θα έκρινε την υπόθεση, εκ μέρους του ενός των αντιδίκων μερών, το θέμα - ζήτημα της επιστημονικής επάρκειας και πληρότητας των απόψεων και μεθόδων που χρησιμοποίησαν τα όργανα της Πολεοδομικής Υπηρεσίας, σε σχέση με τις αντίστοιχες απόψεις και μεθόδους των μηχανικών που ορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες από το Τεχνικό Επιμελητήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, το καίριο δε αυτό θέμα - ζήτημα περιλαμβανόταν στο πραγματικό υλικό που τέθηκε υπόψη του διαιτητή, και επρόκειτο να κριθεί από αυτόν παρεμπιπτόντως.
Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες επί της ουσίας λοιπές παραδοχές - αιτιολογίες της επίμαχης διαιτητικής απόφασης με στοιχ. (Β) της παρούσας παραγράφου ΙΙΙ, προκύπτει ότι ο διαιτητής, προκειμένου να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, με το οποίο έκρινε άκυρη τη δήλωση έκπτωσης των αναιρεσειόντων, στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στο μη αμφισβητούμενο, ούτε από τους αναιρεσείοντες γεγονός, ότι στις 28-11-2002, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εργολάβο η ίδια επίμαχη δήλωση έκπτωσης της από το έργο κατασκευής της πολυώροφης οικοδομής, είχαν αποπερατωθεί όλες οι εργασίες άρσεως της επικινδυνότητάς της, που έγιναν εκ μέρους των αναιρεσειόντων εργοδοτών και με δικές τους δαπάνες.
Η κύρια αυτή αιτιολογία της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, δεν προσβλήθηκε λυσιτελώς από τους αναιρεσείοντες με κανένα λόγο ακύρωσης της αγωγής τους και των προσθέτων λόγων της. Και ναι μεν είναι γεγονός, που προκύπτει από τις επισκοπούμενες παραδοχές της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, ότι ο διαιτητής, προκειμένου να στηρίξει το ίδιο διατακτικό της απόφασής του, με άλλη αιτιολογία, άντλησε από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι ίδιοι διάδικοι, στο οποίο περιλαμβανόταν (κατά τις ίδιες ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές εκείνης της απόφασης), η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα του Τεχνικού Επιμελητηρίου ΓΓ και οι μαρτυρικές καταθέσεις των ΜΜ, ΚΚ και ΛΛ, τα πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα ότι "οι επίμαχοι εξώστες της οικοδομής δεν παρουσίασαν αστοχία ούτε κατά το σεισμό του 1999 και ότι η όποια επικινδυνότητα των εξωστών, που διαπιστώθηκε από τα όργανα της Πολεοδομίας, και με βάση τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν και ήταν αμφίβολης ορθότητας, εν όψει και του επισκευάσιμού τους, ήταν θεωρητική, κρινομένη εκ του τελικού αποτελέσματος".
Με την ουσιαστική αυτή επικουρική κρίση, μέσω δικανικών επιχειρημάτων κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που εξέφερε το διαιτητικό δικαστήριο παρεμπιπτόντως, όπως προαναφέρθηκε στην πρώτη παράγραφο της παρούσας με στοιχ. (Ι), προκειμένου να εκφέρει την οριστική κρίση του επί του κύριου αντικειμένου της διαιτητικής δίκης, της ακυρότητας δηλαδή της δήλωσης έκπτωσης των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του και το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης γεγονός, που είχε προταθεί και με την αίτηση - προσφυγή στη διαιτησία, της επιστημονικής δηλαδή επάρκειας και της εμπειρίας των Πολιτικών Μηχανικών Υπαλλήλων της Πολεοδομίας και των μεθόδων που χρησιμοποίησαν, όπως στη συνέχεια προέκυπταν και από το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του διαιτητικού δικαστηρίου, όπως εκείνο ανελέγκτως επί της ουσίας και παρεμπιπτόντως παραδεκτά το εκτίμησε έστω και επικουρικά.
Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα με στοιχ. (Δ) της παρούσας παραγράφου ΙΙΙ κρίση που εξέφερε κατά την απόρριψη του με στοιχ. (δ') λόγου ακύρωσης της αγωγής των αναιρεσειόντων ως αβάσιμου, τόσο με τις δικές του αιτιολογίες, όσο και εκείνες που κατά ρητή παραπομπή αναφέρονται στις ενσωματούμενες πιο πάνω αιτιολογίες της ελεγχόμενης από εκείνο (Εφετείο) διαιτητικής απόφασης, δεν υπέπεσε κατ' αποτέλεσμα στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 πλημμέλειες, δηλαδή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2 και 897 αρθ. 5 του ΚΠολΔ, ενώ έχει και τις αναγκαίες παραδοχές για τον έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 897 αριθ. 5 του ΚΠολΔ.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, που υπό την επίκληση των αμέσως παραπάνω διατάξεων υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.
2) Εν όψει των όσων εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, την κρίση του, ότι η έκπτωση της αναιρεσίβλητης εργολήπτριας εταιρίας είναι άκυρη, ζήτημα που αποτέλεσε και το κύριο αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων, αλλά και το μοναδικό αίτημα που η αναιρεσίβλητη με την από 23.12.2002 σχετική αίτηση προσφυγή της υπέβαλε ενώπιον του εν λόγω διαιτητικού δικαστηρίου, δεν την εξάρτησε κυρίως το τελευταίο, με βάση και το αντίστοιχο διαδικαστικό πλαίσιο της αντιδικίας, που τέθηκε από την ίδια αίτηση - προσφυγή της αναιρεσίβλητης, από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τα διαμερίσματα και οι εξώστες τους της πολυώροφης οικοδομής κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 1991, που άρχισαν οι προαναφερθείσες διαδικασίες ελέγχου της στατικότητας της οικοδομής από την Πολεοδομία ..., και μέχρι την τελεσίδικη λήξη της σχετικής διοικητικής διαδικασίας, αλλά με το γεγονός ότι κατά την επίδοση της δήλωσης έκπτωσης είχαν διενεργηθεί όλες οι αναγκαίες τεχνικές εργασίες αποκατάστασης, και δεν υφίστατο πλέον η κατάσταση της επικινδυνότητας, που είχε διαγνωσθεί σε προγενέστερα χρονικά στάδια.
Εξ άλλου, το επικίνδυνο της κατασκευής των διαμερισμάτων της αντιπαροχής των αναιρεσειόντων δεν προκύπτει ως ουσιαστική κρίση από το σύνολο των αιτιολογιών της επίμαχης διαιτητικής απόφασης (αιτιολογικό και διατακτικό) σύμφωνα με την οποία η επίδικη οικοδομή είναι κατάλληλη για χρήση και οίκηση και όχι επικίνδυνη.
Περαιτέρω, και το διατακτικό της επίμαχης διαιτητικής απόφασης για την ακυρότητα της δήλωσης έκπτωσης, εν όψει των λοιπών παραδοχών του αιτιολογικού της, και ανεξάρτητα από την ορθότητα ή όχι της ουσιαστικής κρίσης της, δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη. Εν όψει αυτών, το Εφετείο που έκρινε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής τους, όπως προαναφέρθηκαν στην προηγηθείσα σκέψη της παρούσας παραγράφου ΙΙΙ με στοιχ. (Δ'), ότι η διαιτητική απόφαση δεν έρχεται σε αντίθετη με τη δημόσια τάξη και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 897 αριθ. 6 προβαλλόμενος λόγος ακύρωσής της, καθόσον τυχόν εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ή εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του διαιτητικού οργάνου δεν αποτελούν λόγο ακύρωσης κατά το άρθρο 897 του ΚΠολΔ, και στη συνέχεια απέρριψε τους σχετικούς με στοιχεία (α') και (ε') λόγους ακύρωσης του κυρίως δικογράφου της αγωγής των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις διατάξεις δημόσιας τάξης των Π.Δ/των της 13/22-4-1929 και 14/27-7-1999 (2., 4, 6, 7 και122 έως 433 αντίστοιχα) σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Α.Κ.
και επίσης δεν παραβίασε κατά αποτέλεσμα ευθέως τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 897 αριθ. 6 του ΚΠολΔ. Εξ άλλου η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, τόσο με τις δικές της αιτιολογίες, όσο και εκείνες, που κατά ρητή παραπομπή αναφέρονται στις ενσωματούμενες πιο πάνω αιτιολογίες της ελεγχόμενης από εκείνο (Εφετείο) διαιτητικής απόφασης, έχει τις αναγκαίες παραδοχές για τον έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 897 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, που υπό την επίκληση των αμέσως παραπάνω διατάξεων υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και κατά τα δύο αντίστοιχα μέρη τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, όσο αφορούν την προβαλλόμενη αντίθεση προς τη δημόσια τάξη.
3) Το διαιτητικό δικαστήριο, την κρίση του διατακτικού της απόφασής του για ακυρότητα της ένδικης δήλωσης έκπτωσης στήριξε στο γεγονός ότι κατά την επίδοση της ίδιας δήλωσης των αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη εργολάβο δεν υφίστατο ούτε πολεοδομικά αλλά ούτε και πραγματικά οποιαδήποτε επικινδυνότητα από στατική ανεπάρκεια στους εξώστες των διαμερισμάτων της αντιπαροχής των αναιρεσειόντων οικοπεδούχων, γιατί έχοντας οι ίδιοι στην κατοχή τους τα ένδικα διαμερίσματα, προχώρησαν με δικές τους δαπάνες στις αναγκαίες επισκευαστικές εργασίες, με τις οποίες οι εξώστες των διαμερισμάτων τους απέκτησαν την κατά τις απόψεις της πολεοδομικής υπηρεσίας στατική επάρκεια που είχε θεωρητική μόνο αξία.
Εν όψει αυτών, το Εφετείο, που έκρινε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, όπως προαναφέρθηκαν στις προηγηθείσες σκέψεις της παρούσας (αλλά με την προδήλως εσφαλμένη κατ' ουσία αιτιολογία (άρθ. 578 του ΚΠολΔ), που δεν οδηγεί στη δημιουργία δυσμενούς για τους αναιρεσείοντες δεδικασμένου, ότι δηλαδή σε αντίθεση με τις παραδοχές της διαιτητικής απόφασης αλλά και τους ισχυρισμούς και των δύο διαδίκων μερών, τις σχετικές δαπάνες αποκατάστασης κατέβαλε η αναιρεσίβλητη και όχι οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες), ότι δηλαδή η διαιτητική απόφαση δεν έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 897 αριθ. 6 προβαλλόμενος λόγος ακύρωσής της, και στη συνέχεια απέρριψε τον με στοιχείο (β') λόγο ακύρωσης του κυρίως δικογράφου της αγωγής των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε κατά αποτέλεσμα ευθέως τη διάταξη του άρθ. 897 αρθ. 6 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το διατακτικό της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, από το οποίο δεν αποκλείεται στους αναιρεσείοντες, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, η δευτερογενής αξίωσή τους για αποζημίωση, δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της Ελληνικής έννομης τάξης.
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, τόσο με τις δικές της αιτιολογίες, όσο και εκείνης, που κατά ρητή παραπομπή αναφέρονται στις ενσωματούμενες πιο πάνω αιτιολογίες της ελεγχόμενης από εκείνο (Εφετείο) διαιτητικής απόφασης, έχει τις αναγκαίες παραδοχές για τον έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 897 παρ. 6 του ΚΠολΔ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, που υπό την επίκληση της αμέσως παραπάνω διάταξης του άρθ. 897 παρ. 6 του ΚΠολΔ υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και κατά τα δύο αντίστοιχα μέρη τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, όσο αφορούν το σκέλος τους της προβαλλόμενης αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη.
Επίσης απορριπτέος κρίνεται κατ' αρθ. 578 του ΚΠολΔ και ο έβδομος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, και κατά τα τρίτα μέρη του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης αιτιολογίας που προαναφέρθηκε για τη διενέργεια των δαπανών αποκατάστασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης, παρά την προαναφερθείσα εσφαλμένη αιτιολογία, κρίνεται ορθό, και η εσφαλμένη αιτιολογία δεν οδηγεί στη δημιουργία δυσμενούς για τους αναιρεσείοντες δεδικασμένου.
4) Το Εφετείο, με τις ίδιες πιο πάνω απορριπτικές κρίσεις που εξέφερε, έλαβε υπόψη του τους ίδιους λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης και τα συναφή αιτήματα των αναιρεσειόντων και επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης κατά το άλλο μέρος τους, όσο υπό την επίκληση πλημμελειών της προσβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
IV. Οι από τις διατάξεις του άρθρου 8 και 11 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται εφόσον: 1) Οι πραγματικοί ισχυρισμοί με την έννοια "του πράγματος" που δεν λήφθηκαν υπόψη από το ουσιαστικό δικαστήριο έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και 2) τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έχουν σχέση με τους πιο πάνω πραγματικούς ισχυρισμούς και τους αποδεικνύουν, συνεκτιμώνται κατ' ουσίαν από το ουσιαστικό δικαστήριο κατά την εκφορά της κρίσης του.
Όπως όμως ήδη προαναφέρθηκε σε προηγούμενες σκέψεις της παρούσας το Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ, για αντίθεσή της προς κανόνα δημοσίας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη και για την εκφορά του αντίστοιχου πορίσματός του, ερευνά και κρίνει μόνο τις παραδοχές του αιτιολογικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης σε συνδυασμό και με το διατακτικό της, και δεν συνεκτιμά κατ' ουσίαν, ούτε αξιολογηθεί άλλα έγγραφα ή λοιπά αποδεικτικά στοιχεία εκτός αυτής.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο μέρος του και οι δύο λόγοι του από 27-5-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προαναφερθείσες πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) τις τέσσερις αποφάσεις των διοικητικών αρχών με τις οποίες κρίθηκαν επικίνδυνα πολεοδομικώς τα διαμερίσματα των αναιρεσειόντων, β) τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι με την υπ' αριθ. 7919/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών βεβαιώθηκε τελεσίδικα ή σε βάρος τους διαπραχθείσα κακοδικία εκ μέρους του διαιτητή που εξέδωσε την προγενέστερη υπ' αριθ. 38/1992 διαιτητική απόφαση και έγινε δεκτή η αντίστοιχη αγωγή τους, και γ) δεν εξετίμησε το περιεχόμενο της ίδιας υπ' αριθ. 7919/2001 απόφασης κατά τη συνεκτίμηση της ίδιας διαιτητικής απόφασης, κρίνονται προεχόντως ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2008 αίτηση και το από 27-5-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 9127/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ