Legislator Case Law & Legislation
409/2020 AI generated

409/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 409/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/2/2015 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

409/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ'εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 731/2005).

Keywords

AI generated
sponsorship contract electrical and radio equipment election expenses labelling and marketing damage to electrical installations issue prospectus
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 409 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Γ. του Δ., 3) Α. Γ. του Δ., 4) Σ. Γ. του Α., 5) Γ. Γ. του Α., 6) Κ. Ν. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Φωτόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Σφέτσιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/2/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 11/12/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και με βάση τις επικαλούμενες αιτιάσεις είναι δυνατή η αναίρεσή της (προσβαλλόμενης απόφασης).

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ'εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 731/2005).

Κατ'ακολουθίαν αυτών, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες, η κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένων (ΑΠ 648/2011, ΑΠ 484/2010) από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε την εγκυρότητα της ερημοδικίας της εκ των εφεσιβλήτων ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." παραλείποντας να κηρύξει το σχετικό απαράδεκτο, (ΑΠ 1219/2010) κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται στους αναιρεσιβλήτους, κατά των οποίων στρέφεται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως αλλά κατά της (διαδίκου στην κατ'έφεση και) μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ως άνω ανωνύμου εταιρείας, ως προς την οποία δεν είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως του προβαλλομένου λόγου.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι'αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως, η οποία δεν συντρέχει όταν η αγωγή (ή άλλος ισχυρισμός) έχει κριθεί νομικά βάσιμη ή αβάσιμη ή έχει απορριφθεί για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 295/2017, ΑΠ 70/2011, ΑΠ 3/1997, ΑΠ 121/09).

Κατ'ακολουθίαν αυτών, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του η από το άρθρο 559 αρ. 19 και όχι 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ως νομικά βάσιμη την, επί των διατάξεων των άρθρων 513 και 479 ΑΚ θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή "χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με το αίτημα επιδικάσεως του αναλογούντος ΦΠΑ διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της ελλιπείς, αναφορικά με τη νομική βασιμότητα αυτού παραδοχές", κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, πλην άλλων, και όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη στην αποδοχή ανυπάρκτου βάσεως της αγωγής (ΟλΑΠ 294/1981). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα προέβη στην παραδοχή ανυπάρκτου, εκ του άρθρου 904 επ.

ΑΚ βάσεως της κατ' αυτών εγερθείσας αγωγής της αναιρεσιβλήτου παρόλο που η τελευταία (αγωγή) είχε θεμελιωθεί αποκλειστικά επί της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της (αγωγής αλλά και της) προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή αυτής ότι "Κατ'ακολουθίαν αυτών συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ και δημιουργήθηκε παθητική οφειλή του χρέους μεταξύ της δεύτερης εναγομένης του 3ου, 4ου, 5ου, 6ου και 7ου των εναγομένων και της οφειλέτριας της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας "..." οι οποίοι ευθύνονται έναντι της ενάγουσας σωρευτικά μέχρι την αξία των μεταβιβασθέντων στον καθένα στοιχείων και κατά την αναλογία του τμήματος που απέκτησε έκαστος" προκύπτει η παραδοχή της εκ του άρθρου 479 ΑΚ βάσεως της αγωγής "οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίες (κρίθηκε ότι) συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση" και όχι αυτής εκ του άρθρου 904 ΑΚ, όπως εσφαλμένως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευσή της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενής διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει ...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής, απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτή αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής.

Επιπλέον, πρέπει να τελούσε εν γνώσει ο αποκτών, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (ΑΠ 451/2012).

Περαιτέρω, επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά, στην οποία δραστηριοποιείται (πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες), το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα. 'Ετσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιάς συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του επιχειρηματία.

Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ'ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άυλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένας από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία σήμα, διακριτικά γνωρίσματα (Ολ.

ΑΠ 7/2009 Νόμος). Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επί μέρους στοιχεία της, αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία όμως συνθέτουν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της (ΑΠ 1039/2010).

Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν εφαρμόζονται όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτούν.

Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσεως, είτε εκ συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη συμβάσεως περί μεταβιβάσεως περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβιβάσεως μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών (ΑΠ 451/2012, ΑΠ 1039/2010, ΑΠ 909/2010 Νόμος).

Εξάλλου, ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 479 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνεται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ εκείνου που μεταβίβασε και εκείνου που απέκτησε περιουσία ή επιχείρηση από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, και συγκεκριμένα μέχρι της αξίας των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, ο εν λόγω περιορισμός της ευθύνης του αποκτώντας επέρχεται κατόπιν ενστάσεως αυτού και δεν αποτελεί στοιχείο της κατ'αυτού αγωγής η αναφορά και η αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών αντικειμένων (ΑΠ 318/2008 ΝοΒ 1008. 1584, ΑΠ 829/2003).

Με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της αναιρέσεως, προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 513 και 479 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ'αυτών (αναιρεσειόντων) εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή της αναιρεσιβλήτου, δεχθείσα με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την κατάφαση συνδρομής τους απ'αυτούς προβλεπομένων προϋποθέσεων για την εκ μέρους των, (αναιρεσειόντων) ως αποκτησάντων την από τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." μεταβιβασθείσα προς αυτούς επιχείρησή της, σωρευτική με την τελευταία (ως μεταβιβάσασα) αναδοχή των προς την αναιρεσίβλητη (ΔΕΗ) υφισταμένων [κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβιβάσεως] χρεών αυτής (μεταβιβάσασας) προερχομένων από συμβάσεις ηλεκτροδοτήσεως (πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας) μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ως άνω μεταβιβάσασας εταιρείας, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντα την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβασίμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τα ακόλουθα: "Δυνάμει των από ... συμβάσεων ηλεκτροδότησης, που καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων εδρεύουσας στην Καρδίτσα εταιρίας με την επωνυμία "...", η ενάγουσα "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." ανέλαβε την υποχρέωση και παρείχε ηλεκτρική ενέργεια για την ηλεκτροδότηση των καταστημάτων (σούπερ μάρκετ) της ανωτέρω εταιρίας στην πόλη της ….

και στους ….., από την οποία (ηλεκτροδότηση) δημιουργήθηκαν σε βάρος της καταναλώτριας εταιρίας οφειλές συνολικού ύψους έως και τον Ιούνιο του 2003 ποσού 26.242,90 ευρώ. Ειδικότερα: Α) Για το κατάστημα της οδού ... με αριθμό παροχής ... εκδόθηκαν οι ακόλουθοι εκκαθαριστικοί λογαριασμοί και συγκεκριμένα α) για την περίοδο από 19-3-2003 έως 15-4-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 20.120 KwH, συνολικού ποσού 2.012,77 ευρώ, β) για την περίοδο από 15-4-2003 έως 18-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 22.920 KwH, συνολικού ποσού 2.312,88 ευρώ και γ) για την περίοδο από 18-5-2003 έως 18-6- 2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 9.760 KwH, συνολικού ποσού 5.279,67 ευρώ, Β) Για το κατάστημα της οδού ...

με αριθμό παροχής ... εκδόθηκαν οι ακόλουθοι εκκαθαριστικοί λογαριασμοί και συγκεκριμένα α) για την περίοδο από 18-3-2003 έως 16-4-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 18.920 KwH, συνολικού ποσού 1.912,75 ευρώ, β) για την περίοδο από 16-4-2003 έως 20-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 23.480 KwH, συνολικού ποσού 2.377,14 ευρώ και γ) για την περίοδο από 20-5-2003 έως 30-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 7.080 KwH, συνολικού ποσού 5.000,45 ευρώ, Γ) Για το κατάστημα της οδού ...

στους … με αριθμό παροχής ... εκδόθηκαν οι ακόλουθοι εκκαθαριστικοί λογαριασμοί και συγκεκριμένα α) για την περίοδο από 18-3-2003 έως 16-4-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 17.520 KwH, συνολικού ποσού 1.763,45 ευρώ, β) για την περίοδο από 16-4-2003 έως 18-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 29.720 KwH, συνολικού ποσού 2.926,41 ευρώ και γ) για την περίοδο από 18-5-2003 έως 30-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 8.960 KwH, συνολικού ποσού 5.564,68 ευρώ, Δ) Για το κατάστημα της οδού ...

με αριθμό παροχής ... εκδόθηκαν οι ακόλουθοι εκκαθαριστικοί λογαριασμοί και συγκεκριμένα α) για την περίοδο από 18-3-2003 έως 15-4-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 29.000 KwH, συνολικού ποσού 2.854,47 ευρώ, β) για την περίοδο από 15-4-2003 έως 18-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 26.760 KwH, συνολικού ποσού 2.683,93 ευρώ και γ) για την περίοδο από 18-5-2003 έως 30-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 12.120 KwH, συνολικού ποσού 6.733,40 ευρώ και Ε) Για το κατάστημα της οδού ...

με αριθμό παροχής ... εκδόθηκαν οι ακόλουθοι εκκαθαριστικοί λογαριασμοί και συγκεκριμένα α) για την περίοδο από 7-1-2003 έως 6-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 32.704 KwH, συνολικού ποσού 3.239,10 ευρώ και β) για την περίοδο από 6-5-2003 έως 30-5-2003 εκδόθηκε εκκαθαριστικός λογαριασμός με κατανάλωση 4.203 KwH, συνολικού ποσού 3.664,70 ευρώ.

Προς απόδειξη των ανωτέρω, η ενάγουσα προσκομίζει τα σχετικά συμβόλαια παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία είναι υπογεγραμμένα από το νόμιμο εκπρόσωπο της, καθώς και από το νόμιμο εκπρόσωπο της 1ης εναγομένης εταιρίας, καθώς και τις από 1-6-2004 βεβαιώσεις περί των οφειλομένων εξ εκάστης, αναφερομένης στην αγωγή της, σύμβασης παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, μαζί με αναλυτικές καταστάσεις εξέλιξης της κάθε οφειλής.

Ειδικότερα, τα επίμαχα συμβόλαια παροχής ηλεκτρικού ρεύματος φέρουν την υπογραφή και τον αριθμό ταυτότητας, στη θέση του καταναλωτή, του νομίμου εκπροσώπου της 1ης εναγομένης εταιρίας, κάτω από την εταιρική σφραγίδα. Βέβαια, δεν προκύπτει το όνομα αυτού και η ιδιότητά του, δηλαδή εάν είναι καταστατικό όργανο της εταιρίας, ή υπάλληλος της τελευταίας, ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί γραπτά ή προφορικά προς τούτο από τον νόμιμο εκπρόσωπο ως αντιπρόσωπος του, ήτοι κατόπιν εντολής και εξουσιοδότησης του από τον τελευταίο.

Το γεγονός, όμως, αυτό, δεν επηρεάζει την δέσμευση της 1ης εναγομένης από τις παραπάνω συμβάσεις, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία προέβαλε οποιεσδήποτε επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις για την κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων, αντίθετα έκανε χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος που της παρείχε η ενάγουσα, αποκομίζοντας ανάλογη ωφέλεια.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός των 2ης - 7ου των εναγομένων και συναφής λόγος εφέσεώς τους, περί ελλείψεως νομίμου και δεσμευτικής εκπροσώπησης της εναγομένης εταιρίας κατά την υπογραφή των παραπάνω συμβάσεων, που παραδεκτά προτείνεται κατ' άρθρο 473 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε άτι οι 3ος, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος των εναγομένων είναι εταίροι της συσταθείσας το έτος 1989 δεύτερης εναγομένης εδρεύουσας στην Καρδίτσα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", η οποία έχει ως αντικείμενο την εμπορία τροφίμων και παρεμφερών ειδών (super market).

Μεταξύ της παραπάνω εταιρίας, εκπροσωπούμενης νομίμως από τον Κ. Π. Ν., διαχειριστή αυτής και της εταιρίας "... Α.Ε." (πρώτη εναγομένη), που ασκούσε, κατά τα προαναφερθέντα, συναφή επιχείρηση εμπορίας ειδών super market και διατηρούσε τέσσερα καταστήματα, τρία στην πόλη της Καρδίτσας (το ένα εκ των οποίων ήταν εγκατεστημένο στο σύνολο των χώρων, υπόγειο - ισόγειο και τέσσερις όροφοι, της οικοδομής που βρίσκεται στην Καρδίτσα και στη συμβολή των οδών ….

Και ……) και ένα στους ….. και εκπροσωπούνταν νόμιμα από τον Σ. Α. Α., Πρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου, καταρτίστηκε στις 4-5-2003 στην Καρδίτσα έγγραφη σύμβαση, στην οποία δόθηκε ο τίτλος "προσύμφωνο ιδιωτικού συμφωνητικού". Με τη σύμβαση αυτή η πρώτη εναγόμενη εταιρία ΑΕ ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία Ε.Π.Ε.

ή στους εταίρους αυτής ή σε τρίτα πρόσωπα που θα υποδείκνυε η Ε.Π.Ε. τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1) την κυριότητα που είχε δικαίωμα να αποκτήσει ως αντάλλαγμα ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με αντιπαροχή στη συμβολή των οδών …. Και ….. στην πόλη της …. και συγκεκριμένα επί του υπογείου εμβαδού 403,80 τ.μ.

και 61.573,36 ευρώ, του ισογείου εμβαδού 358,60 τ.μ. και αξίας 215.939,38 ευρώ και διαμερίσματος πρώτου ορόφου εμβαδού 118 τ.μ. και αξίας 90.058,37 ευρώ, δηλαδή συνολικής αξίας 367.573 ευρώ, 2) με πώληση, εμπορεύματα της επιχείρησης της αξίας 600.000 ευρώ και 3) με πώληση, πάγια στοιχεία αξίας 816.369,30 ευρώ. Έναντι του τιμήματος της πώλησης των ακινήτων, των εμπορευμάτων και των πάγιων στοιχείων της επιχείρησης της ΑΕ, η δεύτερη εναγόμενη ΕΠΕ ανέλαβε τις υποχρεώσεις (που θα συμψηφίζονταν με τις απαιτήσεις) της πρώτης εναγομένης - μεταβιβάζουσας ανερχόμενες προς τους προμηθευτές της σε 974.186,28 ευρώ στο ΙΚΑ σε 120.686,54 ευρώ, στην εφορία (Φ.Π.Α.), σε 104.640 ευρώ, στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό της, σε 21.812,80 ευρώ και τις υποχρεώσεις από επιταγές που ανέρχονταν σε 378.832,85 ευρώ.

Οι δε απαιτήσεις της ανέρχονταν σε 110.074.38 ευρώ. Η δεύτερη εναγομένη ΕΠΕ ανέλαβε την υποχρέωση αφενός να καταβάλει στην πρώτη εναγομένη ΑΕ με έκδοση αξιόγραφων διαδοχικά μέχρις τις 31-12-2003 το ποσό των 293.470,30 ευρώ και αφετέρου να εισπράξει τις απαιτήσεις της τελευταίας από πελάτες αυτής, των οποίων (απαιτήσεων) και ορίστηκε δικαιούχος.

Στην ανωτέρω σύμβαση περιλήφθηκε ο υπ' αριθ. 6 όρος, σύμφωνα με τον οποίο η ισχύς της σύμβασης εξαρτήθηκε από τη σύνταξη (έκδοση) και υπογραφή νέων μισθωτηρίων συμβολαίων εγγράφων στο όνομα της "..." από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων, στα οποία μέχρι την ημέρα αυτή στεγάζονταν τα καταστήματα της "...". Σε εκτέλεση του όρου αυτού, ο εκπρόσωπος της "...", δήλωσε εγγράφως στις 5-5-2003 και στις 10-5- 2003 προς τους εκμισθωτές των καταστημάτων της στη συμβολή των οδών ….

Και ….., αλλά και των λοιπών καταστημάτων που μίσθωνε στην Καρδίτσα, ότι η ΑΕ λύει τη σύμβαση, με σκοπό να μισθωθούν τα καταστήματα από τη δεύτερη εναγομένη ΕΠΕ, πράγμα το οποίο και έγινε, αφού στις 7-5-2003 η τελευταία μίσθωσε το κατάστημα της οδού … και στις 11-5-2003, 15-5-2003 και 29-5-2003 μίσθωσε τα λοιπά καταστήματα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν όλα από αυτή ως Super Market.

Στις 11-5-2003 και σε εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου, με έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, νόμιμα εκπροσωπούμενων, δηλαδή η "..." από τον Κ. Ν. και η "..." από τους Σ. Α., Χ. Α. και Α. Α., η δεύτερη εναγομένη "..." αγόρασε από την πρώτη εναγομένη "..." εμπορεύματα αξίας μέχρι του ποσού των 600.000 ευρώ και πάγια στοιχεία, μεταφορικά μέσα και λοιπό εξοπλισμό αξίας μέχρι 895.105,62 ευρώ.

Έναντι του τιμήματος για τις ανωτέρω αγορές η "..." ανέλαβε τις υποχρεώσεις της "..." ανερχόμενες προς τους προμηθευτές της, σε 974.186,28 ευρώ, προς το ΙΚΑ, ανερχόμενες σε οφειλές βάσει ρυθμίσεως 85.440 ευρώ, οφειλές Απριλίου 2003, ανερχόμενες σε 22.663,12 ευρώ και δώρου Πάσχα 2003, ανερχόμενες σε 12.583,42 ευρώ, προς την εφορία (Φ.Π.Α.), ανερχόμενες σε 104.640 ευρώ, προς το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό της, ανερχόμενες σε 21.812,80 ευρώ και τις υποχρεώσεις από επιταγές που ανέρχονταν σε 378.832,85 ευρώ.

Στην τρίτη παράγραφο του συμφωνητικού αυτού περιγράφονται αναλυτικά οι επιμέρους υποχρεώσεις, τα επιμέρους μεταβιβαζόμενα πάγια στοιχεία και οι επιταγές και ορίστηκε ότι η υπέρβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων μπορεί να επιφέρει μονομερώς τη λύση της σύμβασης. Επίσης συμφωνήθηκε ότι με την υπογραφή αυτής της σύμβασης θα υπογραφούν από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων τα μισθωτήρια συμβόλαια, όπως και έγινε, κατά τα εκτιθέμενα αμέσως ανωτέρω, ενώ με σειρά όρων διασφαλίστηκαν τα συμφέροντα της δεύτερης εναγομένης για την περίπτωση που η πρώτη δεν ανταποκρινόταν στα συμφωνηθέντα.

Περαιτέρω, με δεύτερη ταυτόχρονη (από 11-5-2003) σύμβαση που καταρτίστηκε εγγράφως, οι ανωτέρω συμβαλλόμενες εταιρίες, νόμιμα εκπροσωπούμενες όπως στην προηγούμενη σύμβαση, συνήψαν σύμβαση εκχώρησης με την οποία η "..." εκχωρούσε στην "..." τις απαιτήσεις της από προμηθευτές ύψους 110.111,80 ευρώ και από πελάτες ύψους 58.438,83 ευρώ και συνολικού ύψους 168.750,01 ευρώ, οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά στο έγγραφο αυτό.

Έναντι των ανωτέρω απαιτήσεων η εκδοχέας κατέβαλε σε μετρητά 22.014,87 ευρώ και για τα υπόλοιπα εξέδωσε αξιόγραφα και συγκεκριμένα τέσσερις (4) μη οπισθογραφήσιμες συναλλαγματικές ποσού 30.000 ευρώ, 25.000 ευρώ, 25.000 ευρώ και 31.700 ευρώ, λήξεως αντίστοιχα στις 26-5-2003, 30-7-2003, 30-8-2003 και 30-9-2003 και περιελήφθησαν όροι εξασφάλισης της εκδοχέως "..." για την περίπτωση που κάποιες απαιτήσεις ήταν επισφαλείς.

Τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά έλαβαν βεβαία χρονολογία με τις με αριθμό ... πράξεις θεώρησης ιδιωτικών εγγράφων του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κωνσταντίνου Μπαλτά. Ταυτόχρονα με την κτήση βεβαίας χρονολογίας των παραπάνω ιδιωτικών συμφωνητικών και σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό τύπου προσυμφώνου συμφωνία των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων, στις 16-5-2003, καθ' υπόδειξη της πρώτης εναγομένης, οι εταίροι της δεύτερης εναγομένης, δηλαδή οι 3ος, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος των εναγομένων, απέκτησαν δυνάμει του υπ' αριθ. ...

συμβολαίου πώλησης ακινήτων του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κωνσταντίνου Μπαλτά, που μεταγράφηκε νόμιμα, την κυριότητα, εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα μέρη έκαστος, των ακινήτων που βρίσκονται στην πολυώροφη οικοδομή στη συμβολή των οδών …. Και ….. στην … και συγκεκριμένα του υπογείου, ισογείου και πρώτου ορόφου, συνολικής αντικειμενικής αξίας 262.986,50 ευρώ, στην πραγματικότητα όμως 367.573,11 ευρώ τουλάχιστον, όπως αναγράφεται και στην από 4-5-2003 σύμβαση, αλλά όπως κατατέθηκε και από τους μάρτυρες Ε.

Ζ. και Δ. Β. στα πλαίσια άλλης δίκης (βλ.υπ'αριθμ. 128/9-6-2008 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας). Εξάλλου, είναι κανόνας της κοινής πείρας, ότι την εποχή της μεταβίβασης των παραπάνω ακινήτων, η αντικειμενική τους αξία υπολείπονταν της πραγματικής (αγοραίας) αξίας τους. Επί των ακινήτων αυτών η πρώτη εναγομένη διατηρούσε ως εργολήπτρια εταιρία, με το σύστημα της αντιπαροχής και δυνάμει του υπ' αριθ. ...

προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της τότε συμβολαιογράφου Καρδίτσας Βασιλικής Τσατσαρέλη και της υπ' αριθ. ... πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, όπως αυτή τροποποιήθηκε το 1998, το δικαίωμα να μεταβιβαστεί η κυριότητα αυτών, είτε στην ίδια, είτε σε όποιον αυτή υποδείκνυε, ως εργολαβικό αντάλλαγμα.

Στη συνέχεια, η πρώτη εναγομένη παρέδωσε την ίδια ημέρα (16-5-2003) τα κλειδιά των καταστημάτων της στους εταίρους της δεύτερης εναγομένης, παραδίδοντας έτσι τη νομή των εμπορευμάτων, πάγιων στοιχείων, εξοπλισμού και μεταφορικών μέσων, δηλαδή το σύνολο της επιχείρησης της. Οι εταίροι της δεύτερης εναγομένης ΕΠΕ προσήλθαν στα καταστήματα της πρώτης και παρέλαβαν τα εμπορεύματα, από τα οποία τα ευπαθή τα μετέφεραν στα καταστήματα της επιχείρησης της, άλλαξαν τις κλειδαριές των καταστημάτων αυτών και άσκησαν το διευθυντικό τους δικαίωμα επί των εργαζομένων.

Ακολούθως, παρέλαβαν τα κατ' ιδίαν πάγια στοιχεία, τον εξοπλισμό και τα μεταφορικά μέσα της πρώτης εναγομένης, τα οποία χρησιμοποίησαν "αμέσως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η επιχείρηση "..." μεταβιβάστηκε στο σύνολο της στη δεύτερη εναγομένη "...", καθόσον με την πρώτη από 11-5-2003 συμφωνία που αποτελεί υποσχετική σύμβαση και όχι προσύμφωνο και δεν απαιτείται η τήρηση τύπου έχει συντελεστεί η ενοχική δικαιοπραξία της μεταβίβασης των κινητών πραγμάτων, από αυτή δε τη σύμβαση πηγάζει υποχρέωση για εκτέλεση της σχετικής δικαιοπραξίας, δηλαδή της παράδοσης των κινητών πραγμάτων.

Η έκφραση που χρησιμοποιήθηκε σ' αυτή για την εκτίμηση της αξίας των μεταβιβαζόμενων κινητών "μέχρι της αξίας", ουδεμία επιρροή ασκεί για τη διαπίστωση της μεταβίβασης του συνόλου της περιουσίας της επιχείρησης, ως αναφερόμενη στο αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε να δοθεί για την απόκτησή της. Εξάλλου, τα επιμέρους μεταβιβαζόμενα πάγια στοιχεία, εξοπλισμός και μεταφορικά μέσα, προσδιορίζονται επακριβώς στην παραπάνω σύμβαση κατ' είδος και αξία.

Σ' αυτήν δεν προσδιορίζονται επακριβώς κατ' είδος και αξία τα εμπορεύματα, λόγω του ότι σ' αυτά περιλαμβάνονται και ευπαθή προϊόντα, όπως προϊόντα με ημερομηνία λήξης (π.χ. τρόφιμα) και εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατός ο προσδιορισμός αυτών και η ακριβής αξία τους μέχρι την παράδοσή τους (την εκποιητική δικαιοπραξία).

Με τη δεύτερη δε ταυτόχρονη σύμβαση, η πρώτη εναγομένη μεταβιβάζουσα επιχείρηση εκχώρησε στη δεύτερη εναγομένη τις απαιτήσεις της από προμηθευτές και πελάτες. Η "..." γνώριζε την οικονομική κατάσταση της "...", καθόσον ασκούσαν την ίδια επιχείρηση στην περιορισμένη αγορά της πόλης της Καρδίτσας, οι δε παραπάνω συμβάσεις βρίσκονται σε πολύ στενή οικονομική και χρονική σχέση μεταξύ τους.

Επομένως, η δεύτερη εναγομένη απέκτησε το σύνολο της επιχείρησης με συμβατική μεταβίβαση επιχείρησης, κατ' άρθρο 479 ΑΚ, και ευθύνεται με την πρώτη εις ολόκληρο για τα χρέη της μεταβιβάζουσας εταιρείας μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων. Τα ίδια ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έχουν δεχθεί και οι:

υπ' αριθμ. 1849/2006 απόφαση του ΑΠ και 261/2005 και 120/2011 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, στα πλαίσια άλλων δικών. Ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης και συναφής λόγος εφέσεώς της, ότι η σύμβαση είναι άκυρη και ότι καταγγέλθηκε από αυτή, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση, διότι μετά τη σύναψη της σύμβασης μεταβιβάστηκαν με παράδοση της νομής όλα τα κινητά πράγματα της μεταβιβάζουσας επιχείρησης και παρέλαβε αυτά η αποκτώσα επιχείρηση δεύτερη εναγομένη.

Επίσης, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι τα εμπορεύματα αξίας 600.000 ευρώ τελικώς δεν μεταβιβάσθηκαν στην εναγομένη εταιρία και συνεπώς πρέπει να αφαιρεθούν από το σύνολο της αξίας της περιουσίας που της μεταβιβάστηκε, απαραδέκτως, κατ' άρθρο 526 ΚΠολΔ, προτείνεται για πρώτη φορά, ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ως λόγος εφέσεως και πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, το δικαίωμα που είχε η πρώτη εναγομένη εταιρία από εργολαβικό αντάλλαγμα περί μεταβίβασης της κυριότητας των ανωτέρω ακινήτων στην ίδια ή σε όποιο πρόσωπο αυτή υποδείκνυε και η με τη σύμπραξή της, ως εκ τρίτης συμβαλλόμενης, μεταβίβαση των ακινήτων αυτών κατά κυριότητα στους Κ. Ν., Κ. Γ., Α. Γ., Σ.

Γ. και Γ. Γ. εξ' αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, ισόποσης αξίας με την αξία των ακινήτων, δηλαδή 367.573,11 ευρώ, αποτελεί σημαντικό τμήμα του ενεργητικού της περιουσίας της επιχείρησης "...", γεγονός που γνώριζαν οι αποκτώντες αυτά. Από τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η παραπάνω μεταβίβαση των ακινήτων, δηλαδή από το ότι α) η "..." ασκεί επί σειρά ετών την ίδια επιχείρηση με την "...", στο ίδιο περιβάλλον της αγοράς της Καρδίτσας που είναι μια μικρή πόλη και η επιχειρηματική δραστηριότητα και η οικονομική πορεία κάθε επιχείρησης γίνεται αμέσως γνωστή, β) οι αποκτώντες ήταν εταίροι της επιχείρησης "..." προς την οποία μεταβιβάστηκαν στις 11-5-2003 όλα τα κινητά στοιχεία της επιχείρησης "...", ο δε 7ος των εναγομένων και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, συμμετείχε με την ιδιότητά του αυτή κατά τη σύναψη της σύμβασης μεταβίβασης κινητών και της εκχώρησης απαιτήσεων κατά τα προεκτεθέντα και γ) η μεταβίβαση των ακινήτων έλαβε χώρα ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των κινητών και δη με την κτήση βεβαίας χρονολογίας των ιδιωτικών συμφωνητικών της τελευταίας, συνάγεται ότι στους 3ο έως και 7ο των εναγομένων μεταβιβάστηκαν μεμονωμένα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία της πρώτης εναγομένης γεγονός που αυτοί (αποκτώντες) γνώριζαν, η δε μεταβίβαση αυτή βρίσκεται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση προς τις μεταβιβάσεις που έγιναν προς την ΕΠΕ και επομένως αυτού ευθύνονται σωρευτικά με την πρώτη εναγομένη, κατ'άρθρο 479 ΑΚ, μέχρι την αξία των μεταβιβασθέντων στοιχείων και κατά την αναλογία του τμήματος που απέκτησε έκαστος". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους (559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) πλημμέλειες καθόσον προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 513 και 479 ΑΚ δεχθείσα με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων την κατάφαση συνδρομής των απ' αυτές προβλεπομένων προϋποθέσεων για τη σωρευτικά, μεταξύ της μεταβιβάσασας ως άνω εταιρείας και των αποκτησάντων τη μεταβιβασθείσα επιχείρηση αναιρεσειόντων, αναδοχή των προς την αναιρεσίβλητη χρεών της πρώτης και ειδικότερα α) την κατάρτιση μεταξύ της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." και των αναιρεσειόντων των από 11-5-2003 και 16-5-2003 συμβάσεων μεταβιβάσεως από την πρώτη προς τους τελευταίους της αναφερομένης παραπάνω επιχειρήσεως υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, δηλαδή ως συνόλου κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων, επί άυλων αγαθών, δικαιωμάτων, με τα οποία η μεταβιβάζουσα ως άνω εταιρεία εξουσίαζε καθένα από τα απαρτίζοντα την επιχείρηση περιουσιακά στοιχεία (κινητά, ακίνητα, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα, φήμη κλπ), με την περαιτέρω παραδοχή ότι επειδή η μεταβίβαση των ακινήτων προς τους εταίρους της πρώτης των αναιρεσειόντων βρίσκεται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση προς τη γενόμενη προς την τελευταία (ΕΠΕ) μεταβίβαση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία συνιστούν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος για την εξακολούθηση της λειτουργίας της επιχειρήσεως, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι αποκτώντες εταίροι, δημιουργείται η από το άρθρο 479 ΑΚ σωρευτική ευθύνη όλων των παραπάνω αποκτησάντων αναιρεσειόντων και της μεταβιβάσασας εταιρείας και β) την ύπαρξη, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο των μεταβιβάσεων χρέους της μεταβιβάζουσας ανώνυμης εταιρείας προς την αναιρεσίβλητη προερχομένου από την κατάρτιση μεταξύ της τελευταίας και της ως άνω μεταβιβάζουσας των από 29-9-92, 4-7-95, 12-2-97 και 15-6-98 συμβάσεων ηλεκτροδοτήσεως δια των οποίων χορηγήθηκε κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 513 ΑΚ στην τελευταία (μεταβιβάσασα) ηλεκτρική ενέργεια για την ηλεκτροδότηση των καταστημάτων της από την μη αμφισβητηθείσα χρήση της οποίας (ηλ.

ενέργειας) δημιουργήθηκε (μέχρι και τον Ιούνιο του 2003) οφειλή ύψους 26.242.90 ευρώ για την εξόφληση της οποίας (οφειλής) υφίσταται (σωρευτική) ευθύνη των αναιρεσειόντων κατά τα αναφερόμενα ως άνω ποσοστά. Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα και την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικά στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή, ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως αυτής, πλην της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που απαιτείται προς τούτο, είναι και ότι η προηγούμενη αγωγή πρέπει να έχει απορριφθεί τελεσιδίκως, για λόγους τυπικούς, δηλαδή να μην αποφάνθηκε, το δικάσαν δικαστήριο, αν υφίσταται ή όχι η επίδικη αξίωση και η νέα αγωγή να στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική βάση με εκείνη. (ΑΠ 1137/2000).

Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 263 ΑΚ, προέβη στην απόρριψη της προβληθείσας από τους ιδίους ενστάσεως παραγραφής της αγωγικής απαιτήσεως της αναιρεσιβλήτου, κατ'αποδοχή της από το άρθρο 263 ΑΚ αντενστάσεως της τελευταίας, δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία, την κατάφαση συνδρομής των προβλεπομένων απ'αυτή (263 ΑΚ) προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την απόρριψη της αντενστάσεως ως ουσιαστικά αβασίμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ'εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: " ... Οι ως άνω αξιώσεις της ενάγουσας δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή όπως ισχυρίσθηκαν οι 2η - 7ος από τους εναγομένους πρωτοδίκως, ισχυρισμό που επαναφέρουν με την έφεσή τους, αφού η τελευταία άσκησε εκ νέου την αγωγή με την επίδοσή της στους εναγόμενους στις 21-1-2009 και 28-1-2009, εντός δηλαδή της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 2 ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 89/25-8-2008 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αφενός η συζήτηση της προηγούμενης όμοιας με αριθμό 391/24-11-2003 αγωγής της είχε κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς την πρώτη των εναγομένων, ελλείψει νόμιμης κλήτευσης αυτής και αφετέρου αυτή (αγωγή) είχε απορριφθεί ως προς τους λοιπούς ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας προς άσκηση αυτής λόγω μη προσκόμισης των απαιτούμενων σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή της εγγράφων.

Ενόψει, επομένως, και της θεραπείας των δικονομικών ελαττωμάτων με τη νόμιμη κλήτευση της πρώτης των εναγομένων, όπως ειδικότερα αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, αλλά και την προσκομιδή των υπ'αριθ. 5.445/11-9-2009 και 5.587/6-4-2009 ειδικών πληρεξουσίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστούλας Καραγιάννη - Κοκκίνου, δυνάμει των οποίων παρέχεται από τον Π.

Α., Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας η ειδική πληρεξουσιότητα στον αναφερόμενο στο προοίμιο της παρούσας πληρεξούσιο δικηγόρο της προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής και συζήτηση αυτής, η παραγραφή της αξιώσεως της ενάγουσας θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή της, όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε με αντένσταση διακοπής της παραγραφής". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους (559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) πλημμέλειες καθόσον προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 263 ΑΚ δεχθείσα, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στον πραγματικό της εφαρμοσθείσας ως άνω διατάξεως, την κατάφαση συνδρομής των απ'αυτή προβλεπομένων προϋποθέσεων και ειδικότερα α) την τελεσίδικη, με την 89/25-8-2008 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, απόρριψη για τυπικό λόγο, της προγενεστέρας, με αριθμ.

καταθ. 391/24-11-03 αγωγής της αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων και β) την επανέγερση της ενδίκου "ομοίας", κατά τη ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως με την προγενεστέρα, αγωγής εντός 6 μηνών από την κατά τα άνω τελεσίδικη απόρριψη με τη μη αμφισβητηθείσα από τους εναγομένους (αναιρεσείοντες) επίδοση αυτής στους ίδιους κατά την 28 και 29-1-2009.

Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, και την έννοια της ορθής υπαγωγής που ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 27-2-15 και με αριθμ. καταθ. 21/2015] αίτηση αναιρέσεως της 509/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ