Legislator Case Law & Legislation
409/2015 AI generated

409/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 409/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 409 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2015

Legislator headnote

AI generated

409/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 409 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 409 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ι. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Μ. Π. - Κ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Η., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 485/2011 και 141/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την με αριθμ. καταθ. 86/30-3-2012 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 428/2014 απόφαση του Αρείου πάγου, η οποία ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 20-5-2014 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 4-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου - καθώς και την από 27-10-2014 συμπληρωματική έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτου μέρους του μοναδικού λόγου - της υπ' αριθμ. κατ. 86/30-3-2012 αίτησης αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 141/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Τέτοια περίπτωση λήψης υπόψη από το δικαστήριο πράγματος που δεν προτάθηκε, υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να υποβληθεί από τον εναγόμενο αίτημα, με τη μορφή διακωλυτικής ανατρεπτικής ένστασης, μειώνει το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος, για το οποίο υπέχει και εκείνος ευθύνη, με λήψη υπόψη μη προταθείσας συνυπαιτιότητάς του. Γιατί πράγματι η συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, η οποία οδηγεί στη μείωση της επιδικαζόμενης σ' αυτόν αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη μόνον εάν ο ζημιώσας επικαλεσθεί αυτήν, αντιτάσσοντας ένσταση διακωλυτική ανατρεπτική κατά της αγωγής για αποζημίωση, η οποία αν δεν προταθεί καλύπτεται.-

Στην προκειμένη περίπτωση με το από τον αριθμό 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτο μέρος του μοναδικού λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, χωρίς να έχει προταθεί σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ότι ο ενάγων και στη συνέχεια εκκαλών και ήδη αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και της ζημίας που υπέστη από αυτό. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το ερευνώμενο πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ειδικότερα των υπ' αριθμ. 49/2010 πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των από 14.5.2009 προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου και της από 23.2.2010 έφεσης αυτών κατά της υπ' αριθμ. 49/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 18.11.2008 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στο επισυμβάν στις 22.4.2008 αυτοκινητικό ατύχημα, προεβλήθη νομοτύπως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά (βλ. το συνημμένο σ' αυτά πρόσθετο φύλλο, το οποίο, με ημερομηνία 14.5.2009, περιέχει τις προβληθείσες από αυτούς ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη) και περιλαμβάνεται αναλυτικά στις προαναφερόμενες πρωτόδικες προτάσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και περί της οποίας κατάθεσης έγινε λόγος στα πιο πάνω πρακτικά. Απορριφθείς δε αυτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του ως αβάσιμος κατ' ουσία, επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με την μορφή του πρώτου λόγου της παραπάνω έφεσής τους και έγινε δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσία.-

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ). Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 16 § 1 εδάφ. β' και 12 § 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο" και ότι "οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ...". Εν συνεχεία, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως αν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να εξετασθεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου και Κώδικα και τούτο διότι περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης.- Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οχημάτων και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων τούτων και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος και ειδικότερα ότι: "Στις 22.4.2008 και περί ώρα 14.30 περίπου ο ενάγων οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του κινείτο επί της οδού ... στην περιοχή της ... με κατεύθυνση από ΝΕΟ Θεσσαλονίκης - Αθηνών προς τον κυκλικό κόμβο των ΚΤΕΛ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ φορώντας το προστατευτικό του κράνος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα περίπου 30 - 40 χιλιομέτρων την ώρα. Την ίδια χρονική στιγμή ο δεύτερος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης, από την οποία είχε προστηθεί στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία κινείτο επί της αυτής οδού, αντίρροπα, ήτοι με κατεύθυνση από τον άνω κυκλικό κόμβο προς την ΝΕΟ Θεσσαλονίκης - Αθηνών. Η οδός ... είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει πλάτος οδοστρώματος 7 μ. και μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στο σημείο όπου εκινούντο τα ανωτέρω δύο οχήματα ήταν καμπύλη. Τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα η κατάσταση της οδού ήταν ελαφρώς υγρή, γιατί είχε προηγηθεί ψιλή βροχή και επικρατούσε φως ημέρας. Η δίκυκλη μοτοσικλέτα κινείτο στο ρεύμα πορείας της, προσεγγίζοντας την κλειστή αριστερή στροφή ως προς την πορεία της, χωρίς όμως να κινείται πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας της, όπως έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 16 § 1 περ. β' του ΚΟΚ, αλλά εκινείτο στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας αυτού. Την ίδια στιγμή ο δεύτερος εναγόμενος προσεγγίζοντας και αυτός με το όχημά του στην αυτή στροφή, λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει για τις περιστάσεις (κίνηση σε στροφή και υγρό οδόστρωμα) δεν κατόρθωσε να ελέγξει την κίνηση του οχήματός του με αποτέλεσμα να εισέλθει αυτό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο ενάγων και να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου με το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος. Τα προαναφερόμενα προκύπτουν ... Από την ανωτέρω σύγκρουση υπέστη υλικές ζημιές η δίκυκλη μοτοσικλέτα και τραυματίστηκε ο οδηγός αυτής ενάγων. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των δύο προαναφερομένων προσώπων, καθόσον ο μεν οδηγός του ΙΧΕ οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση, χωρίς να έχει δε διαρκώς τεταμένη την προσοχή (άρθρο 12 § 1 ΚΟΚ) και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του ανάλογα με τις συνθήκες κυκλοφορίας που επικρατούσαν (επικίνδυνη στροφή, υγρό οδόστρωμα), ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του όπως όφειλε (και όπως θα έπραττε, υπό παρόμοιες συνθήκες κάθε μέσος συνετός οδηγός) ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρο 19 §§ 1 και 2 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επιπέσει στη δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντα. Επίσης συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού κρίνεται και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας γιατί δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και προσοχή (άρθρο 12 § 1 ΚΟΚ) και δεν κινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, όπως όφειλε κατά τα προλεχθέντα, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος. Ενόψει αυτών το δικαστήριο κρίνει ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ένδικο ατύχημα και στα αποτελέσματα αυτού ανέρχεται σε 70% και το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντα οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας ανέρχεται σε 30%. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του συγκεκριμένου ατυχήματος είναι ο εναγόμενος οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, απορρίπτοντας κατ' ουσία και την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, έσφαλε, και δεν ερμήνευσε, ούτε εφάρμοσε ορθά το νόμο, ούτε εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος της ένδικης εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο επαναφέρουν την σχετική ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ που πρότειναν πρωτοδίκως, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας στη σύγκρουση, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις σχετικές με τα προαναφερόμενα διατάξεις της, να γίνουν δε δεκτά όσα αναφέρονται παραπάνω ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλαδή στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης των προαναφερομένων οχημάτων συνέβαλε και συγκλίνουσα υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, συνισταμένη στο ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση (άρθρ. 12 § 1 ΚΟΚ) και εξειδικευόμενη στο ότι ο οδηγός αυτός δεν έβαινε στο άκρο δεξιό της μοναδικής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, όπως ορίζει το άρθρο 16 § 1 εδάφ. β' του ΚΟΚ, αλλά στο μέσον αυτού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κατά τα άνω αμελούς κατά την οδήγηση συμπεριφοράς του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς του και της σύγκρουσης που επακολούθησε. Ειδικότερα δε δεν διευκρινίζεται πως συνδέεται αιτιωδώς η μη κίνηση της μοτοσικλέτας πλησίον του άκρου δεξιού του ρεύματος πορείας της με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, πράγμα το οποίο κρίνεται αναγκαίο ενόψει της σαφούς παραδοχής του Εφετείου ότι η μοτοσικλέτα κινείτο στο μέσον του ρεύματος πορείας της και το αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, συναγομένου εμμέσως ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στο μέσον του ρεύματος πορείας της μοτοσικλέτας, αφού στην απόφαση δεν μνημονεύεται ειδικά κάποιο άλλο σημείο σύγκρουσης, και ότι γενεσιουργό αίτιο του ατυχήματος ήταν η ανεπίτρεπτη είσοδος του αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας. Έτσι όμως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά τα άνω φερομένης αμελούς κατά την οδήγηση συμπεριφοράς του ενάγοντος και της επελθούσας σύγκρουσης των οχημάτων και εντεύθεν της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Αστικού Κώδικα και του ΚΟΚ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το ερευνώμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο μέρος του, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή τούτου και αφού, κατά την πλειοψηφίσασα στο Δικαστήριο γνώμη, απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί αοριστίας αυτού ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος προβλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 570 § 1 Κ.Πολ.Δ.), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε (Εφετείο Θεσσαλονίκης), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του εισηγητή Π. Χατζηπαναγιώτη, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, είτε το προαναφερόμενο δεύτερο μέρος του ήθελε κριθεί ότι στηρίζεται στον αριθμό 1 είτε ότι στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας συνισταμένης, προεχόντως, στο ότι, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. έπρεπε στο αναιρετήριο να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, με σαφήνεια και οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης), που θεμελίωσαν την κρίση του Εφετείου για το βάσιμο ή μη του ισχυρισμού περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, με βάση τις οποίες παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ.), εντούτοις ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι "... η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 § 1 ΚΟΚ και 300 ΑΚ, δεχόμενη, χωρίς μάλιστα να το προτείνουν οι αντίδικοι, ότι είμαι συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και της ζημίας που υπέστην από αυτό, με το σκεπτικό ότι δεν οδηγούσα το όχημά μου με σύνεση και προσοχή, διότι δεν κινούμουν πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας μου, όπως όφειλα, με αποτέλεσμα να συγκρουστώ με το όχημα που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος ..." και ότι "... σημειώνεται ότι το ατύχημα δεν συνέβη με ομορρόπως κινούμενο όχημα, δηλαδή κινούμενο εντός του δικού μου ρεύματος κυκλοφορίας, περίπτωση κατά την οποία θα υπήρχε ενδεχόμενο να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του μη κινουμένου στο δεξιό άκρο δικύκλου μου. Αντίθετα το ατύχημα συνέβη όταν το αυτοκίνητο των αντιδίκων πέρασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε αιφνιδίως και με ορμή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούμουν κανονικά με τη μοτοσικλέτα μου και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα στο εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας μου, παρά τον αποφευκτικό ελιγμό που επιχείρησα προς τα δεξιά της πορείας μου", δεν παραθέτει στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια τις κρίσιμες παραδοχές της απόφασης αλλά, επιλεκτικά και αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και φέρεται ότι συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ και του ΚΟΚ. Κατά την κρατήσασα, όμως, γνώμη, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έστω και αν παρατίθενται στο αναιρετήριο με τον προαναφερόμενο περιληπτικό τρόπο, αρκούν για το ορισμένο αυτού και την κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει, λόγω της ήττας τους, να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσείοντος (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 141/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ