409/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated409/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ. αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Δηλαδή σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 409 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟ.Δ.Σ.Α.) Κεντρικής Μακεδονίας", ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ο.Τ.Α. Νομού Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Ε., 2) Σ. Α. του Α., 3) Γ. Β. του Δ., 4) Γ. Β. του Π., 5) Π. Γ. του Ε., 6) Γ. Γ. του Β., 7) Ν. Δ. του Χ., 8) Σ. Δ.-Κ. του Π., 9) Α. Ζ. του Π., 10) Η. Ι. του Β., 11) Ε. Κ. του Π., 12) Α. Κ. του Ι., 13) Π. Κ. του Ε., 14) Κ. Κ. του Σ., 15) Ι. Λ. του Χ., 16) Γ. Μ. του Γ., 17) Χ. Ν. του Θ.,18) Δ. Ξ. του Χ., 19) Ι. Ο. του Χ., 20) Λ. Π. του Κ., 21) Κ.-Μ. Π. του Δ., 22) Α. Π. του Μ., 23) Χ. Π. του Ε., 24) Ε. Π. του Η., 25) Β. Σ. του Κ., 26) Ε. Σ. του Δ., 27) Δ. Σ. του Β., 28) Β. Τ. του Ο. και 29) Θ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων δεκαέξι ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7769/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 4111/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 4-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις …/13-9-2016, …/6-9-2016, …/6-9-2016, …/7-9-2016, …/8-9-2016, …/10-9-2016, …/7-9-2016, …/6-9-2016, …/6-9-2016, …/13-9-2016, …/6-9-2016, …/8-9-2016, …/10-9-2016, …/6-9-2016, …/6-9-2016, …/6-9-2016, …/6-9-2016, …/12-9-2016, …/6-9-2016, …/14-9-2016, …/7-9-2016, …/6-9-2016, …/12-9-2016, …/6-9-2016, …/6-9-2016, …/6-9-2016, …/8-9-2016, …/8-9-2016 και …/7-9-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ι. Μ., τις οποίες προσκομίζει το επισπεύδον την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 8-7-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 4111/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχουν κάτω από αυτήν και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2016), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής (15-11-2016), οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως πρέπει αυτοί να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ. αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Δηλαδή σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Α.Π. 763/2016). Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδοτήσεως προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξεως, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξεως και για το χρόνο εκδόσεως αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοικήσεως.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α') και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επεκτάσεως των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρυθμίσεως (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για την επέκταση της χορηγήσεως της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.
Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοικήσεως και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοικήσεως, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') ως ειδική παροχή...
διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορηγήσεως οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αυξήσεως του κινήτρου αποδόσεως.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν.3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν.3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ.
Α.Π. 16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες... [μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι] απασχολήθηκαν στο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον] νομικό πρόσωπο ως εξής: 1)... 2)... 3) ο 3ος εφεσίβλητος [ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 4) η 4η εφεσίβλητη [ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 5) ο 5ος εφεσίβλητος [ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 18-11-1996 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 6) o 6ος εφεσίβλητος [ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 7) ο 7ος εφεσίβλητος [ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 8) ο 8ος εφεσίβλητος [ήδη έκτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-2-1995 έως 19-3-1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 20-3-1998 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έως και την 1-3-2010 που συνταξιοδοτήθηκε, 9) ο 9ος εφεσίβλητος [ήδη έβδομος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-2-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 10) η 10η εφεσίβλητη [ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη] για το χρονικό διάστημα από 8-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 11)... 12) ο 12ος εφεσίβλητος [ήδη ένατος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 13) ο 13ος εφεσίβλητος [ήδη δέκατος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 16-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 14)... 15) ο 15ος εφεσίβλητος [ήδη ενδέκατος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 16) ο 16ος εφεσίβλητος [ήδη δωδέκατος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 17)... 18)... 19) ο 19ος εφεσίβλητος [ήδη δέκατος τρίτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 11-2-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 20) ο 20ος εφεσίβλητος [ήδη δέκατος τέταρτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 21)... 22)... 23)... 24) ο 24ος εφεσίβλητος [ήδη δέκατος πέμπτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 25)... 26) ο 26ος εφεσίβλητος [ήδη δέκατος έκτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 27)... 28)... 29) ο 29ος εφεσίβλητος [ήδη δέκατος έβδομος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-2-1998 έως 19-3-1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 20-3-1998 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 30) ο 30ος εφεσίβλητος [ήδη δέκατος όγδοος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 31) ο 31ος εφεσίβλητος [ήδη δέκατος ένατος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 32) ο 32ος εφεσίβλητος [ήδη εικοστός αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 20-1-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 33) ο 33ος εφεσίβλητος [ήδη εικοστός πρώτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 5-12-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 34) ο 34ος εφεσίβλητος [ήδη εικοστός δεύτερος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 11-3-1996 έως 19-3-1998 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 20-3-1998 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 35)... 36) ο 36ος εφεσίβλητος [ήδη εικοστός τρίτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 11-8-1994 έως 19-3-1998 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 20-3-1998 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 37)... 38) η 38η εφεσίβλητη [ήδη εικοστή τέταρτη αναιρεσίβλητη] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 39) ο 39ος εφεσίβλητος [ήδη εικοστός πέμπτος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 40) η 40η εφεσίβλητη [ήδη εικοστή έκτη αναιρεσίβλητη] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έως και 1-11-2010, που μετατάχθηκε στον τότε Δήμο …, 41) ο 41ος εφεσίβλητος [ήδη εικοστός έβδομος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 18-11-1996 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 42)... 43) ο 43ος εφεσίβλητος [ήδη εικοστός όγδοος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 15-10-1996 έως 20-9-2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου και από 21-9-2001 και εντεύθεν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 44) ο 44ος εφεσίβλητος [ήδη εικοστός ένατος αναιρεσίβλητος] για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 29-12-2010, οπότε και διακόπηκε η απασχόλησή του, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου...
Κατά τα λοιπά και ως προς τους υπόλοιπους εργαζομένους εφεσίβλητους, οι οποίοι απασχολούνταν με εργασιακή σχέση με οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, χωρίς διάκριση αν πρόκειται για ορισμένου ή αορίστου χρόνου εργασιακή σύμβαση ήδη από χρόνο προγενέστερο της 1-1-2004, υπό την ισχύ του άρθρου του ν. 3016/2002, υπό περιστατικά που δεν αμφισβήτησε το εκκαλούν- εναγόμενο, όπως ήδη κρίθηκε ομοίως με δύναμη δεδικασμένου εκ της... 22965/14-9-2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι υφίστατο ενεργός αξίωση για τη λήψη της ειδικής παροχής των 176 ευρώ υπό την ισχύ του άρθρου του ν. 3016/2002, δηλαδή μέχρι 31-12-2003, η δε μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του ν. 2305/2003 τους καταλαμβάνει για τον ανωτέρω λόγο μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού.
Υπήχθησαν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο του ευρύτερου δημόσιου τομέα συμπεριλαμβανομένων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως αυτό καθιερώθηκε με το ν. 1505/1984 (έναρξη ισχύος από 1-1-1984), ν. 2470/1997 (έναρξη ισχύος από 1-1-1997) και ν. 3205/2003 (έναρξη ισχύος από 1-1-2004). Επιπλέον... η ένδικη παροχή του ν. 3016/2002 έχει λάβει χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών όλων των εργαζομένων που υπάγονται στη μισθολογική βάση του ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του ν. 3205/2003, ήτοι όλων των δημοσίων τακτικών υπαλλήλων, υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, υπαλλήλων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ανεξάρτητα από την ειδικότητα, τη θέση τους και τις συνθήκες της παρεχόμενης απ' αυτούς εργασίας...
και δικαιούχοι της προσαύξησης αυτής είναι και οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι, οι οποίοι υπάγονται στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς και υπηρετούν στην ίδια υπηρεσία με τους λοιπούς υπαλλήλους, στους οποίους η γενική αυτή προσαύξηση πρέπει να χορηγείται. Σύμφωνα με τις αναλυτικές καταστάσεις μισθοδοσίας ενός εκάστου των εναγόντων-εφεσιβλήτων, του εκκαλούντος συνδέσμου προκύπτει ότι οι δικαιούχοι κατά το επίδικο διάστημα 1-1-2009 έως και 31-12-2010 και ό,τι έλασσον, που απασχολήθηκαν στο εναγόμενο, δεν έλαβαν μεν την ένδικη αξίωση κατά το επίδικο διάστημα αλλά ελάμβαναν επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, τούτου υπολογιζομένου κατά 6,80 ευρώ/εργάσιμη ημέρα (οι εφεσίβλητοι είναι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο) σύμφωνα με τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας έτους 2008 της Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης" (πράξη κατάθεσης Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας:
ΠΚ 159/12-12-2008) που ισχύει και για το έτος 2009 και τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας έτους 2010 της ΠΟΠ-ΟΤΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης" (πράξη κατάθεσης Υπουργείου Εργασίας: 11/7-2-2011).
Συνεπώς, κριθέντος με ισχύ δεδικασμένου ως προελέχθη εκ της προαναφερομένης 22965/14-9-2012 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, ακόμη και όταν αυτό παράγεται και από εσφαλμένη δικαστική απόφαση... ότι οι ως άνω παροχές είναι συμψηφιστέες, τότε έκαστος των δικαιούχων εναγόντων ελάμβανε για το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας ποσό 6,80 ευρώ/εργάσιμη ημέρα Χ 25 ημερομίσθια (κατά μέσο όρο, ως υπολογίζεται για μισθωτούς με ημερομίσθιο) = 170 ευρώ/μήνα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι ως άνω 3ος - 10η , 12ος, 13ος, 15ος, 16ος, 19ος, 20ος, 24ος, 26ος, 29ος - 34ος, 36ος, 38ος - 41ος, 43ος, 44ος των εναγόντων έπρεπε να λαμβάνουν από την ειδική πρόσθετη μηνιαία παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 3016/2001, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο του ιδίου νόμου, τη διαφορά που θα προέκυπτε από την αφαίρεση από το ποσό των 176 ευρώ των υπολοίπων πρόσθετων λαμβανομένων παροχών, η οποία θα πρέπει να εξακολουθεί να χορηγείται ως προσωπική διαφορά μετά την κατάργηση του άρθρου 14 ν. 3016/2002 από το άρθρο 24 ν. 3205/2003.
Συνεπώς οι ως άνω ενάγοντες θα έπρεπε να λαμβάνουν μηνιαίως το ποσό των 6,00 ευρώ ως προσωπική διαφορά για το διάστημα από 1-1-2009 έως και 31-12-2010, καθώς αυτό το ποσό απομένει μετά την ως άνω αναφερόμενη αφαίρεση, και συνολικά 6,00 ευρώ/μήνα Χ 24 μήνες = 144,00 ευρώ, εκτός από τον 8ο που απασχολήθηκε στο εκκαλούν έως 1-3-2010, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, οπότε δικαιούται 6,00 ευρώ/μήνα Χ 14 μήνες = 84,00 ευρώ, την 40η που απασχολήθηκε στο εκκαλούν έως 1-11-2010, χρόνο μετάταξης σε άλλο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, οπότε και δικαιούται ποσό 6,00 ευρώ/μήνα Χ 22 μήνες = 132,00 ευρώ και τον 44ο που απασχολήθηκε στο εκκαλούν έως 29-12-2010, χρόνο διακοπής της σύμβασής του, οπότε και δικαιούται ποσό 6,00 ευρώ/μήνα Χ 23 29/31 = 143,61 ευρώ".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε κριθεί νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη στο σύνολό της η αγωγή και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα εκεί αναφερόμενα ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατη, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο, δέκατο ένατο, εικοστό, εικοστό τέταρτο, εικοστό έκτο, εικοστό ένατο, τριακοστό, τριακοστό πρώτο, τριακοστό δεύτερο, τριακοστό τρίτο, τριακοστό τέταρτο, τριακοστό έκτο, τριακοστή όγδοη, τριακοστό ένατο, τεσσαρακοστή, τεσσαρακοστό πρώτο, τεσσαρακοστό τρίτο και τεσσαρακοστό τέταρτο ενάγοντες, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των 84 ευρώ, στην τεσσαρακοστή ενάγουσα το ποσό των 132,00 ευρώ, στον τεσσαρακοστό τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 143,61 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς το ποσό των 144,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με τους δύο λόγους αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ.
β, 43, 80 παρ. 1, 102 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ. 4 ν. 3205/2003. Όπως όμως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σ' αυτές, πλην της ανωτέρω εσφαλμένης αιτιολογίας, διαλαμβάνεται και η επάλληλη αιτιολογία ότι η υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή της ένδικης παροχής στους ενάγοντες είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την 22965/2012 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων, παρισταμένων με την ίδια ιδιότητα, για προγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστημα και από την οποία δεσμευόταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διότι δεν είχε επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο εκδόθηκε η προγενέστερη αυτή απόφαση.
Εφόσον δε η τελευταία αυτή αιτιολογία, η οποία αρκούσε για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης, δεν προσβλήθηκε με λόγο αναιρέσεως (ούτε άλλωστε μπορούσε να προσβληθεί διότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως αντίστοιχος εκείνου του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.), οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να μην καταδικασθεί όμως το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, διότι οι τελευταίοι ερημοδίκησαν και δεν υποβλήθηκαν σε δαπάνη ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 4111/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22. Φεβρουαρίου 2018
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ