Legislator Case Law & Legislation
409/2011 AI generated

409/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 409/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 409 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2011

Legislator headnote

AI generated

409/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 409 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2011

Keywords

AI generated
signature defect tenancy agreement Dublin transfer to Greece judicial settlement approval previous legal status termination of lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 409 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPE MARMARA S.A.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΤΗ ΖΕΥΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Γάζι Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ν. Κ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Λεβέντη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2804/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1907/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 17/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία είχαν νόμιμα προσκομιστεί από την αναιρεσείουσα για την απόδειξη των ισχυρισμών της, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη του: α) την από 11-1-2006 εξώδικη δήλωσή της, β) τις από 15-12-2008 και από 9-1-2009 εξωδικαστικές δηλώσεις της αντιδίκου της, γ) την από 6-11-2006 συμφωνία, δ) την από 30-11-2008 εξώδικη δήλωσή της, ε) τις από 22-1-2009 και 16-3-2009 εξώδικες διαμαρτυρίες της, και στ) την 742/28-1-2009 δήλωση της ΔΟΥ Α' Ηρακλείου για μεταφορά της έδρας της. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, από το οποίο προκύπτει ότι πολλά από τα ανωτέρω μνημονευόμενα έγγραφα αναφέρονται και ειδικώς, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όσα δε επιπλέον αναφέρονται σ' αυτόν αφορούν την ουσιαστική εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά το διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ γ' ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία για συνέχιση της από 15-6-2001 μίσθωσης που προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και από τις προτάσεις που υπέβαλε. Ο λόγος κατά το πρώτο σκέλος της είναι απαράδεκτος, αφού η προτεινόμενη ομολογία δεν φέρεται να έχει γίνει από την ίδια την αναιρεσίβλητη, και κατά το δεύτερο σκέλος της αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των προτάσεων δεν προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη έχει προβεί σε ομολογία αυτού του επιβλαβούς γεγονότος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, το δικαστήριο δε, η απόφαση του οποίου προσβάλλεται με αίτηση αναίρεσης, πρέπει να είχε από το νόμο υποχρέωση να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 παράγραφος 1 εδ α' "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών", ενώ κατά το εδ β' του ίδιου άρθρου "αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α) .... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 649 και 650 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως γενόμενο κατά τη συζήτηση, σημειώνεται στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με την κατά την αναιρεσείουσα προβολή της ένστασης για σιωπηρή αναμίσθωση: "Ισχυρίζεται βέβαια η εναγομένη, η οποία αρνείται ότι με την ως άνω εξώδικη δήλωση κατήγγειλε τη μίσθωση ότι, σε κάθε περίπτωση, α) μετά την επίδοση της άνω δήλωσής της και την πάροδο εξαμήνου, παρέμεινε στην χρήση του μισθίου και έτσι καταρτίστηκε τον Ιούλιο 2006 με την ενάγουσα σιωπηρή σύμβαση αναμίσθωσης του ακινήτου και στην ουσία νέα μίσθωση και β) η συμφωνία που καταρτίστηκε με το από 6-11-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε ως αποτέλεσμα τη σύντμηση της νόμιμης διάρκειας της νέας μίσθωσης, που καταρτίστηκε με τη (σιωπηρή) αναμίσθωση του Ιουλίου 2006 και συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, τη λύση της μίσθωσης στις 31-12-2008. Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του, συνιστά, κατά τα προαναφερόμενα, ένσταση καταλυτική της αγωγής. Όπως, όμως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η εναγομένη δεν είχε προτείνει προφορικά ενώπιον εκείνου του Δικαστηρίου τον ως άνω καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, αφού τέτοια δήλωσή της δεν περιέχεται σε αυτά. Αντίθετα η ένσταση περιλήφθηκε στις 19-12-2008 προτάσεις του ως άνω Δικαστηρίου και επαναφέρεται ως λόγος έφεσης, μετά τη (σιωπηρή) απόρριψή του. Έτσι, όμως και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη, η παραπάνω ένσταση προβλήθηκε απαραδέκτως, εφόσον δεν έγινε προφορική πρότασή της και συνοπτική καταχώρησή της στα πρακτικά και δεν είναι αρκετή η έκθεση του ισχυρισμού στις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης. Ούτε και γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔικ, ώστε να κριθεί αν παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Επομένως η εν λόγω ένσταση της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί". Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προτείνει ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την προβολή της επικουρικώς προβληθείσας από αυτήν ένστασης για σιωπηρή αναμίσθωση, παρότι κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η πληρεξούσια δικηγόρος της "δήλωσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι αρνείται την αγωγή, ότι αυτή δεν είναι νόμιμη, ότι το περιεχόμενό της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις της αναφερόμενη στις προτάσεις της που κατατέθηκαν επί της έδρας". Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα προσκομισθέντα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας-εναγομένης αρνήθηκε την αγωγή, ζήτησε την απόρριψή της, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε, χωρίς να προβεί σε συνοπτική προφορική ανάπτυξη των ενστάσεων. Ο λόγος είναι αβάσιμος και κατά το δεύτερο μέρος του, διότι πράγματι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚπολΔ, αφού η επικαλούμενη ομολογία από την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστά ομολογία κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ (ομολογία διαδίκου), όπως αναπτύσσεται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης.

IV. Κατά το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της συμβάσεως να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση αυτήν ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών". Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει εγγράφως την επαγγελματική μίσθωση μετά παρέλευση διετίας από την έναρξη της μίσθωσης, χωρίς τη συνδρομή άλλης προϋπόθεσης, η άσκηση δε της καταγγελίας κατά το άρθρο αυτό συνεπάγεται υποχρέωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, η οποία πηγάζει απευθείας από το νόμο. Η αποζημίωση ανέρχεται σε τέσσερα μηνιαία μισθώματα και υπολογίζεται με βάση το ύψος του καθαρού μισθώματος, όπως αυτό διαμορφώνεται κατά το χρόνο άσκησης της καταγγελίας, δηλαδή κατά το χρόνο επίδοσης του σχετικού εγγράφου στον εκμισθωτή. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα εκμισθώτρια αφού ιστορούσε στην ένδικη αγωγή ότι την 15-6-2001 είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας-εναγομένης μισθώτριας σύμβαση μίσθωσης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος που περιγράφει, και, εκτός από άλλα, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω μίσθωση λύθηκε την 17-6-2001 με την από 11 Ιανουαρίου 2006 καταγγελία που άσκησε η εναγομένη μισθώτρια από μεταμέλεια (άρθρο 43 του π.δ. 34/1995). Ακολούθως, η ενάγουσα εκμισθώτρια ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα σε αναγνωριστικό στο ακροατήριο, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη μισθώτρια οφείλει να της καταβάλει αποζημίωση, η οποία ισούται με τέσσερα μισθώματα, εκθέτοντας ειδικότερα στην αγωγή ότι το ετήσιο μίσθωμα κατά το χρόνο της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 1.906.923,86, και το μηνιαίο ανερχόταν σε 1.906.923,86:12 = 158.010,32 Ε και συνολικά η αποζημίωση στο ποσό των 635.641,28 Ε, το οποίο οφείλεται νομιμοτόκως. Η αγωγή κατά το αίτημα της αποζημίωσης που οφείλεται είναι πλήρως ορισμένη και επομένως το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, επομένως, και κατά το τρίτο μέρος του είναι αβάσιμος. V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997). Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν μπορεί να θεμελιωθεί, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "το ετήσιο μίσθωμα κατέβαλε η εναγομένη κατά το χρόνο της καταγγελίας της μίσθωσης χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει το ποσό αυτό" χωρίς να λάβει υπόψη ότι αυτή α) αμφισβήτησε ρητά το ποσό αυτό με αιτιολογημένη άρνηση, β) ισχυρίστηκε ότι είχε προκαταβάλει το συνολικό μίσθωμα και είχε προβεί σε εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων και γ) προέβαλε ένσταση αοριστίας ως προς το ύψος. Ο λόγος είναι απαράδεκτος καθόσον αφορά τις υπό στοιχείο α και β περιπτώσεις, διότι πρόκειται για αρνητικούς ισχυρισμούς και έτσι δεν ιδρύεται και καθόσον αφορά την υπό στοιχείο γ περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας-εναγομένης και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια διότι με το να δεχθεί ότι αυτή το έτος 2009 "παρέμεινε μισθώτρια και εξακολουθούσε να έχει δυνατότητα χρήσης του μισθίου", δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της α) αποξενώθηκε πλήρως από τη χρήση του μισθίου μεταφέροντας την έδρα της εκτός αυτού, β) ότι ανακοίνωσαν αυτό σε όλους τους αρμόδιους φορείς και γ) ότι η αναρεσίβλητη απαγόρευσε σ' αυτήν να παραλάβει τα πράγματά της, όπως προκύπτει από τις εξώδικες δηλώσεις και ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει. Ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι πρόκειται για αρνητικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα που αντλούνται από αποδεικτικά μέσα.

VI. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου δεν έχει νόμιμη βάση κατά το άρθρο 559 εδάφιο 19 ΚΠολΔ, όταν το Εφετείο περιορίζεται απλά στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου να αναφερθεί στις ερμηνευτέες δηλώσεις βούλησης των μερών, γεγονός που καθιστά ανεπαρκή τη θεμελίωση της κρίσης στην οποία κατέληξε σε σχέση με την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία και ανάγκη άρα συμπλήρωσης ή ερμηνείας της όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 15-6-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγομένη ξενοδοχειακό συγκρότημα, με την επωνυμία "Ακτή Ζεύς", αποτελούμενο από 388 δωμάτια, με τον εξοπλισμό τους και κοινόχρηστους χώρους, που βρίσκεται στο Γάζι Ηρακλείου Κρήτης. Συμφωνήθηκε δε, α) με τον 3ο όρο του ως άνω συμφωνητικού ότι η διάρκεια της μίσθωσης αρχίζει την 1-4-2002 και λήγει στις 31-3-2007, μπορεί δε να παραταθεί για δύο ακόμη έτη μονομερώς από τη μισθώτρια, β) με τον 6ο όρο ότι το μίσθωμα θα ανέρχεται σε 530.000.000 δραχμές ετησίως, το οποίο θα καταβάλλεται σε δύο δόσεις εντός των πέντε πρώτων εργασίμων ημερών του μηνός Απριλίου και των πρώτων πέντε ημερών μετά την 30η Σεπτεμβρίου κάθε έτους και θα αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο με τον τρόπο που ειδικότερα εκεί αναφέρεται, γ) με τον 21ο όρο "η σύμβαση της μισθώσεως θα λύεται ομαλώς άμα τη παρελεύσει του χρόνου δια τον οποίο συνομολογήθη, εκτός αν παραταθεί αυτή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του παρόντος ..... κατά τη λήξη ή καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση της μισθώσεως η μισθώτρια υποχρεούται άνευ οχλήσεως να παραδώσει στην εκμισθώτρια το ξενοδοχείον εις οίαν καλή κατάσταση το παρέλαβε...", δ) με τον 22ο όρο ότι "η απόδοση του ξενοδοχείου και του εξοπλισμού αυτού προς τη μισθώτρια, ως και παντός ότι ανήκει εις την εκμισθώτρια θα γίνεται δια πρωτοκόλλου καταγραφής υπογραφομένου υπό της εκμισθώτριας και της μισθώτριας. Σε περίπτωση που η εκμισθώτρια δεν προσέρχεται προς παραλαβή του μισθίου, η μισθώτρια θα υποχρεούται να της κοινοποιήσει πρόσκληση προς παραλαβή, ορίζοντας τόπο και χρόνο για τη διενέργεια της παραδόσεως και σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου. Την πρόσκληση αυτή θα την συγκοινοποιεί η μισθώτρια και σε υπ' αυτή διοριζόμενο συμβολαιογράφο, ο οποίος θα πρέπει να προσέλθει κατά την οριζόμενη ημερομηνία και εν απουσία ή μη προσέλευση της εκμισθώτριας θα συντάσσει σχετική πράξη μη προσέλευσης. Στην περίπτωση αυτή η μισθώτρια θα συντάσσει μόνη της το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής με δική της ευθύνη, το οποίο και θα καταθέτει στο συμβολαιογράφο συντασσομένης σχετικής πράξεως καταθέσεως εγγράφου. Από και δια της συντάξεως της πράξεως καταθέσεως θα επέρχονται τα αποτελέσματα της παραδόσεως του μισθίου μετά του εξοπλισμού κλπ ως και η απόδοση αυτού στην ελεύθερη χρήση της εκμισθώτριας", και ε) με τον 28ο όρο ότι για οποιαδήποτε διαφορά από αυτή τη σύμβαση μίσθωσης "αποκλειστικά αρμόδια ορίζονται τα Δικαστήρια της Αθήνας και εφαρμοστέο το Ελληνικό Δίκαιο". Με βάση τα παραπάνω συμφωνηθέντα η εναγομένη παρέλαβε την χρήση του μισθίου, για να ασκήσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Όμως η από 15-6-2001 σύμβαση εμπορικής μίσθωσης ήταν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, χρονικής διάρκειας δώδεκα ετών, δηλαδή έως 1-4-2014, παρά τη συνομολόγησή της με το ιδιωτικό συμφωνητικό για μικρότερο χρονικό διάστημα, δηλαδή έως 31-3-2007. Στις 18-1-2006 η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 11-1-2006 εξώδικη δήλωση πρόσκληση, με το ακόλουθο κατά το εδώ ενδιαφέρον, περιεχόμενο ".... δια της παρούσης, για τον καλύτερο επιχειρηματικό σας σχεδιασμό, σας δηλώνουμε ότι δεν επιθυμούμε τη συνέχιση της ανωτέρω μίσθωσης πέραν της συμφωνηθείσης πενταετίας και ότι δεν προτιθέμεθα να προβούμε σε διετή παράταση της μίσθωσης του ανωτέρω ξενοδοχειακού συγκροτήματος. Προσέτι σας καλούμε να παραλάβετε το μίσθιο σύμφωνα με το άρθρο 22 του ανωτέρω συμφωνητικού, την 31η Μαρτίου του 2007, οπότε και θα λυθεί η μεταξύ μας μίσθωση". Η ως άνω εξώδικη δήλωση περιέχει σαφώς δήλωση βούλησης της εναγομένης προς την ενάγουσα για λύση της μίσθωσης, μετά μεν την πάροδο διετίας από την κατάρτισή της, πριν, όμως, από τη νόμιμη διάρκειά της, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι δώδεκα έτη, ανεξάρτητα του εάν συμφωνήθηκε, όπως στην προκείμενη περίπτωση για μικρότερο χρονικό διάστημα. Ο σκοπός δε που έγινε είναι σαφώς η πρόωρη λύση της μίσθωσης. Δεν περιλαμβάνεται, βέβαια, η πανηγυρική φράση της καταγγελίας της μίσθωσης, όμως από το ίδιο ως άνω περιεχόμενό της με σαφήνεια συνάγεται ότι πρόκειται για καταγγελία, αφού αναφέρεται ρητώς ότι δεν επιθυμεί τη συνέχισή της μετά την 31-3-2007 και ορίζεται ο εν λόγω χρόνος ως χρόνος παράδοσης της χρήσης του μισθίου. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ως άνω 21ο όρο του μισθωτηρίου δεν ήταν απαραίτητη και δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της εναγομένης η σύνταξη και η επίδοση έγγραφης εξώδικης δήλωσης για τη λήξη της μίσθωσης, αφού είχε συμφωνηθεί ότι "η σύμβαση της μισθώσεως θα λύεται ομαλώς άμα τη παρελεύσει του χρόνου δια τον οποίο συνομολογήθη, εκτός αν παραταθεί αυτή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του παρόντος .... κατά τη λήξη ή καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση της μισθώσεως η μισθώτρια υποχρεούται άνευ οχλήσεως να παραδώσει στην εκμισθώτρια το ξενοδοχειακό συγκρότημα". Η ενάγουσα απάντησε, ομοίως, με εξώδικη δήλωση, εκθέτοντας προς την εναγομένη ότι δεν αποδέχεται την καταγγελία της μίσθωσης, την οποία θεωρεί ισχυρή μέχρι την πάροδο της νόμιμης δωδεκαετούς διάρκειάς της. Η καταγγελία της εναγομένης επέφερε τα αποτελέσματά της, τη λύση, δηλαδή της μίσθωσης μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας, δηλαδή στις 15-7-2006. Όμως την ημερομηνία αυτή η εναγομένη δεν αποχώρησε από το μίσθιο και δεν παρέδωσε την χρήση του μισθίου. Η ενάγουσα δεν απαίτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου, αφού, όπως προαναφέρεται δεν αποδέχθηκε τη λύση της μίσθωσης με την καταγγελία της εναγομένης. Περαιτέρω στις 6-11-2006 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το με την ίδια ημερομηνία "ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης μισθώσεως ξενοδοχείου". Με βάση αυτό το συμφωνητικό οι διάδικοι συμφώνησαν ότι α) παρατείνουν την από 15-6-2001 μίσθωση έως 31-12-2008, β) η εναγομένη μισθώτρια ανέλαβε τη δαπάνη των εργασιών συντήρησης του μισθίου, όπως αυτές εξειδικεύονται στο συνημμένο στη σύμβαση παράρτημα, γ) η εναγομένη μισθώτρια θα παραδώσει στην ενάγουσα εγγυητική επιστολή για την τήρηση των όρων της μίσθωσης μέχρι τις 31-12-2008, δ) το μίσθωμα, το οποίο κατά ο τελευταίο μισθωτικό έτος ανερχόταν σε 1.840.660 ευρώ, θα προσαυξάνεται με βάση τον ετήσιο δείκτη τιμών καταναλωτή. Θα καταβληθεί δε μέχρι την πέμπτη ημέρα του μηνός Μαϊου η πρώτη δόση και η δεύτερη μέχρι την πέμπτη ημέρα του μηνός Νοεμβρίου και ε) κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο από 15-6-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Με βάση τις συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό είναι σαφές ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε νέα σύμβαση μίσθωσης, ενόψει του ότι α) προϋπόθεση παράτασης της διάρκειας της μίσθωσης είναι ότι η συμφωνία (για την παράταση) πρέπει να καταρτίζεται πριν τη λήξη της μίσθωσης, ενώ στην κρινόμενη διαφορά η μίσθωση έχει ήδη λήξει με την καταγγελία της από την εναγομένη, β) η βούληση των συμβαλλομένων για διάρκεια της μίσθωσης έως 31-12-2008 είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, χωρίς έννομες συνέπειες, αφού η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 5 του π.δ. 34/1995 δωδεκαετής ελάχιστη διάρκεια της εμπορικής μίσθωσης είναι δεσμευτική για τους συμβαλλομένους και γ) στο νεότερο ιδιωτικό συμφωνητικό ανεξαρτήτως του εάν ονομάστηκε συμφωνητικό παράτασης μίσθωσης, περιλαμβάνονται και όροι διαφορετικοί του αρχικού μισθωτηρίου, σε σχέση με το μίσθωμα, τον χρόνο καταβολής του και την καταβολή της εγγύησης. ......... Περαιτέρω η εναγομένη στις 7-1-2009 επέδωσε στην ενάγουσα την από 2-1-2009 εξώδικη δήλωση πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να παραλάβει την χρήση του μισθίου και τον εξοπλισμό του, επειδή η μίσθωση έληξε στις 31-12-2008. Επακολούθησε ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων-προσκλήσεων και τελικά η εναγομένη, σύμφωνα με τον ως άνω 22ο όρο του μισθωτηρίου, προσκάλεσε τη συμβολαιογράφο Ηρακλείου Αργυρώ Σπαχή να προσέλθει στο μίσθιο στις 20-1-2009 κατά την παράδοση της χρήσης του στην ενάγουσα. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε και έτσι η συμβολαιογράφος συνέταξε το 11373/20-1-2009 έγγραφό της, στο οποίο βεβαιώνει ότι δεν προσήλθε η εκμισθώτρια στην παράδοση του μισθίου και ότι η εναγομένη μισθώτρια της κατέθεσε πρωτόκολλο παράδοσης αυτού (μισθίου). Η ίδια δε η συμβολαιογράφος στην από 14-4-2009 βεβαίωσή της δηλώνει ότι "δεν παρέλαβα την υλική κατοχή του μισθίου και τον εξοπλισμό εν γένει του ξενοδοχειακού συγκροτήματος *Ακτή Ζεύς*, ούτε και τα κλειδιά του, αλλά απλώς ο εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρίας μου εγχείρισε επονομαζόμενο πρωτόκολλο συνοδευόμενο από 43 φύλλα (καταστάσεις)". Όμως, αφού με όσα προαναφέρονται, δεν έληξε ούτε λύθηκε με νόμιμο τρόπο στις 31-12-2008, η μίσθωση, που καταρτίστηκε στις 6-11-2006, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις της ενάγουσας (21ος και 22ος όρος του μισθωτηρίου) να συμπράξει στη σύνταξη και την υπογραφή πρωτοκόλλου απόδοσης της χρήσης του μισθίου ξενοδοχειακού συγκροτήματος και του εξοπλισμού του και ούτε κατέστη, κατά τούτο, υπερήμερη. Η δε εναγομένη παρέμενε μισθώτρια και εξακολουθούσε να έχει τη δυνατότητα χρήσης του μισθίου. Επομένως η εναγομένη έχει την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση μισθώματα τεσσάρων μηνών, δηλαδή 635.641,28 ευρώ. Η εξεύρεση του ποσού της αποζημίωσης γίνεται με βάση αριθμητικό υπολογισμό της διαίρεσης του ετησίου ως άνω μισθώματος, έτσι ώστε να μην τίθεται θέμα αοριστίας αυτού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αφού εκτίθεται το αρχικό ετήσιο μίσθωμα και το κατ' έτος ποσοστό αναπροσαρμογής". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας-εναγόμενης εταιρίας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και είχε αναγνωριστεί α) ότι η από 15-6-2001 σύμβαση μίσθωσης λύθηκε στις 17-7-2006 με καταγγελία της εναγόμενης, β) ότι η από 6-11-2006 συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποτελεί νέα σύμβαση μίσθωσης, η οποία λήγει στις 5-11-2018, γ) ότι δεν έχει λάβει χώρα απόδοση της χρήσης του μισθίου και δ) ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα 632.041,28 Ε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αφού δεν διέγνωσε ούτε εμμέσως κενό ή ασάφεια στις από 15-6-2001 και 11-1-2006 δηλώσεις της και στην από 6-11-2006 συμφωνία για τη νέα μίσθωση, διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς δικαιολογίες για τα ανωτέρω ζητήματα ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και των λοιπών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ο τέταρτος και πέμπτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

VII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Ιουλίου 2010 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία Groupe Marmara SA για αναίρεση της 1907/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25-2-2011.Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18-03-2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ