Legislator Case Law & Legislation
409/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against correction of judgment for clerical error in damages calculation.

Case Number 409/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a correction of a lower court judgment regarding the calculation of damages. The original judgment contained a clerical error by omitting a specific sum from the total payable amount, leading to an incorrect final figure. The court ruled that the correction was legally valid and did not constitute an appealable defect under the relevant procedural code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 315, 317, 319 of the Code of Civil Procedure; A correction of a judgment for clerical error does not create a new appealable defect and the appeal against such correction is inadmissible.

Keywords

AI generated
clerical error correction judgment amendment appeal inadmissibility procedural defect damages calculation Code of Civil Procedure final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 315 of the Code of Civil Procedure
Article 317 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 319 of the Code of Civil Procedure
Article 320 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 30 paragraph 1 and 2 of Law 4038/2012
Article 19 paragraph 1 item b of Law 2556/1997
Article 61 paragraph 3 of Law 4194/2013

Cited Case Law

AI generated
AP 1833/2012
Αναγκαστική. Η απόφαση του Εφετείου που εκδίδεται επί αιτήσεως διορθώσεως αποφάσεως του η οποία είχε εκδοθεί επί αιτήσεως καθορισμού οριστικής αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση υπόκειται σε αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως. Ποτέ ιδρύεται ο λόγος αναιρεσεως από το άρθρθο 559 αρ. 19 του ΚπολΔ Η περί πραγματικών γεγονότων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται (αναιρετικά (Επικυρώνει Εφ. Πειρ. 199/2007)
AP 1119/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
AP 1123/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
AP 43/2007
Supreme Court dismisses appeal and correction request regarding lease term errors in civil judgment.
AP 1165/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
AP 1009/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 409 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 409/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του "ΙΚΠΑ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Βλάσση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-2-2009 και 12-11-2099 αγωγές της Ε. συζ. Π. Λ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική και ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ..., όπως αυτή διορθώθηκε με την ..., του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την ... απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 319 του Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης, μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί ή ερμηνευθεί, με εξαίρεση την ανακοπή ερημοδικίας και, κατά συνέπεια, αυτή προσβάλλεται και με αίτηση αναίρεσης (Α.Π. 1833/2012), ανεξαρτήτως αν η αίτηση διόρθωσης έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε.

Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη διορθωτική απόφαση, που εκδόθηκε μετά από αυτεπάγγελτα κινηθείσα διαδικασία διόρθωσης (άρθρο 317 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.- Α.Π. 1119/2019). Από την αμέσως προηγούμενη διάταξη προκύπτει ότι η διορθωτική απόφαση δεν έχει αυτοτέλεια, αποτελεί τμήμα της υπό διόρθωση απόφασης, γι` αυτό, άλλωστε, και η ενέργειά της ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης που διορθώνεται (άρθρο 320 του Κ.Πολ.Δ. - A.Π. 1123/2022, Α.Π.43/2007) και δεν παρέχει νέα προθεσμία προς άσκηση ενδίκου μέσου, εκτός αν προβάλλεται λόγος κατ` αυτής.

Η ενότητα, επομένως, της διορθωτικής (ή της ερμηνευτικής) απόφασης, με την αρχική απόφαση που διορθώθηκε με αυτή, διασπάται, όσον αφορά τα ένδικα μέσα, έτσι, ώστε, κάθε μια από αυτές, να υπόκεινται και να προσβάλλεται αυτοτελώς για σφάλματα, τα οποία εμφιλοχώρησαν, κατά τη διαδικασία της έκδοσής της (Α.Π. 695/2004 Α.Π. 643/1993).

Ακολούθως των ανωτέρω, συνέπεια της άρσης της ενότητος των δύο αυτών αποφάσεων, σε σχέση με τα ένδικα μέσα, είναι ότι επί άσκησης αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης, που έχει διορθωθεί, για λογιστικά λάθη που περιείχε - όπως και οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο εναντίον της - δεν είναι αναγκαίο η αίτηση αναίρεσης να στρέφεται και κατά της απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση διόρθωσης, αφού η διόρθωση των γραφικών ή λογιστικών λαθών της απόφασης ουδόλως άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, ούτε αλλοιώνει αυτήν, εφόσον με αυτήν (αίτηση αναίρεσης ) δεν προβάλλεται πλημμέλεια κατά την έκδοσή της, πλημμέλεια, για την οποία, άλλωστε, χωρεί αυτοτελής αίτηση αναίρεσης κατά της διορθωτικής απόφασης.

Δεν πρόκειται, συνεπώς, για ολοκληρωτική διάσπαση, αφού το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων κατά της διορθωτικής απόφασης εξαρτάται από το επιτρεπτό προσβολής της διορθωτέας απόφασης. Όπως παραπάνω αναφέρθηκε, με τη διόρθωση της απόφασης, δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα η οποία, ως ενιαίο σύνολο, με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 1112/2014, Α.Π. 643/1993).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1, 495 παρ. 1 και 2, 496 και 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και τελειώνει κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 εδ. α' του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26-6/10-7-1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 3514/2006: "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.

Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 4938/2022, οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους.

Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 εδ. α του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, ρητώς σ' αυτήν ορίζεται ότι δεν ισχύει μόνο υπέρ του Δημοσίου, αλλά και υπέρ των ιδιωτών αντιδίκων του (Α.Π. 486/2016, Α.Π. 745/2015, Α.Π. 1447/2015).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α` του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του K.Πολ.Δ. και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Α.Π. 1165/2022, Α.Π. 415/2016, Α.Π. 1337/2014).

Γίνεται, όμως, παγίως δεκτό ότι ακόμη και αυτή η διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω ν.δ. που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 50 παρ. 3 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ και ορίζει την αναστολή των προθεσμιών σε βάρος του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου καθ' όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (1-7 έως 15-9), δεν ισχύει για την καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης των δύο ετών, η οποία εξακολουθεί να τρέχει (Α.Π. 984/2022, Α.Π. 666/2005) και υπολογίζεται σ' αυτήν το ως άνω χρονικό διάστημα (Α.Π. 762/2022).

Η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών αναίρεσης τρέχει και κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, αφού το άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και ίσχυσε, δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 147 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Αντίθετα, στη γνήσια προθεσμία αναίρεσης των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, διότι στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρο 147 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., περιλαμβάνεται το άρθρο 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ..

Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 987/2022).

Τέλος, το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της και ο Άρειος Πάγος το εξετάζει αυτεπαγγέλτως από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή (και) κατ' ένσταση, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα. Η αναίρεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 984/2022, Α.Π. 1471/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 29-9-2022 (αριθμ. εκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ" προσβάλλει, αυτοτελώς, με ξεχωριστούς λόγους: α) την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 έως 662 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016), και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. ...

απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την υπ' αριθμ. ... απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε, ερήμην του αιτούντος, ήδη αναιρεσίβλητου, κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία και διόρθωσε την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ... απόφαση. Η υπ' αριθμ. ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατά τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν επιδόθηκε και τούτο δεν αμφισβητείται από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, δημοσιεύτηκε στις 4-7-2019 και η διετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) την επομένη (5-7-2019) και έληγε στις 5-7-2021, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021.

Λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και της εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, καθώς και επιπλέον 30 ημερών και 10 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, η διετής προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης συμπληρώθηκε στις 2-4-2022.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πιο πάνω Δικαστηρίου στις 29-9-2022, κατά τη σχετική υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, δηλαδή πέντε και πλέον μήνες, μετά τη συμπλήρωση της προμνημονευόμενης διετίας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει (αυτοτελώς) την υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. ... διορθωτική απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, επιδόθηκε, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, στις 20-6-2022. Επομένως, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), για την άσκηση αίτησης αναίρεσης άρχισε την επομένη (21-6-2022) και λόγω της αναστολής αυτής κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1-7-2022 έως 15-9-2022) συμπληρώθηκε στις 6-10-2022.

Συνεπώς, η άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 29-9-2022, έλαβε χώρα εντός της προαναφερθείσας νόμιμης τριακονθήμερης προθεσμίας. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά την ανωτέρω ερημοδικία του αιτούντος τη διόρθωση της ως άνω απόφασης, ήδη αναιρεσίβλητου, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...

απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτόν και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον του, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 319 του Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 548/2023, Α.Π. 67/2020, Α.Π. 508/2020).

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που πλήττει την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1-2 και 144 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 315 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα : " Αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του".

Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί, στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου, τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται ότι, κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, είναι δυνατόν να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων, που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν, από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης, επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, επιτρεπόμενη από το νόμο, δεν ανατρέπει, αλλ' ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση, δεν αποτελεί δε παραβίαση του δεδικασμένου (Ολ.

Α.Π. 29/2004, Ολ. Α.Π. 30/2004, Α.Π. 395/2019, Α.Π 1305/2007, Α.Π. 1259/2002). Η ανακριβής ή ελλιπής, εξάλλου, διατύπωση η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της (Ολ.

Α.Π. 22/2004, Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 395/2019, Α.Π. 1034/1997) είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα και, ιδίως, προς εκείνα, με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία ( Α.Π. 266/2019, Α.Π. 1305/2007, Α.Π. 1703/2006). Πρέπει δε η διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της και, έτσι, να οδηγεί άμεσα ή έμμεσα σε επανεκτίμηση των αποδείξεων ή επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης.

Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται, στη συνέχεια, η διόρθωσή της. Κατά συνέπεια αντικείμενο διόρθωσης, δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία, εφόσον αποδειχθούν, αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων μέσων (Ολ.

Α.Π. 17/2017, Α.Π. 266/2019, Α.Π. 1703/2006, Α.Π. 1672/2001), αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης. Διόρθωση, δηλαδή, χωρεί μόνο, όταν προφανώς συνάγεται ότι το δικαστήριο άλλο θέλησε να εκφράσει στην απόφασή του και άλλο εξέφρασε, με την αποδοχή δε της αίτησης διόρθωσης αποκαθίσταται η διάσταση, ώστε να αποδοθεί στο κείμενο της απόφασης το ηθελημένο περιεχόμενό της (Α.Π.1479/2019, Α.Π.633/2017, Α.Π. 359/2017, Α.Π.318/2018, Α.Π.1/2015, Α.Π.1765/2013, Α.Π. 1672/2001).

Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης δικαστήριο είναι το δικαστήριο, που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση (άρθρο 317 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), το οποίο μάλιστα παραμένει αρμόδιο, έστω και αν εκκρεμεί αναίρεση κατά της διορθωτέας απόφασης (Α.Π. 962/2007, Α.Π. 143/2002). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 219/2025, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 32/1996).

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ.

Α.Π. 963/1985, Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 12/2000), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 30/2021, Α.Π. 1157/2020, Α.Π. 1873/2014, Α.Π. 2001/2009). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του Κ.Πολ.Δ..

Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγο, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (Α.Π. 933/2014, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ. Α.Π. 2091/1986, Α.Π. 267/2017), της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 374/2019, Α.Π. 208/2018).

Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 315 (και του άρθρου 316) του Κ.Πολ.Δ. είναι δικονομικού δικαίου και, κατά συνέπεια, η παραβίασή της ελέγχεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (Α.Π. 1123/2023, Α.Π.1291/2019, Α.Π. 851/2014, Α.Π. 212/2012, Α.Π. 682/2011, Α.Π. 425/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά την έρευνα του σχετικού (πρώτου) αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά της υπ' αριθμ. ... διορθωτικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αρχική ενάγουσα Ε. συζ.

Π. Λ., στη θέση της οποίας ακολούθως, μετά τον επισυμβάντα στις 12-2-2018 θάνατό της, υπεισήλθε στη δίκη ο υιός της Κ. Λ., ήδη αναιρεσίβλητος, με τις από 27-2-2009 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) και 12-11-2009 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αγωγές που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ινστιτούτο Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης- Ι.Κ.Π.Α.", καθολικό διάδοχο του οποίου είναι το Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ", ήδη αναιρεσείον, ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει ως αποζημίωση χρήσης: α) με την πρώτη αγωγή, το ποσό των 66.200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 10-8-2008 έως και Ιούνιο 2009 και β) με τη δεύτερη αγωγή, το ποσό των 25.200 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2009 έως και Οκτώβριο 2009.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. ... απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τις αγωγές ως κατ' ουσίαν βάσιμες και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση χρήσης, για τα ένδικα χρονικά διαστήματα, τα αιτούμενα ποσά.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, άσκησε την από 22-5-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας τις παραπάνω δύο αγωγές, δέχθηκε εν μέρει αυτές ως ουσιαστικά βάσιμες και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 64.400 ευρώ.

Με την από 3-11-2019 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αίτησή του προς το εκδόν την παραπάνω απόφαση, Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ο ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε τη διόρθωση της υπ' αριθμ. ... οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι έχει εμφιλοχωρήσει, εκ παραδρομής, στην εν λόγω απόφαση, το αναφερόμενο στην αίτησή του σφάλμα.

Το ως άνω Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. ... προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του αιτούντος, ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αίτηση και διέταξε, κατ' άρθρο 315 του Κ.Πολ.Δ., τη διόρθωση- συμπλήρωση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, τόσο κατά το αιτιολογικό της, όσο και κατά το διατακτικό της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και διατακτικό της διορθωθείσας ως άνω υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σε αυτήν εκτίθενται σχετικά με το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, ως προς το οποίο εχώρησε η συμπλήρωση-διόρθωσή της με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής : Α) Στο αιτιολογικό της, στην 6η σελίδα "...Η αποζημίωση χρήσης την οποία οφείλει ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος το οποίο υπόκειται σε αναπροσαρμογή αλλά γνήσιας αποζημίωσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναπροσαρμογή.

Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση που υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει την αποζημίωση χρήσης με βάση το αναπροσαρμοσθέν μίσθωμα 6.300 ευρώ έσφαλε.

Συνεπώς αφού γίνει δεκτός ο λόγος της ένδικης εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτή αυτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη. Στη συνέχεια μετά την κράτηση και εκδίκαση από το παρόν δικαστήριο των από 7/2/2009 και 12/11/2009 αγωγών πρέπει να γίνουν αυτές κατά ένα μέρος ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 64.400 ευρώ με το νόμιμο τόκο..." και στην 4η σελίδα "...

Συνεπώς για το αιτηθέν με την πρώτη αγωγή χρονικό διάστημα, ήτοι από 10/8/2008 μέχρι και Ιούνιο 2009 το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα αποζημίωση χρήσης, ίση με το ποσό του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 64.400 ευρώ [4.400 ευρώ (6.000 :30 ημ. Χ 22 ημέρες), για το χρονικό διάστημα από 10/8/2008 έως 31/8/2008 + 24.000 ευρώ (6.000 χ 4 μήνες) για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2008 + 36.000 ευρώ (6.000 χ 6 μήνες) για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο έως και μήνα Ιούνιο του έτους 2009, καθώς και για το αιτηθέν με τη δεύτερη αγωγή χρονικό διάστημα, ήτοι για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2009, το συνολικό ποσό των 24.000 ευρώ (6.000 χ 4 μήνες)..." και Β) στο διατακτικό της, στην 6η σελίδα "...

Δέχεται τυπικά και εν μέρει ουσιαστικά την έφεση. Εξαφανίζει την ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί των από 7/2/2009 και από 12/11/2009 αγωγών. Δέχεται εν μέρει τις αγωγές. Υποχρεώνει το εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ" να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των εξήντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων (64.400) ευρώ...".

Στη συνέχεια, με την από 3-11-2019 αίτησή του ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε υπεισέλθει, στην κατ' έφεση δίκη, στη θέση της αποβιώσασας στις 12-2-2018 μητέρας του και σε όλα τα δικαιώματα της επίδικης μίσθωσης, ζήτησε τη διόρθωση της ως άνω απόφασης και επ' αυτής, όπως προεκτέθηκε, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που προσβάλλει το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με την οποία επιδιώκει, για τους λόγους που ειδικότερα επικαλείται, να αναιρεθεί αυτή, ώστε στη συνέχεια να απορριφθεί η αίτηση του αναιρεσίβλητου. Η αναιρεσιβαλλόμενη διορθωτική αυτή απόφαση δέχτηκε, σε σχέση με το αίτημα διόρθωσης της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, τα ακόλουθα: " ...

στην υπ' αριθμ. ... απόφαση υφίσταται πρόδηλη ανακρίβεια και ασυμφωνία μεταξύ αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που διατυπώθηκαν στην απόφαση. Ειδικότερα, παρόλο που το δικάσαν δικαστήριο με σαφήνεια και αδιστάκτως δέχθηκε ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση χρήσης για τα ένδικα χρονικά διαστήματα τα ποσά των 64.400 και 24.000 ευρώ και έγιναν (εν μέρει) δεκτές και οι δύο αγωγές, παραταύτα και από προφανή παραδρομή, στο διατακτικό της αποφάσεως και σε σημείο του σκεπτικού (σελ.6), στο συνολικό ποσό που υποχρεώνεται το εναγόμενο να καταβάλει δεν έχει συμπεριληφθεί το επιδικασθέν (για τη δεύτερη αγωγή) ποσό των 24.000 ευρώ, το οποίο κατά σαφή βούληση του παραπάνω δικαστηρίου αναμφίβολα επιδικάσθηκε, με συνέπεια το συνολικό ποσό να προσδιορίζεται σε 64.400 ευρώ αντί του ορθού 84.400 ευρώ.

Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση διόρθωσης / συμπλήρωσης της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου...".Με βάση δε τα ανωτέρω, δέχθηκε την αίτηση και διόρθωσε-συμπλήρωσε την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως εξής: Στο διατακτικό από το εσφαλμένο "Υποχρεώνει το εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ" να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των εξήντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων (64.400) ευρώ..." στο ορθό "Υποχρεώνει το εναγόμενο ...να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων (84.400) ευρώ..." και στο σκεπτικό (σελ. 6) από το εσφαλμένο "...να υποχρεωθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό 64.400 ευρώ..." στο ορθό "να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 84.400 ευρώ...".

Ήδη, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 14 του 559 του Κ.Πολ.Δ. [ και όχι και από τον αριθμό 1 ], το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη διορθωτική απόφαση (...), με την αιτίαση ότι παρά το νόμο διόρθωσε την υπ' αριθμ.... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διότι η διόρθωση έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 315 Κ.Πολ.Δ., καθώς ουσιαστικά υποκαταστάθηκε στην ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστή και αναμόρφωσε ανεπίτρεπτα το σύνολο της διορθωθείσας απόφασης.

Κρίνοντας, όμως, όπως παραπάνω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ορθώς δέχθηκε ως παραδεκτή και κατ' ουσίαν βάσιμη την αίτηση περί διόρθωσης της υπ' ... απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου και διόρθωσε-συμπλήρωσε αυτήν, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 315 του Κ.Πολ.Δ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς η διόρθωση αφορούσε λάθη από παραδρομή της διορθωθείσας απόφασης και όχι κατ' ουσίαν έρευνα της διαφοράς, η οποία εκφεύγει της διαδικασίας της διόρθωσης.

Συγκεκριμένα, συνέτρεχε περίπτωση διόρθωσης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους της οφειλόμενης από το εναγόμενο- αναιρεσείον αποζημίωσης χρήσης και συνακόλουθα ως προς την καταβολή του οφειλόμενου από το αναιρεσείον ποσού, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα, η διορθωθείσα υπ' αριθμ. ...

απόφαση, μολονότι με σαφήνεια εκθέτει στη σχετική σκέψη της ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση χρήσης για τα ένδικα χρονικά διαστήματα τα ποσά των 64.400 ευρώ και 24.000 ευρώ και στη συνέχεια δέχθηκε (εν μέρει) και τις δύο, από 7-2-2009 και 12-11-2009, αγωγές, παραταύτα, από προφανή παραδρομή στο διατακτικό της απόφασης και σε σημείο του σκεπτικού (σελ. 6), στο συνολικό ποσό που υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει δεν έχει συμπεριλάβει το επιδικασθέν για τη δεύτερη (από 12-11-2009) αγωγή ποσό των 24.000 ευρώ, το οποίο κατά τη σαφή βούληση του ως άνω Δικαστηρίου αναμφίβολα επιδίκασε, με συνέπεια το συνολικό καταβαλλόμενο ποσό να προσδιορίζεται εσφαλμένα σε 64.400 ευρώ, αντί του ορθού 84.400 ευρώ.

Ως εκ τούτου, παραδεκτώς, η προσβαλλόμενη απόφαση διόρθωσε και συμπλήρωσε το σκεπτικό και το διατακτικό της υπ' αριθμ. ... απόφασης, καθώς, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται, συνέτρεχε, κατ' εφαρμογή της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 315 του Κ.Πολ.Δ, περίπτωση διόρθωσης και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, που προβλέπεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου που πλήττει την υπ' αριθμ. ... απόφαση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί εισαγωγής του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου (Α.Π. 1165/2022). Τέλος το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Δεν ορίζεται δε η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί σ' αυτό με πάγια αντιμισθία (βλ. από 29-5-2024 υπεύθυνη δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Β. Β.), και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους {άρθρα 30 παρ. 1 και 2 ν. 4038/2012 και 19 παρ. 1 περ. β' ν. 2556/1997 σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013 - Α.Π. 1009/2023].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθμ. ... και ... τελεσίδικων αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ