Legislator Case Law & Legislation
40/2006 AI generated

40/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 40/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 216 του ΠΚ , όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και ότι η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ. 1). Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο (παρ. 2).

Legislator headnote

AI generated

40/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Keywords

AI generated
inadequate psychiatric report false medical certificate submission of identity documents missing case documents psychiatric evidence exculpatory evidence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 40 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 40/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 494-567-583/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.7.2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1484/2004.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 216 του ΠΚ , όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και ότι η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ. 1). Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, β) ότι αυτοτέλεια της χρήσης υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο, είτε από τον πλαστογράφο και γ) ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, από το οποίο και απορροφάται.

Η αυτοτέλεια της χρήσης, ως εγκλήματος υπάρχει και όταν αυτή έγινε από τρίτο πρόσωπο ανεξάρτητα από το αν η πράξη της πλαστογραφίας είχε ή όχι παραγραφεί για τον πλαστογράφο, αρκεί μόνο η αυτοτελής πράξη της χρήσης να μην έχει αυτή αυτοτελώς υποπέσει στην παραγραφή. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πραγματική γνώση του εν λόγω εγγράφου ή να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης πραγματικά περιστατικά:

Ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου Χ2, ο οποίος χωρίς να είναι δικηγόρος δέχεται πελάτες για τη διεκπεραίωση υποθέσεών τους στα δικαστήρια, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, κατάρτισε τα αναφερόμενα και περιγραφόμενα λεπτομερώς σε αυτή πέντε πλαστά ιατρικά πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις που αφορούσαν τον πελάτη του Φ1, τα οποία ο τελευταίος επρόκειτο δια του δικηγόρου του να τα καταθέσει προς υποστήριξη της από 16-7-1999 αίτησής του.

Την αίτηση αυτή την κατέθεσε για λογαριασμό του Φ1 ο δικηγόρος Δημ. Σφυρής στον Εισαγγελέα Εκτελέσεως Ποινών Αθηνών προκειμένου να εισαχθεί στο αρμόδιο δικαστήριο για μετατροπή ποινής τριών ετών που του είχε επιβληθεί με την 9624/1988 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για υπεξαίρεση. Με την αίτηση αυτή ο εν λόγω δικηγόρος κατέθεσε και εξουσιοδότηση, με την οποία ο Φ1 εξουσιοδοτούσε, μεταξύ άλλων, και τον αναιρεσείοντα δικηγόρο για να παραστεί κατά την εκδίκαση της αίτησης ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου.

Την αίτηση αυτή ο ανωτέρω Εισαγγελέας την έκανε δεκτή και όρισε να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στις 22-7-1999. Κατά την ημέρα αυτή που θα εισαγόταν η ανωτέρω αίτηση για συζήτηση στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων στον Εισαγγελέα Εκτελέσεως Ποινών και ο τελευταίος, αφού τον ρώτησε εάν θα παραστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος του τότε αιτούντος Φ1 και με ποίο τρόπο θα ζητούσε την επιείκεια του Δικαστηρίου για τον πελάτη του, αυτός παρέδωσε σε πρωτότυπο τα ανωτέρω πέντε πλαστά πιστοποιητικά στον Εισαγγελέα Εκτελέσεως Ποινών, κάνοντας έτσι χρήση των εγγράφων αυτών.

Στη συνέχεια, αφού συνετάγησαν οι σχετικές εκθέσεις εγχειρίσεως πάνω στα πλαστά έγγραφα, συνελήφθη και ο αναιρεσείων και μαζί με τον συγκατηγορούμενό του οδηγήθηκε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αθηνών. Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος το υπ' αριθμ...... ιατρικό πιστοποιητικό, το είχε προσκομίσει και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά την κατάθεση αίτησης του Φ1 για ακύρωση απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής που του είχε επιβληθεί με την υπό ακύρωση απόφαση, την οποία και χορήγησε ο εν λόγω Εισαγγελέας παραπλανηθείς από το πλαστό πιστοποιητικό.

Επίσης αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, όπως ο ίδιος ομολόγησε, είναι εκείνος που είχε αποφασίσει και πράγματι κατάρτισε τα πλαστά πιστοποιητικά, ενεργήσας ανεξαρτήτως υποδείξεως του συγκατηγορουμένου του δικηγόρου Χ1. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν σκοπό με την προσκόμιση των πλαστών βεβαιώσεων στον Εισαγγελέα Εκτελέσεως Ποινών Αθηνών και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών να χρησιμοποιηθούν στα αρμόδια δικαστήρια για την παραπλάνηση αυτών προς αποδοχή των αντίστοιχων αιτήσεων περί μετατροπής της ποινής και ακύρωσης της διαδικασίας.

Ο πρώτος κατηγορούμενος δικηγόρος Χ1, ο οποίος χρησιμοποίησε τις πέντε πλαστές ιατρικές βεβαιώσεις, γνώριζε την πλαστότητα αυτών και η γνώση του αυτή αποδεικνύεται, αφενός μεν από το ότι και ο ίδιος είχε υποδείξει στον συγκατηγορούμενό του για την κατάρτιση αυτών, καταβάλλοντάς του 50.000 δραχμές για κάθε πλαστό πιστοποιητικό (βλ.

απολογία Β΄ κατηγορουμένου), αφετέρου δε και από τις δεκάδες φωτοαντιγράφων ιατρικών βεβαιώσεων που κατασχέθηκαν στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και έχουν εκδοθεί σε διάφορα ονόματα πελατών του και οι οποίες είχαν συνταχθεί και αυτές από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ακολούθως, αφού γίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, κηρύσσεται ένοχος ο αναιρεσείων απλής χρήσης πλαστού εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 2 ΚΠΔ, και όχι πλαστογραφίας με χρήση, όπως αρχικά είχε κατηγορηθεί και είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως.

3. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, το Πενταμελές Εφετείο υπήγαγε ορθά τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφορικά με τη χρήση των πλαστών εγγράφων (ιατρικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων), η υποβολή τους από τον αναιρεσείοντα στον Εισαγγελέα Εκτελέσεως Ποινών Αθηνών για να εισαχθούν με την αίτηση για μετατροπή της ποινής στο αρμόδιο δικαστήριο προς υποστήριξη του περιεχομένου της, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστά χρήση πλαστού εγγράφου που γίνεται από τρίτο πρόσωπο, αφού με τον τρόπο αυτό και την σύνταξη πάνω στο καθένα έκθεσης εγχειρίσεως κατέστησε τα πλαστά πιστοποιητικά προσιτά στον Εισαγγελέα που τα παρέλαβε και στη συνέχεια θα τα εισήγαγε μαζί με τη δικογραφία για εκδίκαση της αίτησης στο αρμόδιο Δικαστήριο, του οποίου επιδιωκόταν η εξαπάτηση. Επομένως, ο πρώτος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η υποβολή των πλαστών πιστοποιητικών στον Εισαγγελέα Εκτελέσεως Ποινών Αθηνών δεν συνιστά χρήση πλαστού εγγράφου, είναι αβάσιμος.

4. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτήν. Τέτοια αιτιολογία απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις που για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος ή αξιώνεται από το νόμο ειδικός δόλος.

5. Με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων αναφέρεται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την από την πλευρά του γνώση ότι τα υποβληθέντα από αυτός ιατρικά πιστοποιητικά ήταν πλαστά. Σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές της απόφασης, όπως ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την πλαστότητα των πιστοποιητικών που υπέβαλε με την αίτηση του Φ1 και η γνώση του αυτή αποδεικνύεται, αφενός μεν από το ότι και ο ίδιος είχε υποδείξει στον συγκατηγορούμενό του για την κατάρτιση αυτών, καταβάλλοντάς του 50.000 δραχμές για κάθε πλαστό πιστοποιητικό, αφετέρου δε και από τις δεκάδες φωτοαντιγράφων ιατρικών βεβαιώσεων που κατασχέθηκαν στο γραφείο του (αναιρεσείοντος) και είχαν εκδοθεί σε διάφορα ονόματα πελατών του και οι οποίες είχαν συνταχθεί και αυτές από τον δεύτερο κατηγορούμενο καθ' υπόδειξη του πρώτου (αναιρεσείοντος), η προσβαλλόμενη περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος, δηλαδή της γνώσης από αυτόν της πλαστότητας των επίμαχων εγγράφων.

Εξάλλου, με την αναφορά στην απόφαση ότι ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Χ2 «είναι εκείνος που είχε αποφασίσει και πράγματι κατάρτισε, υλοποιώντας την ειλημμένη απόφασή του, τα πλαστά πιστοποιητικά, ο οποίος ενήργησε ανεξαρτήτως της υποδείξεως» του αναιρεσείοντος, δεν δημιουργείται αντίφαση με την προηγούμενη παραδοχή και αυτό γιατί αφορά τις ενέργειες του πλαστογράφου, χωρίς να αποκλείεται και η υπόδειξη από τον αναιρεσείοντα, όπως υποδηλώνεται με τη φράση «ανεξαρτήτως της υποδείξεως».

Είναι προφανές ότι η τελευταία αναφορά έγινε για να είναι συνεπής η αιτιολογία με το συμπέρασμα της απόφασης ότι ο αναιρεσείων δεν συμμετείχε ως συναυτουργός, όπως αρχικά είχε κατηγορηθεί και καταδικασθεί πρωτοδίκως, ή με άλλου είδους συμμετοχή στην κατάρτιση των πλαστών, αλλά και επί πλέον να καταδείξει ότι η ποινική ευθύνη καθενός από τους κατηγορουμένους είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη.

Επομένως και ο δεύτερος και τελευταίος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-7-2004 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 494-567-583/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ