Legislator Case Law & Legislation
409/2026 AI generated

409/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 409/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

409/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 409 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "PUNMORE CAPITAL LTD", που εδρεύει στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "PERLICH INVESTMENTS LTD", που εδρεύει στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χιωτέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ROSELTON SHIPPING LTD", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κεχαγιόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2018 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας και την από 10/5/2019 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 850/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 463/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14/11/2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 14-11-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 463/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς συνεκδικάστηκαν κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, α) η από 22.10.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2018 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και β) η από 10.5.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2019 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, με τις οποίες ασκήθηκαν εκατέρωθεν περιουσιακής φύσης αξιώσεις από την ανώμαλη εξέλιξη σύμβασης, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα της πρώτης αγωγής και νυν πρώτη αναιρεσείουσα είχε αναθέσει στις αντιδίκους της - εναγόμενες, εργολάβο και υπεργολάβο αντίστοιχα και νυν αναιρεσίβλητες, της δεύτερης αναιρεσίβλητης ευθυνόμενης παράλληλα και με την ιδιότητα της συμβατικής εγγυήτριας της πρώτης αναιρεσίβλητης, την εκτέλεση του έργου της μετασκευής μιας (1) θαλαμηγού, που ανήκε στην πλοιοκτησία της εργοδότριας (πρώτης αναιρεσείουσας), η οποία εν τέλει υπαναχώρησε από τη σύμβαση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 850/16.4.2021 οριστική απόφασή του το μεν απέρριψε την πρώτη αγωγή στο σύνολό της, το δε, δέχθηκε εν μέρει την δεύτερη αγωγή, αναγνωρίζοντας, αφενός την ακυρότητα της δήλωσης υπαναχώρησης και, αφετέρου, την υποχρέωση της εργοδότριας (πρώτης αναιρεσείουσας) να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής της στην εργολάβο (πρώτη αναιρεσίβλητη) το χρηματικό ποσό των εκατόν πενήντα επτά χιλιάδων πεντακοσίων δεκαέξι ευρώ (157.516 ευρώ), ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε.

Κατά της απόφασης αυτής, η πρώτη αναιρεσείουσα (ενάγουσα της πρώτης αγωγής) άσκησε την από 1-9-2021 έφεσή της και παράλληλα η δεύτερη αναιρεσείουσα άσκησε, με αυτοτελές δικόγραφο, το πρώτον, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, υπέρ της εκκαλούσας (πρώτης αναιρεσείουσας), την από 28-3-2022 πρόσθετη παρέμβαση, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας κατέστη ειδική διάδοχός της, αφού τυγχάνει η νέα κυρία της ως άνω θαλαμηγού αλλά και συμβατική, αφενός, εκδοχέας των απαιτήσεων της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας της πρώτης αγωγής - εργοδότριας (εκκαλούσας και πρώτης αναιρεσείουσας) από την επίδικη σύμβαση έργου και, αφετέρου, ανάδοχος των υποχρεώσεών της εξ αυτής και ζητούσε, με την επίκληση εννόμου συμφέροντός της, να αποβεί η έκκλητη δίκη υπέρ της εκκαλούσας δικαιοπαρόχου της (πρώτης αναιρεσείουσας) δια της παραδοχής της έφεσής της, της εξαφάνισης της εκκαλουμένης και της, μετ' αναδίκαση της υπόθεσης, καθ' ολοκληρία παραδοχής της πρώτης αγωγής και συνολικής απόρριψης της δεύτερης αγωγής.

Επί των ως άνω δικογράφων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (463/2023), η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά την από 1-9-2021 έφεση της ενάγουσας και νυν πρώτης αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθ. 850/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και την από 28-3-2022 πρόσθετη υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας και νυν δεύτερης αναιρεσείουσας παρέμβαση, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη και συνακόλουθα και την πρόσθετη παρέμβαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).

ΙΙ. Από τη διάταξη, του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 8/2025, ΑΠ 3/2025, ΑΠ 1686/2025, ΑΠ 855/2022).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό αυτών, απαιτούμενες προϋποθέσεις, που ορίζει ο νόμος κατά το χρόνο λήψης τους (ΑΠ 8/2025, ΑΠ 1686/2025). Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύονται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1062/2025, ΑΠ 43/2023, ΑΠ 87/2022).

Πριν τη δημοσίευση του Ν. 4335/2015, το υποστατό και έγκυρο των ενόρκων βεβαιώσεων προβλεπόταν από το άρθρο 270 § 2 εδάφιο γ' του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "...Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή..." καθώς και το άρθρο 671 § 1 εδάφιο δ' του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "...Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.".

Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, μοναδικές προϋποθέσεις που ορίζονταν από το νόμο για την εγκυρότητα και το υποστατό των ενόρκων βεβαιώσεων ήταν η κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες ή είκοσι τέσσερις ώρες πριν τη βεβαίωση (ΑΠ 2260/2014, ΑΠ 771/2010, ΑΠ 36/2006). Στη συνέχεια, οι διατάξεις αυτές καταργήθηκαν, η μεν πρώτη με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, η δε δεύτερη σιωπηρώς με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΑΠ 404/2024, ΑΠ 922/2022, ΑΠ 950/2022) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016, κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ένατου άρθρου του Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 § 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εφεξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 1288/2021, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 706/2020, ΑΠ 673/2018).

Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνον αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.

Την τήρηση των παραπάνω αναγκαίων (ουσιωδών) προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 8/2025, ΑΠ 43/2023, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 927/2017) και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 977/2020) και μάλιστα ανεξαρτήτως δικονομικής βλάβης του διαδίκου (ΑΠ 1707/2025).

Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε χωρίς την τήρηση των άνω διατυπώσεων, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ (ΑΠ 240/2023, ΑΠ 704/2022, ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1034/2019, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1450/2011). Ακολούθως, δημοσιεύθηκε ο Ν. 4842/2021, που άρχισε να ισχύει από 1.1.2022, ο οποίος με το άρθρο 23 αντικατέστησε το άρθρο 424 του ΚΠολΔ, ως ακολούθως: "Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν:

α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.

Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου". Υπό τη νέα διατύπωση της άνω διάταξης, το πεδίο εφαρμογής της οποίας καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, όπως και την παρούσα ένδικη υπόθεση (κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 116 § 1 περ.

β' του Ν. 4842/2021, όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 § 1 Ν. 4871/10-12-2021), καθίσταται σαφές ότι πλέον απαράδεκτο της ένορκης βεβαίωσης απαγγέλλεται αποκλειστικά για τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά στις υπό στοιχ. α' έως δ' περιπτώσεις στο άρθρο 424 ΚΠολΔ, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις μόνον εφόσον διαπιστώνεται δικονομική βλάβη του διαδίκου.

Μεταξύ των περιπτώσεων που το αποδεικτικό αυτό μέσο κηρύσσεται ως απαράδεκτο και υπό την ισχύ του Ν. 4842/2021 είναι και η μη αναγραφή στην κλήση συγκεκριμένης και σαφούς ώρας που θα δοθεί η ένορκη βεβαίωση, καθόσον αυτή η προϋπόθεση είναι αναγκαία και ουσιώδης και ερευνάται αυτεπαγγέλτως, χωρίς μάλιστα να ερευνάται τυχόν δικονομική βλάβη του διαδίκου (ΑΠ 8/2025, ΑΠ 1686/2025, ΑΠ 1707/2025, βλ.

και ΑΠ 240/2023, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου η λήψη της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικό μέσο να αντικρουστεί από τους διαδίκους ότι υφίστανται δικονομική βλάβη).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις με αριθμούς ...2019 και ...2019 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα των μαρτύρων Μ. Α. και Γ.

Π. , ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητες, προς αντίκρουση της πρώτης αγωγής καθώς και τις υπ' αριθ. ...2019, ...2019 και ...2019 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα των μαρτύρων Γ. Π. , Μ. Α. και Μ. Π. , ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, που προσκόμισε η πρώτη αναιρεσίβλητη, προς απόδειξη της δεύτερης αγωγής της.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, στην κατά τη διαδικασία της πρωτοβάθμιας δίκης από 13.3.2019 κλήσεις των αναιρεσίβλητων (εναγομένων στην πρώτη αγωγή) για τις δύο πρώτες ένορκες βεβαιώσεις, τις από 15.10.2019 κλήσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης (ενάγουσας στην δεύτερη αγωγή) και την από 30.10.2019 κλήση της πρώτης αναιρεσίβλητης (ενάγουσας στην δεύτερη αγωγή), η πρώτη αναιρεσείουσα καλούνταν να παραστεί ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και στο Κατάστημα του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, κατά την ίδια εκάστοτε ημέρα αλλά σε τρία (3) κάθε φορά διαφορετικά χρονικά σημεία και συγκεκριμένα:

Στις 10:00 πμ, 11:00 πμ, 12:00 μμ της 18ης.3.2019 και της 18ης.10.2019 για τον μάρτυρα Γ. Π. , στις 09:30 πμ, 10:30 πμ και 11:30 πμ της 18ης.3.2019 και της 18ης.10.2019 για την μάρτυρα Μ. Α. και στις 10:00 πμ, 10:30 πμ και 11:00 πμ της 4ης.11.2019 για τον μάρτυρα Μ. Π. Στις παραπάνω κλήσεις δεν καθορίζεται επακριβώς συγκεκριμένη ώρα εξέτασης των ως άνω μαρτύρων, αφού με αυτές καλείται η πρώτη αναιρεσείουσα να παραστεί σε συγκεκριμένο τόπο και ημεροχρονολογία, αλλά σε πλείονες διαφορετικές ώρες κάθε ημέρας, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 422 και 424 του ΚΠολΔ.

Για το λόγο αυτό, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι με αριθμούς ...2019 και ...2019 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα των μαρτύρων Μ. Α. και Γ. Π. , ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητες, προς αντίκρουση της πρώτης αγωγής καθώς και οι υπ' αριθ. ...2019, ...2019 και ...2019 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα των μαρτύρων Γ.

Π. , Μ. Α. και Μ. Π. , ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, που προσκόμισε η πρώτη αναιρεσίβλητη, προς απόδειξη της δεύτερης αγωγής της δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1686/2025) 9. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα αντίθετα, απορρίπτοντας τον τέταρτο λόγο έφεσης με το παραπάνω περιεχόμενο ως νομικά αβάσιμο, αν και είχε υποχρέωση αυτεπαγγέλτως να εξετάσει τη νομιμότητα των προσκομισθέντων αυτών αποδεικτικών μέσων και να μην λάβει υπόψη του τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, επειδή αυτές, εξ αιτίας της ασάφειας στον προσδιορισμό του χρόνου λήψης τους, ήσαν ανυπόστατες ως αποδεικτικά μέσα, και συνεπώς δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως τέτοια στην εν λόγω δίκη, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Σημειώνεται ότι η μη αναφορά στην κλήση επακριβώς συγκεκριμένης ώρας εξέτασης των μαρτύρων, όπως εν προκειμένω, συνιστά αναγκαία και ουσιώδη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της ένορκης βεβαίωσης και υπό την ισχύ του άρθρου 424 εδάφιο α' περίπτωση γ' του Ν. 4842/2021, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα να ερευνάται τυχόν δικονομική βλάβη του διαδίκου, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.

Κατόπιν τούτων, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Ενόψει δε, του ότι παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων της αναίρεσης καθόσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω τέταρτου λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

Στη συνέχεια, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που καταβλήθηκε από τις ίδιες για το παραδεκτό της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες που ηττήθηκαν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περιλαμβανόμενο στην αίτηση αναίρεσης αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 463/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που κατέθεσαν.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ