Legislator Case Law & Legislation
40/2008 AI generated

40/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 40/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

40/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της προσβαλλόμενης απόφασης προσκομίζεται η θετική ......... γνωμοδότηση του αρμόδιου (Β’) Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 § § 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 § 3 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 40 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 40/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αναγνωστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 2. Εκκλησιαστικού Γηροκομείου της Ιεράς Μητροπόλεως ....... Ιδρύματος υπό την επωνυμία ""........", νομίμως εκπροσωπουμένου, και 3. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου ........, κατοίκου ........., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-1988 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/1989, 132/1993, 197/1995, 452/1997, 99/2000 προδικαστικές, 73/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2003 προδικαστική, 376/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείων με την από 9-1-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (Ολ.ΑΠ 28/2007, Ολ.ΑΠ 13/2006), η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και ότι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή, όπως είναι η παρέμβαση του υπουργού των Οικονομικών στην εκκρεμή δίκη, που ενδιαφέρει την κληρονομία που καταλείφθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αναγνωριστική περί ακυρότητας μυστικής διαθήκης αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του δεύτερου και τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους.

Στην εκκρεμή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκη είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ των εναγομένων και ήδη δεύτερου και τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Επομένως, το αναιρεσείον έχει έννομο συμφέρον, ως εκ του αντικειμένου της δίκης που αφορά τη με την προσβαλλόμενη ως άκυρη μυστική διαθήκη καταλιπόμενη στο δεύτερο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο φιλανθρωπικό ίδρυμα περιουσία, να ασκήσει αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, όμως, καθόσον στρέφεται κατά του δεύτερου και τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους υπέρ των οποίων είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει, κατά την ανέλεγκτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της προσβαλλόμενης απόφασης προσκομίζεται η θετική ......... γνωμοδότηση του αρμόδιου (Β’) Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 § § 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 § 3 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Ο λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα με το οποίο εζητείτο να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια.

Εξάλλου, κατά με την § 1 του άρθρου 368, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (=ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν για την αντίληψη του ζητήματος ως προς το οποίο ζητείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί κανένα από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.

Ο μοναδικός, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε σιωπηρά το υποβαλλόμενο ενώπιόν του, με την από 25-11-2002 προσθήκη - αντίκρουση των από 19-11-2002 προτάσεων του προσθέτως υπέρ των εναγομένων παρεμβάντος και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με τις από 15-2-2005 προτάσεις του ίδιου της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αίτημα για διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η νόσος από την οποία έπασχε ο διαθέτης ........

ήταν ιάσιμη και αν κατά το χρόνο σύνταξης και κατάθεσης της επίμαχης μυστικής διαθήκης του, όπως και του προηγούμενου αυτού η εν λόγω νόσος του είχε στερήσει τη χρήση του λογικού, με άμεσο επακόλουθο την ανικανότητά του προς σύνταξη διαθήκης, χωρίς προηγουμένως να κρίνει περί της αναγκαιότητας μόνο ειδικών και όχι ιδιαζουσών γνώσεων επιστήμης ή τέχνης προς απόδειξη του επίμαχου ζητήματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-1-2006 αίτηση για αναίρεση της 376/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ