409/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated409/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): υπό πιστωτών - ειδική εκκαθάριση", υπό την προϋπόθεση να μην έχει συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου η τυχόν ασκηθείσα αναίρεση κατ' αυτών.
Full text
Απόφαση 409 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, πάρεδρο του νομικού συμβουλίου του κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,
Των αναιρεσιβλήτων:1.Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαδούλη και 2. Ανώνυμης τραπεζική εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ) ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Αρβανιτάκη , ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία έχει τροποποιηθεί σε "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" λόγω της απορροφήσεως δια συγχωνεύσεως της πρώτης από την δεύτερη εταιρεία.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από αριθ. κατθ. 187/25-4-1983, 189/25-4-1983 και 215/115/1984 ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/1984 του ίδιου Δικαστηρίου και 669/1988 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 23-5-1991 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 17-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2702/1999 στην παρ. 10 του άρθρου 46 Α του ν. 1892/1990 προστέθηκε εδάφιο που έχει ως εξής: "Με τον πίνακα γίνεται η κατάταξη των πιστωτών και για το μέρος του πλειστηριάσματος που τυχόν έχει πιστωθεί. Αρμόδιο για την εκδίκαση ανακοπών κατά του πίνακα είναι το εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο εκκαθαριστής.
Στη δίκη ενώπιον του εφετείου εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται και στους πίνακες κατατάξεως, που συντάσσονται από τους εκκαθαριστές των επιχειρήσεων των οποίων το καθεστώς εκκαθάρισης διέπεται από τα άρθρα 9 και 10 του ν. 1386/1983.
Αποφάσεις επί ανακοπών κατά πινάκων κατάταξης, που έχουν εκδοθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθίστανται αμετάκλητες εφόσον έχουν εκδοθεί αποφάσεις του εφετείου επ' αυτών και δεν έχει συζητηθεί η τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών". Με τη διάταξη αυτή, η οποία σκοπό έχει, σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του νόμου, την επιτάχυνση της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης και της ικανοποίησης των δανειστών που κατατάσσονται στον πίνακα κατάταξης, θεσπίστηκε γενικώς το αμετάκλητο των αποφάσεων του Εφετείου που εκδόθηκαν επί ανακοπών κατά πινάκων κατάταξης που συντάσσονται από τους εκκαθαριστές των επιχειρήσεων που έχουν τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση, κατά τις προβλέψεις των νόμων 1892/1990 και 1386/1983, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, και των επιχειρήσεων του ν.δ. 3562/1956 "διοίκηση-διαχείριση Α.Ε.
υπό πιστωτών - ειδική εκκαθάριση", υπό την προϋπόθεση να μην έχει συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου η τυχόν ασκηθείσα αναίρεση κατ' αυτών.
Επειδή οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί (ΑΕΔ 48/1982).
Συνεπώς, τα ένδικα μέσα μπορούν, καταρχήν, να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Ο ανωτέρω όμως νομοθετικός αποκλεισμός ή περιορισμός των ενδίκων μέσων δεν μπορεί να αφορά και τα ένδικα μέσα που έχουν ήδη επιτρεπτώς ασκηθεί, ως προβλεπόμενα από το κατά την άσκησή τους ισχύον δίκαιο.
Διότι η εκ των υστέρων κατάργηση από τον νομοθέτη των νομίμως ασκηθέντων και εκκρεμών ένδικων μέσων συνεπάγεται την κατάργηση των δικών που είχαν ανοίγει με την άσκηση τους και ισοδυναμεί με κατάργηση των εκκρεμών ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου δικών, η οποία δεν είναι επιτρεπτή, παρά μόνο όταν συνδέεται με επιτρεπτή αναδρομική ρύθμιση από τον νόμο του αντικειμένου των δικών αυτών, δηλαδή με αναδρομική ρύθμιση που δεν προσκρούει στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθρο 4 και 17 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ).
Μόνο υπό τις προϋποθέσεις αυτές είναι επιτρεπτή η κατάργηση των ενδίκων μέσων που ασκήθηκαν σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της ασκήσεως τους διατάξεις. Διαφορετικά, αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, η εκ των υστέρων νομοθετική κατάργηση των νομίμως ασκηθέντων ενδίκων μέσων είναι πολλαπλώς ανεπίτρεπτη για τους εξής λόγους : 1) Αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος 2 που διασφαλίζει ως ατομικό δικαίωμα την παροχή έννομης (δικαστικής) προστασίας, όπως αυτή προβλέπεται από τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος, αφού η εν λόγω κατάργηση αποστερεί τον διάδικο από την έννομη προστασία που είχε ζητήσει με νομότυπα ασκηθέν ένδικο μέσο. 2) Ενέχει επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής και αντίκειται γι' αυτό στη θεμελιώδη διάκριση των εξουσιών που καθιερώνουν τα άρθρα 26 παρ. 1 και 3, 73 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι δίδεται με πράξη της νομοθετικής εξουσίας λύση, η οποία μόνο με δικαστική απόφαση είναι δυνατόν να δοθεί, αφού πρόκειται για ζήτημα που έχει αχθεί ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου (δικαστηρίου), το οποίο και μόνο έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα να αποφανθεί.
Ειδικότερα, αν με διάταξη νόμου καταργείται ασκηθέν ήδη ένδικο μέσο, υιοθετείται με πράξη της νομοθετικής εξουσίας η λύση που δόθηκε από το κατώτερο δικαστήριο, μολονότι είχε αμφισβητηθεί η ορθότητά της με το ένδικο μέσο και αφαιρείται έτσι από το ανώτερο δικαστήριο η εξουσία να επιληφθεί και να αποφανθεί επί του εκκρεμούς ενώπιον του ζητήματος. 3) Αντίκειται, τέλος, στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ που προστατεύει, σε περίπτωση εκκρεμούς ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου ενδίκου μέσου, και το δικαίωμα προσβάσεως στο ανώτερο δικαστήριο και διεξαγωγής δίκαιης δίκης επί του ενδίκου μέσου, αφού το δικαίωμα αυτό καταλύεται με την εκ των υστέρων νομοθετική κατάργηση του εκκρεμούς ένδικου μέσου (ΑΕΔ 48/2002, Ολ ΑΠ 8/2003, Ολ.
Α.Π. 27-28/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Γκλαβάνης - Τεχνική Βιομηχανία Γεωργικών Μηχανημάτων και Βιδοποϊίας Α.Ε." τέθηκε με δικαστική απόφαση υπό προσωρινή διοίκηση, με σκοπό την εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 3562/1956.
Ο εκκαθαριστής αυτής εκποίησε τα περιουσιακά της στοιχεία με δημόσιο πλειστηριασμό και για τη διανομή του πλείστηριάσματος συντάχθηκε ο 66272/16-4-1983 πίνακας του υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφου Βόλου, Γεωργίου Κορώνη. Κατά του εν λόγω πίνακα άσκησαν ανακοπές, μεταξύ άλλων, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και η ΕΤΕ.
Επί των ανακοπών αυτών εκδόθηκαν η 172/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία απορρίφθηκαν οι ανακοπές και κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 669/1988 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, (αναιρεσιβαλλομένη), με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου; κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ΕΤΒΑ και έγινε δεκτή η έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ΕΤΕ.
Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την ένδικη από 23-5-1991 αίτηση αναίρεσης, την οποία κατέθεσε στο Εφετείο την 28-5-1991. Επομένως, η αναιρετική αυτή αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος στις 7-4-1999 του ν. 2702/199, ο οποίος θέσπισε το αμετάκλητο, γενικώς, των αποφάσεων του Εφετείου, δηλ. ανεξάρτητα από το αν η αίτηση αναιρέσεως έχει πριν ή μετά την έναρξή της ισχύος του.
Η διάταξη, όμως, αυτή είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Διότι με την παραπάνω ρύθμιση στερείται το αναιρεσείον της έννομης προστασίας που ζήτησε με τη νομότυπα ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, αλλά και του δικαιώματος να διεξαχθεί δίκαιη δίκη και επιπλέον τέμνεται με πράξη της νομοθετικής εξουσίας το ζήτημα που είχε αχθεί με την αναίρεση ενώπιον του δικαιοδοτούντος οργάνου της δικαστικής εξουσίας, ήτοι του Αρείου Πάγου, δηλαδή κυρώνεται νομοθετικώς η απόφαση του Εφετείου, χωρίς η ως άνω επέμβαση του νομοθέτη να δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, αφού δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αναδρομικής ισχύος ρύθμιση επί τους ουσίας του αντικειμένου της διαφοράς, ήτοι από τροποποίηση των διατάξεων του Ν. 1892/1990 για τον τρόπο διανομής του προϊόντος της εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων ή συντάξεως του πίνακα.
Έτσι, η διάταξη του άρθρου 2παρ. 3 του Ν. 2702/1999 είναι ανίσχυρη και δεν κατήργησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτώς, τα όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει η πρώτη των αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμα. Από το άρθρο 45 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιριών", το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 52 παρ.3 Εισ.ΝΚΠολΔ) και έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν.δ. 1038/1949, και επί των ανωνύμων εταιριών που έχουν εμπράγματες ασφάλειες χορηγούμενες από τον οφειλέτη σε ασφάλεια συνομολογηθέντων δανείων προς ίδρυση, επέκταση ή βελτίωση βιομηχανικής, βιοτεχνικής η συγκοινωνιακής επιχειρήσεως, προκύπτει ότι, επί αναγκαστικού πλειστηριασμού που επισπεύδεται από πιστώτρια ανώνυμη εταιρία με βάση τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 40-42 του άνω ν.δ.
του 1923, οι ασφαλιζόμενες με ενέχυρο απαιτήσεις των ανωνύμων εταιριών έχουν προνομιακή δύναμη υπέρτερη οποιασδήποτε άλλης προνομιούχου απαίτησης και ικανοποιούνται επί ολοκλήρου του πλειστηριάσματος πριν από τις απαιτήσεις του Δημοσίου, κατάταξη δε γίνεται μόνο επί του τυχόν απομένοντος υπολοίπου μετά την ολοσχερή εξόφληση της ενεχυρούχου πιστώτριας.
Η ρύθμιση αυτή, που καλύπτει και επισπευδόμενη εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας ανώνυμης εταιρίας που έχει τεθεί υπό προσωρινή διαχείριση με σκοπό την εκκαθάριση (άρθρο 19 παρ. 1 του ν.δ. 3562/1956), εφαρμογή έχει μόνο όταν πιστώτρια ανώνυμη εταιρία επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ν.δ.
του 1923, όχι δε και όταν επισπεύδεται εκτέλεση κατά τις κοινές διατάξεις του ΚΠολΔ ή άλλες ειδικές διατάξεις (ΚΕΔΕ κ.λ.π.), όπως όταν πλειστηριάζονται από τον εκκαθαριστή περιουσιακά στοιχεία εταιρίας που έχει τεθεί υπό προσωρινή διαχείριση με σκοπό την εκαθάριση και η ενεχυρούχος πιστώτρια Α.Ε. αναγγέλλεται στον πλειστηριασμό, οπότε για τη διανομή του πλειστηριάσματος και την κατάταξη των δανειστών εφαρμόζονται η διάταξη του άρθρου 23 παρ.2 του ν.δ. 3562/1956, η οποία ορίζει ότι "κατά τη διανομή των προϊόντων της εκκαθαρίσεως της εταιρικής περιουσίας προτιμώνται οι ενυπόθηκοι, οι ενεχυρούχοι ή προνομιούχοι εν γένει πιστωταί, τηρούμενης της κατά νόμον σειράς εκάστης υποθήκης, ενεχύρου ή προνομίου", καθώς και οι κοινές διατάξεις των άρθρων 975-977, 1007 του ΚΠολΔ, εκτός αν επισπεύσει η ίδια τον πλειστηριασμό με βάση τις ειδικές διατάξεις του ν.δ.
του 1923. Περαιτέρω, η παρ. 3 του άρθρου 10 του ν.δ. 4366/1964 όριζε ότι, σε περίπτωση πλειστηριασμού κινητού επί του οποίου υφίσταται ενέχυρο υπέρ Οργανισμού Χρηματοδότησης Οικονομικής Ανάπτυξης (Ο.ΧΟ.Α.), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υποκαταστάθηκε η ΕΤΒΑ (άρθρο 9 παρ. 1 του ως άνω ν.δ.), αυτή (ΕΤΒΑ) έχει προνόμιο υπέρτερο οποιασδήποτε άλλης απαίτησης, εκτός από τις απαιτήσεις από εξαρτημένη εργασία.
Η διάταξη, όμως, αυτή καταργήθηκε ρητά με το άρθρο 6 των ειδικών διατάξεων του ν.δ. 1369/1973 περί μετατροπής της ΕΤΒΑ σε ανώνυμη τραπεζική εταιρία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι σε βάρος της οφειλέτριας και τεθείσας υπό προσωρινή διαχείριση με σκοπό την εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία "Γκλαβάνης-Τεχνική Βιομηχανία Γεωργικών Μηχανημάτων και Βιδοποιΐας Α.Ε." επισπεύσθηκε από τον εκκαθαριστή της πλειστηριασμός των μηχανημάτων της, επί των οποίων η ΕΤΒΑ είχε ενέχυρο προς ασφάλεια δανείου της και ότι, επομένως, οι αναγγελθείσες απαιτήσεις της τελευταίας είναι εξοπλισμένες με προνόμιο υπέρτερο οποιασδήποτε άλλης προνομιούχου απαιτήσεως, και αυτής του Δημοσίου, που αναγγέλθηκε για προνομιακή του απαίτηση από το άρθρο 975 αριθ.5 ΚΠολΔ, και ικανοποιούνται επί ολοκλήρου του πλειστηριάσματος, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των άρθρων 977 και 1007 του ΚΠολΔ, για την ικανοποίηση τους μέχρι του 1/3 του διανεμητέου τους πιστωτές ποσού.
Με βάση τις παραδοχές, αυτές απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί σχετικός λόγος της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά του επίμαχου πίνακα, στον οποίο κατετάγη η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων για το σύνολο της απαίτησής της πριν από το Ελληνικό Δημόσιο.
Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν.δ. 4366/1964 αφού, όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω διάταξη είχε καταργηθεί κατά τον χρόνο σύνταξης του ανωτέρω πίνακα, κατά τον οποίο κρίνεται το προνόμιο της απαίτησης. Επομένως, ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος, παρέλκει δε, κατόπιν τούτου, η εξέταση του πρώτου σκέλους του ίδιου λόγου.
Κατά το άρθρο 1005 παρ. 3 του ΚΠολΔ η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει την απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης που υπάρχει επάνω στο ακίνητο. Κατά δε το άρθρο 1282 του ΑΚ, που έχει εφαρμογή και επί υποθήκης επί παραρτημάτων που πληρούν τους όρους του άρθρου 959 ΑΚ και όταν αυτή γίνεται κατά τις διατάξεις του ν. 4112/1929, η υποθήκη εκτείνεται σε ολόκληρο το ενυπόθηκο κτήμα και στα συστατικά και τα παραρτήματα του.
Αν προηγηθεί χωριστός πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου, η καταβολή του πλειστηριάσματος έχει ως συνέπεια την απόσβεση της υποθήκης στο ακίνητο που πλειστηριάστηκε και όχι και την απόσβεση της εκτεινόμενης και στα παραρτήματα, που πλειστηριάστηκαν μεταγενεστέρως, υποθήκης, τα οποία παραμένουν υπέγγυα μέχρι τη μεταβίβασή τους σε τρίτο και για τα οποία η απόσβεση της υποθήκης επέρχεται μόνο δια της καταβολής του αναλογούντος σ' αυτά πλειστηριάσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταβολή στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων ΕΤΕ του πλειστηριάσματος που αφορούσε το εργοστάσιο της οφειλέτριας, που εκπλειστηριάστηκε χωριστά πριν από τον πλειστηριασμό των μηχανημάτων ως παραρτημάτων, δεν επέφερε την απόσβεση και των προσημειώσεων που είχαν επεκταθεί και στα παραρτήματα, διότι δεν καταβλήθηκε και το εκπλειστηρίασμα που αναλογούσε σ' αυτά.
Έτσι που έκρινε, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1321 του ΑΚ η υποθήκη αποσβήνεται, όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του .άρθρου 1282 ΑΚ, προκύπτει ότι;
επί χωριστού πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου και των παραρτημάτων του στα οποία εκτείνεται η υποθήκη, η απόσβεση με σύγχυση της υποθήκης επί του ακινήτου δεν επιφέρει και την απόσβεση με σύγχυση και της υποθήκης επί των παραρτημάτων, η οποία επέρχεται όταν τα παραρτήματα αυτά περιέλθουν στην κυριότητα του ενυπόθηκου δανειστή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι τα πλειστηριασθέντα μηχανήματα, που δεν αποτελούσαν αντικείμενο του ενεχύρου, κατακυρώθηκαν σε τρίτο πρόσωπο και όχι στην αναιρεσίβλητη ΕΤΕ που είχε εγγράψει επ' αυτών προσημειώσεις και ότι, επομένως (εφόσον δεν ενώθηκαν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα των προσημειώσεων, δεν επήλθε απόσβεση των τελευταίων με σύγχυση, καθώς ότι εντεύθεν στο πλειστηρίασμα αυτών έπρεπε να καταταχθεί η ΕΤΕ ως προνομιούχος δανείστρια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1321 του Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ΕΤΒΑ και ήδη Τράπεζα Πειραιώς, να παραπεμφθεί αντίστοιχα η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η ανωτέρω αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία πρέπει να ορισθούν μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ.2 του ν.δ. 3693/1957. Ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και το αναιρεσείον να καταδικασθεί στα δικαστικά της έξοδα, μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ.2 του ν.δ. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ΕΤΒΑ και ήδη Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. την υπ' αριθ. 689/1988 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ΕΤΒΑ και ήδη Τράπεζα Πειραιώς στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ