Legislator Case Law & Legislation
409/2014 AI generated

409/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 409/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 409 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2014

Legislator headnote

AI generated

409/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 409 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 409 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κολλύρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΑΛΚΙΔΕΩΝ", που εδρεύει στην Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με την από 6/5/2005 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 263/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/7/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 24/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. .../11/7/2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας …, αποδεικνύεται, ότι αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 8/10/2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε, από τη σειρά του οικείου πινακίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την παραπάνω, νόμιμη μετ' αναβολή, δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση του, αυτός δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσίβλητος (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή, η κρινόμενη από 15/7/2011 αίτηση αναιρέσεως, κατά της 263/25/10/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, ασκήθηκε παραδεκτά, καθόσον, κατά το χρόνο ασκήσεως αυτής, είχε παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών, προς άσκηση εφέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 518 παρ. 2 , 553 και 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, από το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει αγωγή, προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος πρέπει να είναι ενεστώτα, δηλαδή να αφορούν το παρόν και όχι το μέλλον αλλ' ούτε το παρελθόν. Επομένως, όταν τα περιστατικά αυτά έχουν συντελεστεί στο παρελθόν και δεν αναδύουν έννομες συνέπειες για τον ενάγοντα για το παρόν, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προς παροχή έννομης προστασίας, ελλείψει αντικειμένου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 651 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ,όπως κάθε διαρκής ενοχική σύμβαση, μπορεί να λυθεί και με σιωπηρή καταγγελία, η οποία υφίσταται όταν ο εργοδότης αρνείται να δεχθεί την εργασία του μισθωτού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη , αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από τη λύση της σχέσεως εργασίας. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία γίνεται λόγος για αξίωση από άκυρη καταγγελία και σχετική αγωγή, προκύπτει, ότι η αγωγή με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, δεν ταυτίζεται με την αγωγή με την οποία ζητείται η κήρυξη της καταγγελίας ως άκυρης. Η ακυρότητα της καταγγελίας επέρχεται αυτοδικαίως και υπάρχει πριν απαγγελθεί με δικαστική απόφαση, η οποία, όταν εκδοθεί, αναγνωρίζει απλώς την υφιστάμενη κατάσταση. Για το λόγο αυτό, η αγωγή με την οποία ζητείται μόνο η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να ασκείται αξίωση δεν υπόκειται καθεαυτή, ως αναγνωριστική, στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία. Όταν όμως, κατά το χρόνο ασκήσεως της αναγνωριστικής αγωγής, έχει παρέλθει η προθεσμία για τις αξιώσεις που απορρέουν από την άκυρη καταγγελία, τότε, η αγωγή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος .Η ανωτέρω διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσεως εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα Τούτο δε γιατί και η άκυρη καταγγελία ,δηλαδή η καταγγελία που δεν γίνεται εγγράφως με καταβολή αποζημιώσεως, έχει έννομες συνέπειες και για τα δύο μέρη, όπως την υπερημερία του εργοδότη και χωρίς την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου και την υποχρέωση του τελευταίου να ασκήσει τις αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία μέσα στην προαναφερόμενη ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών. (Ολ. Α.Π. 1338/1985, Α.Π. 80/2009, Α.Π.1435/2002). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 24/2/2005 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ε. Κ. (23ος αρχικός ενάγων), εξέθετε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Ο.Τ.Α., με την ειδικότητα του υδραυλικού στις 27/12/1999, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, που έληγε στις 27/8/2000, η οποία μετά τη λήξη της ανανεώθηκε διαδοχικά, από 7/9/2000 έως 7/5/2001, από 21/6/2001 έως 21/2/2002, από 20/3/2002 έως 20/11/2002 και από 4/7/2003 έως 4/3/2004, οπότε ο εναγόμενος Δήμος έπαυσε να αποδέχεται τις ως άνω υπηρεσίες του, ότι η πρόσληψη και απασχόληση του εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι έκτακτες και απρόβλεπτες, ότι η υπαγωγή του εναγομένου Δήμου, σε ό,τι αφορά την πρόσληψη του προσωπικού της στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994, στις διατάξεις του οποίου περιέχεται νομοθετικός χαρακτηρισμός των άνω συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου και απαγόρευση μετατροπής τους σε αορίστου χρόνου, δεν αναιρεί τη φύση των συμβάσεων του ως αορίστου χρόνου, ζήτησε δε μ' αυτή, α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του με την ως άνω ειδικότητα, άλλως, γ) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των σιωπηρών καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας, που έλαβε χώρα στις 4/3/2004, με την παύση αποδοχής των υπηρεσιών του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω παρελεύσεως της τρίμηνης προθεσμίας από της φερομένης λήξεως της τελευταίας συμβάσεως, που αποτελεί άκυρη καταγγελία συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου (ημερομηνία λήξης 4/3/20004) σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../4/3/2005 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας …). Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προβάλλει την αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, γιατί με την αγωγή του ζητούσε την αναγνώριση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της συνδέουσας αυτόν με τον εναγόμενο έννομης σχέσεως, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και επικουρικά , την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας από τον αντίδικο, η αναγνώριση της ακυρότητας της οποίας δεν ταυτίζεται με την αγωγή ,με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία και επέρχεται αυτοδικαίως και δεν υπόκειται ως αναγνωριστική στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία. Ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος, καθόσον, α) δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση της συνδέουσας αυτόν με τον αναιρεσίβλητο έννομης σχέσεως, καθόσον, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (4/3/2005), ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου και του ακύρου ή μη της καταγγελίας, δεν υφίσταται η επικαλούμενη έννομη σχέση (σύμβαση εξαρτημένης εργασίας), ώστε να παρέχεται αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της υπάρξεως αυτής, ελλείψει αντικειμένου β) Η αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας αγωγή, δεν υπόκειται μεν ,ως αναγνωριστική, στην τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, πλην όμως, ενόψει του ότι οι αξιώσεις που πηγάζουν απ' αυτή (αποδοχή των υπηρεσιών του από τον αναιρεσίβλητο, καταβολή αποδοχών κ.λ.π.) είναι απαράδεκτες, γιατί δεν ασκήθηκαν εντός της τρίμηνης ως άνω ανατρεπτικής προθεσμίας, αλλά μετά ένα έτος (λήξη της τελευταίας διαδοχικής συμβάσεως εργασίας στις 4/3/2004 επίδοση της ένδικης αγωγής 4/3/2005), δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προς άσκηση αγωγής, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, και γ) Η παύση αποδοχής των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, μετά τη λήξη της τελευταίας διαδοχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου, στις 4/3/2004, συνιστά, με την εκδοχή ότι η συνδέουσα τον αναιρεσείοντα με τον αναιρεσίβλητο έννομη σχέση ήταν η της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου, σιωπηρή καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας, η οποία, ως άκυρη παρήγαγε αξιώσεις, οι οποίες, όμως, έπρεπε να ασκηθούν μέσα στην ως άνω τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/7/2011 αίτηση για αναίρεση της 263/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ