Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment regarding statutory cap on damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance fund against a final judgment ordering it to pay damages to a railway organization. The appellant argued that the lower court failed to consider a 2012 law limiting liability to €100,000, claiming this omission caused the higher award. The court rejected this, ruling that the lower court had already examined and rejected the liability cap argument as illegal, and that the appellant's supplementary claim based on an older statute was also invalid and irrelevant to the case outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be dismissed if the lower court's decision on the merits is legally sound and no other grounds for appeal exist, even if the appellant claims the court overlooked a specific statutory limitation on liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 409 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ - Αικατερίνη Γρατσία - Πλατή, η οποία ανακάλεσε την από 15-01-2021 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ)" Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βούλγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2009 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 1394/2011 μη οριστική και 594/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3712/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 16-12-2019 αίτησή του και τους από 20-11-2020 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Με την από 16-12-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 20-11-2020 πρόσθετους λόγους της, προσβάλλεται η 3712/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ` έφεση και επικύρωσε την 594/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κατά συνεκδίκαση της από 28-12-2007 κυρίας αγωγής και της από 04-06-2008 παρεπίμπτουσας αγωγής, δέχθηκε εν μέρει την κυρία αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων Γ. Γ. , Αγροτικής ΑΑΕΕΓΑ και ΝΠΙΔ Επικουρικού Κεφαλαίου, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 567.337,25 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, της δε ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΕΓΑ" μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ, καθώς και δέχθηκε την παρεπίμπτουσα αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης σ'αυτήν να καταβάλει στην παρεπιμπτόντως ενάγουσα εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΕΓΑ" το ως άνω ποσό που θα υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, πλέον τόκων και εξόδων, με τον νόμιμο τόκο από την καταβολή τους. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1,569 ΚΠολΔ) και συνεπώς παραδεκτά (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ, ΑΠ 1192/2014).
[2] Ειδικότερα με την υπό στοιχεία Α' από 28-12-2007 κύρια αγωγή η ενάγουσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας ΑΕ" και ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι στις 16-02-2006 στο χιλιομετρικό σημείο (Χ.Σ.) 137+740 της γραμμής Θεσσαλονίκης-Αλεξανδρούπολης, πλησίον του Σιδηροδρομικού Σταθμού Χρυσού Σερρών, προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα εξαιτίας συγκλίνουσας αμέλειας του οδηγού του υπ' αριθ.
κυκλ. ... γεωργικού ελκυστήρα, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου Γ. Γ. , ο οποίος τον προέστησε στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "Αγροτική ΑΑΕΕΓΑ" και του οδηγού του υπ'αριθ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Εγνατία Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το τρίτο εναγόμενο, Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων". Ότι ειδικότερα, ο Ν. Τ. , οδηγός του πιο πάνω αναφερόμενου ΙΧΦ αυτοκινήτου, επιθυμώντας να επιχειρήσει παράνομη διέλευση της σιδηροδρομικής γραμμής στο ως άνω χιλιομετρικό σημείο, όπου δεν υπήρχε διάβαση, ζήτησε από τον οδηγό του πιο πάνω αναφερόμενου γεωργικού ελκυστήρα, να τον ρυμουλκήσει και να τον απεγκλωβίσει από το σημείο που είχε ακινητοποιηθεί πλησίον της σιδηροδρομικής γραμμής.
Ότι ο τελευταίος ρυμούλκησε το προαναφερόμενο όχημα, επιχειρώντας από κοινού με τον οδηγό του ΙΧΦ να διασχίσουν κάθετα τη σιδηροδρομική γραμμή, πλην όμως ανεπιτυχώς κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα, με αποτέλεσμα, αφού το Ι.Χ.Φ. ακινητοποιήθηκε πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή, να συγκρουσθεί με επερχόμενη αμαξοστοιχία της ενάγουσας, συνεπεία δε της συγκρούσεως αυτής επήλθε ο εκτροχιασμός όλων των οχημάτων (βαγονιών) της αμαξοστοιχίας, ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο θανάσιμος τραυματισμός μίας επιβάτιδας της αμαξοστοιχίας, ο σοβαρός τραυματισμός δύο επιβατών αυτής και ο ελαφρότερος τραυματισμών ετέρων δεκατεσσάρων, η δε ενάγουσα υπέστη θετική και αποθετική ζημία, αλλά και ηθική βλάβη λόγω της προσβολής και μείωσης του κύρους, της φήμης και της αξιοπιστίας της.
Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως το αίτημα της κρινόμενης αγωγής περιορίστηκε από καταψηφιστικό και σε έντοκο αναγνωριστικό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται, έκαστος εις ολόκληρον, να της καταβάλουν, το συνολικό ποσό των 589.591,11 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική της ζημία, καθώς και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος και κάθε επιμέρους ποσό με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτή εκδόθηκε η 1394/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσας εκ μέρους της εναγόμενης Ανώνυμης ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΑΕΕΓΑ" εφέσεως κατά της 941/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων σχετικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και την συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των εναγόμενων οδηγών. Μετά την έκδοση της 3604/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επαναφέρθηκε νόμιμα προς συζήτηση η ένδικη αγωγή και επ'αυτής εκδόθηκε η άνω αναφερθείσα 594/2017 οριστική απόφαση του (Πρωτοβαθμίου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δίκασε κατ'ουσίαν την υπόθεση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επεδίκασε εις βάρος των εναγομένων τα ποσά που στην πρώτη σκέψη αναφέρθηκαν.
Κατά της πρωτοβάθμιας άνω απόφασης ασκήθηκε η από 09-06-2017 (αριθ. κατάθ. 545451/502658/2017) έφεση από το τρίτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο και ήδη αναιρεσείον και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 3712/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση κατ'ουσίαν και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση. Άσκησε δε την υπό κρίση αναίρεση επίσης το τρίτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο.
[3] Στο άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-04-1972 "περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής" προβλέπεται, ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση".
Η υποχρέωση αυτή καλύπτεται με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρ. 2 επ. Ν. 489/1976), καθώς και με την πρόβλεψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης των προαναφερομένων κυρίου ή κατόχου σε περίπτωση κυκλοφορίας ανασφάλιστου αυτοκινήτου (άρθρ. 12 του ως άνω νόμου).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 § 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 "Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων", ορίζεται ότι "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1".
Στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου το ζήτημα τούτο είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. του προαναφερόμενου Ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, με την ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και συντετμημένα "Επικουρικό Κεφάλαιο", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Ανάπτυξης, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του άνω νόμου.
Στη συνέχεια, μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης (άρθρ. 18 Ν. 489/1976), για την εκπλήρωση δε του σκοπού του επιβάλλεται εκ του νόμου εισφορά υπέρ αυτού, το ανώτατο όριο της οποίας καθορίζεται με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων (5% κατ' ανώτατο όριο) του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους (άρθρ. 20 § 1 Ν. 489/1976). Από την νομοθεσία λοιπόν που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί κοινωνικό έργο.
[4] Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 §§ 1, 2, 5, 6 και 10 § 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική αξίωση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.Ι.Α για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 § 1 του ιδίου ως άνω ΠΔ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το Ν.4092/2012, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου ατυχήματος.
[5] Περαιτέρω, με το τέταρτο άρθρο του Ν.4092/2012, ο οποίος σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α/8.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στις αποζημιώσεις που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του, καθώς επίσης και περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Ειδικότερα, με το στοιχείο γ' του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/ 1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι η αποζημίωση στην περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας δεν καταβάλλεται ολόκληρη, αλλά με βάση τα ποσοστά που η διάταξη αυτή λεπτομερώς καθορίζει, κυμαινόμενα μεταξύ 70% έως 90%, μη δυνάμενη να υπερβεί, κατ' ανώτατο όριο, το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.
Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".
Πρέπει να σημειωθεί ότι με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει ολοκληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1" καλύπτεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (OλΑΠ 9/1993, ΔΕΕ, C-277/12 της 24-10-2013 στην υπόθεση [...] ).
Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 της Κωδικοποιητικής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ ορίζει επακριβώς ποια είναι τα ελάχιστα αυτά ποσά ασφαλιστικής κάλυψης, τα οποία θα πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση (ΔΕΚ 348/98 της 14-11-2000).
[6] Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν κατά το Σύνταγμα στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων ορίσθηκε ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς διασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Υπό τα δεδομένα αυτά οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν.4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους.
Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ. 4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1", διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης, το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών.
Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 6/2007, ΟλΑΠ 40/1998).
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν.4092/2012, με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.
Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου(ΟλΑΠ 3/2019,ΑΠ 806/2019,ΑΠ 631/2019, ΑΠ 988/2018,ΑΠ 274/2018, ΑΠ 957/2017).
[7] Ακολούθως, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών ή προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008).
[8] Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο [...] για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα".
Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (ΟλΑΠ 12/2013, ΟλΑΠ 4/2012).
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις με τις οποίες ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση 1) με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με αυτές αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος και 2) με την διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με την ανωτέρω ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου (στην προκειμένη περίπτωση της αναιρεσίβλητης) χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενόψει του ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλουν οι ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους (ΑΠ 1025/2015).
Τέλος, η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του Επικουρικού Κεφαλαίου, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (ΟλΑΠ 3/2017, ΟλΑΠ 4/2017, ΟλΑΠ 5/2017, ΟλΑΠ 4/2012).
9. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο εφέσεως, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για την διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεώς του, είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 1025/ 2015).
Εξ άλλου, οι προαναφερόμενες επίμαχες διατάξεις του τέταρτου άρθρου του Ν.4092/2012, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του Π.Δ/τος 237/1986, ήτοι εκείνες με τις οποίες ορίζεται α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο, τόσο για την ως άνω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, όσο και για την συνολικά καταβαλλόμενη αποζημίωση για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, όπως το ποσό αυτής ήδη ορίζεται με το εδάφιο γ' του ως άνω τέταρτου άρθρου του παραπάνω νόμου (βλ.
για τα προ του νόμου τούτου ισχύοντα ποσά το άρθρο 6 § 5 Ν. 489/1976 που κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986), ρητά μνημονεύεται στο νόμο αυτό ότι καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική απόφαση. Από την τελευταία αυτή διάταξη (ήτοι την ορίζουσα ότι οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του Ν.4092/2012 καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου αξιώσεις, χωρίς να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικασθεί με οριστική απόφαση) συνάγεται, ότι εάν οριστική απόφαση επιδικάζουσα ορισμένα ποσά κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου εκδόθηκε πριν την έναρξη της ισχύος του Ν.4092/2012, η δε κατ' αυτής έφεση συζητήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου και με την απόφαση του Εφετείου διαφοροποιούνται τα ποσά που επιδικάσθηκαν πρωτοδίκως, τότε δεν ισχύουν οι προαναφερόμενοι ποσοτικοί περιορισμοί, αφού έχει ήδη προηγηθεί η έκδοση σχετικής οριστικής απόφασης πριν την έναρξη ισχύος του Ν.4092/2012(ΑΠ 957/2017).
[10] Τέλος με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
[11] Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με την μη εφαρμογή της, παρά το ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε προ της αντικατάστασής της από το άρθρο τέταρτο του ν. 4092/2012, και ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, η οποία, (διάταξη άρθρου 19 παρ. 2 του ν.489/1976) σε συνδυασμό με την με αριθμό Κ3-5322/29-6-2001 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, περιορίζει την αποζημίωση που υποχρεούται να καταβάλει αυτό (Επικουρικό Κεφάλαιο), και δεν μπορεί να υπερβεί αυτή, τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 του νόμου αυτού, κατώτατα όρια των ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος, και επέκεινα να περιορίσει την ευθύνη του μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των 100.000 ευρώ, ισχυρισμό που νόμιμα όπως ισχυρίζεται προέβαλε τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου με τον πρώτο λόγο της έφεσης επικουρικά, για την περίπτωση που απορριπτόταν η οψιγενής έντασή του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, περί περιορισμού της ευθύνης του κατ'ανώτατο όριο στο ποσό των 100.000 ευρώ, σύμφωνα με το τέταρτο άρθρο του ν. 4092/2012, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 08-11-2012, ήτοι πριν την άσκηση της εφέσεώς του (12-06-2017) και με τον οποίο αντικαθίστατο το άρθρο 19 παρ. 2 του π.δ 237/86 που είχε κωδικοποιήσει τον ν. 489/1976, αφού ο άνω ν. 4092/2012 που κηρύχθηκε αντισυνταγματικός, δεν καταργεί τον προγενέστερο (ν. 489/1976), ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έκδοση του ανίσχυρου αυτού νόμου.
[11] Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο σχετικώς με την προβληθείσα από το ήδη αναιρεσείον, ως ειδικό διάδοχο της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕΓΑ", με τις προτάσεις του της συζητήσεως εκείνης, ένσταση περιορισμού της ευθύνης του για υλικές ζημίες της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά τις διαβαθμίσεις, που προβλέπονται από το τέταρτο άρθρο του νόμου 4092/2012 με ανώτατο όριο το ποσό των 100.000 ευρώ, δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| Περαιτέρω απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι ο ισχυρισμός του Επικουρικού Κεφαλαίου, που, όπως προαναφέρθηκε, έχει υπεισέλθει στη θέση της αρχικής εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής, για περιορισμό της ευθύνης του, σύμφωνα με τις διατάξεις του τετάρτου άρθρου του νόμου 4092/2012, λόγω του ανίσχυρου των διατάξεων αυτών, καθόσον :α) εκείνες του εδ.
γ' περ. α', β', γ' δ', ε' και στ' που ορίζουν, ότι για αποζημίωση ύψους έως 4000 ευρώ, από 4.001 έως 10.000 ευρώ, από 10001 έως 30.000 ευρώ, από 30.001 έως 60.000 ευρώ, από 60.001 έως 100.000 ευρώ και για πέραν των 100.000 ευρώ που καταβολή το Επικουρικό Κεφάλαιο, το τελευταίο θα καταβάλει συνολικό πόσο ίσο προς το 90%, 87,5% 85% 80% 70% και 70% αυτής , αντίστοιχα, με κατώτατο όριο το ποσό των 3.600, 3.600,8.750 , 25.000, 48.000 και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα είναι ανίσχυρες κατ' άρθρο 288 III της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της ευθείας αντίθεσης τους προς το άρθρο 1 παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 "για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων" (84/5/ΕΟΚ), που ορίζει, ότι "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρεωτικής ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παρ. 1" και ο οποίος οργανισμός είχε ήδη προβλεφθεί στην εσωτερική νομοθεσία με τα άρθρα 16 επ.
του νόμου 489/1976, με τα οποία ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων". Είναι δε ευθέως αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις προς εκείνες τις Οδηγίες που προαναφέρθηκε, αφού, περιορίζοντας σε ποσοστό του επιδικασθέντος ποσού την αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μειώνουν στο ποσό αυτό τη μεγαλύτερη έναντι τούτου αξίωση αποζημίωσης (στην οποία υπάγεται και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
ΟλΑΠ 9/93 ΝοΒ 42-375), ήτοι κάτω του ελαχίστου ορίου της οικείας ασφαλιστικής κάλυψης, ενώ κατά την ανωτέρω Οδηγία, η οποία λόγω του παραπάνω σαφούς περιεχομένου της, έχει άμεση εφαρμογή, η αξίωση αυτή του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα αυτά όρια της ασφαλιστικής κάλυψης, και β) εκείνες του εδ.
στ' περ. 3, που ορίζουν, ότι " η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου", είναι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ανίσχυρες, επειδή, καταργώντας, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου τους, αναδρομικά, και τις υφιστάμενες δηλαδή κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου 4092/2012, λόγω επισυμβάντος μέχρι τότε τροχαίου ατυχήματος, ενοχικές αξιώσεις, όπως, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί και οι ένδικες, έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο έχει κυρωθεί, μαζί με τη Σύμβαση, με το ν.δ 53/1974, με υπερνομοθετική, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχύ, καθόσον στην περιουσία που προστατεύεται από τα παραπάνω άρθρα περιλαμβάνονται, πλην άλλων και οι απλώς γεγεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία δικαστικής ικανοποίησης τους, βάσει του ισχύοντος πριν την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικού καθεστώτος, όπως εν προκειμένω, ενώ, παράλληλα, δεν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας που να δικαιολογούν την παραπάνω αναδρομική κατάργηση, όπως απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Και τούτο, διότι αν ως δημόσια ωφέλεια νοείται η θέση του Επικουρικού Κεφαλαίου, η διασφάλιση δηλαδή της ομαλής λειτουργίας του, με τη στάθμιση των υποχρεώσεών του χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του υπόσταση, με τις παραπάνω διατάξεις του νόμου 4092/2012 αναιρείται η ίδια η λειτουργία του, αφού τούτο δεν θα καταβάλει πλέον παρά μόνο ελάχιστο μέρος των αποζημιώσεων των παθόντων τροχαίων ατυχημάτων, με αποτέλεσμα να καταργούνται δικαιώματα αυτών που κατ' επίφαση ο εν λόγω νόμος ήθελε να προστατεύσει και γ) εκείνες του εδ.
στ" περ. 5, που ορίζουν, ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι της εκατό (6%) ετησίως", είναι ανίσχυρες, λόγω αντίθεσης τους με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού αναγνωρίζουν ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, σε σχέση με τα λοιπά πρόσωπα ως προς το επιτόκιο που αυτά πληρώνουν, μεταξύ των οποίων και οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων, 6 παραγρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν υφίστανται λόγοι δημοσίου συμφέροντος που να καθιστούν ανεκτή την παραπάνω διαφοροποίηση, καθόσον το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου που εξυπηρετούν, δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, ενέχουν προσβολή της περιουσίας του παθόντος-δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς, όπως προεκτέθηκε, συνδρομή λόγου δημοσίου συμφέροντος και 25 παρ.1 του Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας που αυτό κατοχυρώνει, καθόσον, τούτο δε ισχύει για το σύνολο των εξεταζομένων διατάξεων, τα ανωτέρω μέτρα που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν είναι ούτε αναγκαία, αλλά ούτε και πρόσφορα για την προστασία του Επικουρικού Κεφαλαίου και την αποζημίωση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα, αφού το ανωτέρω επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα χωρίς κόστος για τους ασφαλισμένους, όπως με την αποτελεσματική προληπτική επιτήρηση και των έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών, αλλά και τη μέριμνα για την εξάλειψη ή την ελαχιστοποίηση των οχημάτων που κυκλοφορούν ανασφάλιστα.
Η παραδοξότητα της ανωτέρω νομοθετικής ρύθμισης και τα άτοπα, τα οποία συνεπάγεται, καθίστανται εμφανή, αν αναλογιστεί κανείς, ότι η ρύθμιση αυτή στερεί ουσιαστικά την ασφαλιστική κάλυψη από τον ιδιοκτήτη κλπ. αυτοκινήτου, ακόμη και στη μοναδική ίσως περίπτωση του οδηγητικού του βίου που θα προκαλούσε ατύχημα, παρά το γεγονός ότι, συμμορφούμενος με άλλη νομοθετική ρύθμιση, κατέβαλε, συνεπέστατα, σ' ολόκληρο τον παραπάνω βίο του, το σύνολο των ασφαλίστρων στις ασφαλιστικές εταιρείες, ένα μέρος των οποίων κατέληγε στο Επικουρικό Κεφάλαιο, για να τύχει της αναμενόμενης και υποσχεθείσης ασφαλιστικής κάλυψης, όταν θα προκαλούσε ατύχημα.
Εμφανίζεται, έτσι, το παράδοξο να υποχρεώνεται με ένα νόμο ο πολίτης να καταβάλει τα ασφάλιστρα, για να τύχει ασφαλιστικής κάλυψης και με άλλο νόμο, χωρίς να καταργείται η παραπάνω υποχρέωσή του, να στερείται, παρά το ότι ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω υποχρέωσή του, την ασφαλιστική του κάλυψη που του υποσχέθηκαν.
Με τον τρόπο αυτό, επιβραβεύεται η αδυναμία ή η απροθυμία να ασκηθεί έλεγχος στην ασφαλιστική αγορά. Πρόκειται, συνεπώς, για νομοθετική ρύθμιση, η οποία στερώντας από τον συνεπή οδηγό κλπ. την ασφαλιστική κάλυψη, που, λόγω της συνεχούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, ανέμενε και δικαιούται, μετατρέπει, ουσιαστικά, το ασφάλιστρο σε φόρο και μη ανταποδοτικό τέλος υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου και η οποία ρύθμιση, πέραν της αντίθεσης της προς τις ανωτέρω υπερνομοθετικές διατάξεις, έρχεται, για το λόγο τούτο, σε αντίθεση και με το περί δικαίου αίσθημα, μη δυνάμενη επομένως και από το λόγο αυτό, να τύχει εφαρμογής, ούτε, φυσικά, από το Δικαστήριο τούτο.
Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, και την υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και στην οποία (περιουσία) περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική η διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, β) τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2 ΑΚ και 77 παρ. 2 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου αρκεί όμως, να μην παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας και γ) τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, που συμπορεύονται προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ σύμφωνα με τις οποίες, το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος, για το οποίο μπορεί να ζητηθεί προστασία που οδηγεί σε άμεση καταδίκη, κρίνεται κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθίσταται σαφές ότι η τροποποιηθείσα διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 που κατά τη γραμματική της διατύπωση ορίζει, όπως προαναφέρεται, ότι " Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση [...]", έχει την αληθή έννοια ότι "στις μη θιγόμενες αξιώσεις που έχουν επιδικασθεί με οριστική δικαστική απόφαση" περιλαμβάνονται (τουλάχιστον και εκείνες) που κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ίσχυε ο ως άνω τροποποιητικός νόμος, αφού διαφορετικά, θα θίγονταν αναδρομικά, τα γεγενημένα και απαιτητά σχετικά δικαιώματα των εναγόντων (αλλά και του συνεναγόμενου του Ε.Κ.
υπαίτιου οδηγού, από τη σε βάρος του εκτέλεση) κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί ισότητας και προστασίας της ιδιοκτησίας. Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αγωγή στην οποία εμπεριέχονται οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας σε βάρος και του εναγόμενου-ήδη εκκαλούντος-Επικουρικού Κεφαλαίου, συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ακόμη δημοσιευθεί ο προαναφερθείς τροποποιητικός νόμος (4092/08.11.2012 με το τέταρτο άρθρο του οποίου περιορίζεται η έναντι των ζημιωθέντων σε αυτοκινητικό ατύχημα ευθύνη του ΕΚ), δεν καταλαμβάνεται από τις ως άνω τροποποιηθείσες διατάξεις, με συνέπεια να μην περιορίζεται ποσοτικά η ευθύνη του εναγόμενου Επικουρικού Κεφαλαίου, απορριπτόμενων ως αβάσιμων όλων των αντίθετων ισχυρισμών του εκκαλούντος |».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου-αναιρεσείοντος περί περιορισμού της ευθύνης του για αποζημίωση των υλικών ζημιών της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης εταιρείας μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ, ως μη νόμιμο, λόγω ανισχύρου ως αντισυνταγματικών των διατάξεών του και ακολούθως τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσής του, και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως ως προς τον ισχυρισμό αυτό.
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη με αριθμό 9 μείζονα σκέψη της παρούσας και δεδομένου ότι α) ο Ν. 4092/2012 άρχισε να ισχύει από 8.11.2012, β) η 594/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία δικάστηκε κατ'ουσίαν η υπόθεση, δηλαδή ελέγχθηκε η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και στην συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η υπό στοιχεία Α' κυρία από 28-12-2007 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δημοσιεύθηκε στις 13.11.2017, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου, και γ) η κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως ως άνω αναφερόμενη έφεση συζητήθηκε στις 21-02-2019, ήτοι επίσης μετά την έναρξη ισχύος του Ν.4092/2012, και η ήδη προσβαλλομένη 3712/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση δημοσιεύθηκε την 27-06-2019, η ένδικη υπόθεση καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, εφόσον ο νόμος αυτός ίσχυε κατά το χρονικό σημείο της δημοσίευσης της οριστικής απόφασης (10-4-2017) του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Όμως σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 3,4,5,6,7 και 8 μείζονες σκέψεις, ο περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του τετάρτου άρθρου του νόμου 4092/2012, είναι μη νόμιμος λόγω του ανίσχυρου των διατάξεων αυτών, καθόσον :α) εκείνες του εδ. γ' περ. α', β', γ' δ', ε' και στ' που ορίζουν, ότι για αποζημίωση ύψους έως 4000 ευρώ, από 4.001 έως 10.000 ευρώ, από 10001 έως 30.000 ευρώ, από 30.001 έως 60.000 ευρώ, από 60.001 έως 100.000 ευρώ και για πέραν των 100.000 ευρώ που καταβολή το Επικουρικό Κεφάλαιο, το τελευταίο θα καταβάλει συνολικό πόσο ίσο προς το 90%, 87,5% 85% 80% 70% και 70% αυτής , αντίστοιχα, με κατώτατο όριο το ποσό των 3.600, 3.600,8.750 , 25.000, 48.000 και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα είναι ανίσχυρες κατ' άρθρο 288 III της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της ευθείας αντίθεσης τους προς το άρθρο 1 παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983 "για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων" (84/5/ΕΟΚ) και παραβιάζουν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 17, 25 παρ. 1 περ.
δ` του ισχύοντος Συντάγματος, το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και την άνω Οδηγία 84/5/ΕΟΚ, και επομένως το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί περιορισμού της ευθύνης του ως προς τις υλικές ζημίες στο ποσό των 100.000 ευρώ κατ'ανώτατο όριο, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε και ορθά ερμήνευσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και ορθά δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 4 εδ.
γ` περ. α, β ,γ, δ, ε και στ' του Ν. 4092/2012 ως ανίσχυρη, όσον αφορά δηλαδή τους ποσοτικούς περιορισμούς. Επίσης και η ειδικότερη αιτίαση, "ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν.489/1976, την οποία έπρεπε να εφαρμόσει όπως ίσχυε προ της αντικατάστασής της από το άρθρο τέταρτο περ. γ' του ν. 4092/2012, εφόσον έκρινε ως ανίσχυρη την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ 237/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο περ.
γ' του ν. 4092/2012", είναι αβάσιμη, καθόσον όπως προαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το π.δ 237/1986, αντικαταστάθηκε από το άρθρο τέταρτο περ. γ'του ν. 4092/2012 και ρητά μνημονεύεται στο τελευταίο αυτό νόμο ότι καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική απόφαση και στην προκειμένη περίπτωση κατά τον άνω χρόνο, που άρχισε η ισχύς του νόμου αυτού, δεν είχε ακόμη εκδοθεί η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και άρα κατελάμβανε και τις ένδικες αξιώσεις, διότι ήταν ο νόμος που ίσχυε κατά την δημοσίευση της απόφασής του και εφόσον δόθηκε αναδρομική ισχύς στον νέο αυτό νόμο, η ένδικη υπόθεση καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού και όχι του προγενέστερου, ο οποίος ως αντικατασταθείς έπαυσε να ισχύει.
Κατ' ακολουθίαν όλων των άνω εφόσον το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό (άρθρο 578 ΚΠολΔ –ΑΠ 806/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 1479/2013), πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης λόγος ως αβάσιμος.
[12] Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/2010), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 656/2016).
[13] Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης και τον πρόσθετο αυτής λόγο, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί περιορισμού της ευθύνης του για υλικές ζημιές της εναγομένης σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε προ της αντικατάστασής της από το άρθρο τέταρτο περ.
γ' του ν. 4092/2012, και ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, η οποία, (διάταξη άρθρου 19 παρ. 2 του ν.489/1976)σε συνδυασμό με την με αριθμό Κ3-5322/29-6-2001 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί, τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 του νόμου αυτού, κατώτατα όρια των ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος, περιόριζε την ευθύνη του μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των 100.000 ευρώ, ισχυρισμό που νόμιμα όπως ισχυρίζεται προέβαλε τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου με τον πρώτο λόγο της έφεσης επικουρικά, για την περίπτωση που απορριπτόταν η οψιγενής έντασή του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, περί περιορισμού της ευθύνης του κατ'ανώτατο όριο στο ποσό των 100.000 ευρώ, σύμφωνα με το τέταρτο άρθρο του ν. 4092/2012, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 08-11-2012, ήτοι πριν την άσκηση της εφέσεώς του (12-06-2017) και ο οποίος είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αν είχε ληφθεί υπόψη από το Εφετείο δεν θα υποχρεωνόταν να καταβάλει τελικά στην ενάγουσα για υλικές ζημίες της το ποσό των 567.337,25 ευρώ.
Ο δεύτερος αυτός λόγος της αίτησης και ο πρόσθετος λόγος της είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, που αναλυτικά το περιεχόμενό της περιελήφθηκε εντός εισαγωγικών ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός περί περιορισμού της ευθύνης του αναιρεσείοντος για τις υλικές ζημίες του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 4 περίπτ γ' του ν. 4092/2012, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, ο δε επικουρικά προταθείς ισχυρισμός περί περιορισμού της ευθύνης του σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/76, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος και προ της αντικατάστασής του από το άρθρο τέταρτο περ.
γ' του ν. 4092/2012, απορρίφθηκε σιγή από το Εφετείο, αλλά και "εκ του πράγματος" με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Εξάλλου εφόσον η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το π.δ 237/1986, και αντικαταστάθηκε από το άρθρο τέταρτο περ. γ' του ν. 4092/2012, με αναδρομική ισχύ του τελευταίου νόμου, ο άνω επικουρικά προταθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί περιορισμού της ευθύνης του σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/76, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος και προ της αντικατάστασής του από το άρθρο τέταρτο περ.
γ' του ν. 4092/2012, ήταν μη νόμιμος και επομένως η παράλειψη απάντησης του Εφετείου σε μη νόμιμο ισχυρισμό και συνεπώς μη ουσιώδη, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2002, ΑΠ 291/2010) και δεν ιδρύει τον λόγο αυτό.
[14] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-12-2019 (με αριθμό κατάθ. 12249/1213/2019) αίτηση αναίρεσης και τον από 20-11-2020 (με αριθμό κατάθ.107/2020) πρόσθετο αυτής λόγο, περί αναιρέσεως της 3712/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος της οποίας καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων 1.800) ευρώ. -Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ