Legislator Case Law & Legislation
409/2006 AI generated

409/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 409/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

409/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ. Μ. του Α., 26) Π. χήρας Α. Μ., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της Α. Μ. του Γ.-υιού και νόμιμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του προαποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ. Μ. του Α., 27) Γ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 409 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 409/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Θ. Τ. του Κ. και 2) Σ. Τ. του Θ., κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα, o δε 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Των αναιρεσιβλήτων- καθ'ών η κλήση: 1) Φ. Τ., χήρας Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου, Σ. Ε. Τ., 2) Ε. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ως νόμιμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου, Σ. Ε. Τ., 3) Ε. Τ. του Σ., κατοίκου ... ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου, Σ.

Ε. Τ., 4) Ι. Κ. του Γ. κατοίκου ... ως νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Γ. Ι. Κ., 5) Γ. Κ. ( Κ.) χήρας Γ. Ι. Κ. ( Κ.) κατοίκου ... ως νόμιμης κληρονόμου του αποβιώσαντος Γ. Ι. Κ., 6) Χ. Κ. ( Κ.) του Γ., κατοίκου ... ως νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Γ. Ι. Κ., 7) Μ. Κ. ( Κ.) του Γ., κατοίκου ..., ως νόμιμης κληρονόμου του αποβιώσαντος Γ.

Ι. Κ., 8) Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 9) Α. Γ. Δ., κατοίκου ..., 10) Ν. Π. του Γ.. κατοίκου ..., 11) Α. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 12) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 13) Χ. θυγ. Σ. Λ. συζ. Β. Μ., κατοίκου ..., 14) Ι. Φ. του Χ., κατοίκου ..., 15) Π. Τ. του Α., κατοίκου ..., 16) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 17) Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 18) Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., 19) Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., 20) Ι.

Π. του Χ., κατοίκου ..., 21) Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., 22) Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 23) Σ. συζύγου Χ. Κ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ. Μ. του Α., 24) Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ. Μ. του Α., 25) Ε.

Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ. Μ. του Α., 26) Π. χήρας Α. Μ., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της Α. Μ. του Γ.-υιού και νόμιμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του προαποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ. Μ. του Α., 27) Γ.

Μ. του Α. και της Π., κατοίκου ..., ως νόμιμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός του Α. Μ. του Γ.-υιού και νόμιμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του προαποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ. Μ. του Α., 28) Κ. Μ. του Α. και της Π., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της Α. Μ. του Γ.-υιού και νόμιμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του προαποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ.

Μ. του Α., 29) Δ. Μ. του Α. και της Π., κατοίκου ..., ως νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της Α. Μ. του Γ.-υιού και νόμιμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του προαποβιώσαντος αρχικού αντιδίκου Γ. Μ. του Α., 30) Χ. Κ. του Β., κατοίκου ... και 31) Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν οι 4ος, 6ος, 9ος, 10ος, 13η, 21ος, 30ος και 31ος, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βαρβάρα Τσάτσου-Θανοπούλου, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-1993 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Θ. Τ., με την από 18-7-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 11-7-1993 πρόσθετη παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2440/1994,2441/1994 του Ιδίου Δικαστηρίου, που κήρυξαν εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψαν τις υποθέσεις για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 3765/1995 οριστική του απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3354/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-1996 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1461/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 4-8-2004 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 18-12-1997 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Χαριτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επέδωσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 1η, 2ο, 3η, 5η, 7η, 8ο, 11ο, 12ο, 14ο, 15ο, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 23η, 24ο, 25η, 26η, 27ο, 28η και 29η των καθ' ων η κλήση αντίγραφα της κλήσεως με την οποία φέρεται για συζήτηση η ένδικη αναίρεση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. 10727Δ', 10728Δ', 10729Δ', 10731Δ', 10732Δ', 10733Δ' και 10734Δ' της 7-10-2004 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Δ.

Τ. και υπ' αριθ. 8517, 8518, 8519, 8537, 8541, 8542, 8543, 8544,8545 της 4-1-2004 και υπ' αριθ. 8566/17-11-2004, 8647/10-12-2004, 8520, 8522, 8521/29-10-2004, 8553/9-11-2004, 8636/8-12-2004 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Τ.). Επομένως, εφόσον δεν εμφανίστηκαν αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, κατά το άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 & 1 ΚΠολΔ).- Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση αυτών, εφόσον το από αυτές πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον 1ο, μέρος β', λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επαρκή αιτιολογία κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφορικά με το αν το επίδικο ακίνητο που περιγράφεται στην αγωγή του πρώτου των αναιρεσειόντων συμπίπτει πράγματι με την έκταση του ακινήτου που περιγράφεται στην συνεκδικασθείσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που έγινε δεκτή.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει με σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα ότι ως επίδικο ακίνητο περιγράφεται η εδαφική έκταση, που έχουν ως επίδικη και οι δύο συνεκδικασθείσες αναγνωριστικές κυριότητας αγωγές. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός αναιρέσεως και κατά το α' μέρος, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι " η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστη την αγωγή του πρώτου των αναιρεσειόντων, μη αποφανθείσα εάν η γη που περιγράφεται στην αγωγή του είναι δική του ή ανήκει και αυτή στους αναιρεσίβλητους κατά κυριότητα".- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β' του ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως (Ολομ.

ΑΠ. 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με λόγους εφέσεως ισχυρισμό των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων ότι οι δικαιοπάροχοί τους από το έτος 1875 έως το έτος 1925 νέμονταν το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της τακτικής, αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, οπότε και απέκτησαν την κυριότητά του.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως από την αγορά του το έτος 1925 μέχρι της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) και έκτοτε μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (1993) με διάνοια κυρίου και έτσι απέκτησαν την συγκυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, με συνέπεια το ποιος από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων είχε γίνει αντιστοίχως κύριος του επιδίκου έως το έτος 1925 να μην αποτελεί πλέον ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα.- Με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, που ορίζει τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει κάθε αγωγή για να είναι ορισμένη.

Επομένως ο 3ος , μέρος β' , λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος αναιρέσεως από την παραβίαση της δικονομικής αυτής διατάξεως.

Η περιλαμβανόμενη στο α' μέρος του λόγου αυτού αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων λόγω της αοριστίας της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι από την εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου αυτής (άρθρο 561 & 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι αυτή ως αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε έκτακτη χρησικτησία με τον συνυπολογισμό στο χρόνο χρησικτησίας των εναγόντων του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, περιέχει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, δηλαδή τη νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη των δικαιοπαρόχων των εναγόντων πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και τη νομή με διάνοια κυρίου των δικαιοπαρόχων και των ιδίων για το μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και μέχρι την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα (1993), προσδιορίζοντας τις υλικές πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση του ακίνητου.

Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε τον ισχυρισμό των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι δεν είναι αόριστη η αγωγή για το ότι : α) δεν προσδιορίζονται ο μήνας και η ημέρα του αναφερόμενου έτους των διαδοχικών μεταβιβάσεων νομής (εκ δωρεών) από τον απώτατο δικαιοπάροχο στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και από τον απώτερο δικαιοπάροχο κάθε αναιρεσιβλήτου προς αυτόν, εφόσον δεν γεννάται θέμα προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, και β) τα επικαλούμενα ποσοστά των συγκυρίων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν εξαντλούν τον κλήρο, αφού η αγωγή αφορά τα ποσοστά και μόνο αυτά, ως προς τα οποία έγινε δεκτή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 3354/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ