Supreme Court dismisses appeal against default judgment in debt dispute due to lack of fraud evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final default judgment rendered by the Peace Court of Sikyon. The appellant argued fraud, but the court found the lower court correctly established that the appellant knowingly took on unsustainable debts despite low income and high liabilities. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant's security deposit was ordered to be returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 330 of the Civil Code and 1 of Law 3869/2010; The Supreme Court holds that a default judgment in debt disputes is valid if the debtor knowingly accepted unsustainable obligations despite clear financial inability, without requiring proof of specific concealment acts by the debtor or the creditor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 408 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 408/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο - Σάββα Μαρινάκο - Καλαϊτζίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σικυώνος και συνεκδικάστηκε με την κύρια παρέμβαση της 7ης των ήδη αναιρεσιβλήτων -ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...".
Εκδόθηκε η ... απόφαση του Ειρηνοδικείου Σικυώνος, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (AΠ 171/2025, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023).
Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (AΠ 142/2025, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 30-10-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό ... απόφασης του Ειρηνοδικείου Σικυώνος, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (31-5-2024), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντα, εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ. ... και ... του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Ν. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες.
Συνακόλουθα, εφόσον οι τελευταίες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1).
Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.
διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 788/2021).
Κατά το άρθρο 518 παρ. 1του ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Κατά συνέπεια, εφ` όσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα δύο χρόνια, οπότε η απόφαση, εφ` όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στη περίπτωση που επιδόθηκε η απόφαση, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της (πρωτόδικης) απόφασης, ενώ στη περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δύο χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) χρόνια, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα χρόνια (ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 397/2018, ΑΠ 810/2018).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (ΑΠ 987/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 30-10-2022 (αριθμ. εκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. ... απόφαση του Ειρηνοδικείου Σικυώνος, η οποία εκδόθηκε, ερήμην των τότε πρώτης, δεύτερης και έκτης των καθών η αίτηση και ήδη πρώτης, δεύτερης και έκτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", "...", "..." και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.
του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκε η από 28-5-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 84/29-5-2013) αίτηση του αιτούντος, ήδη αναιρεσείοντος, με την κύρια παρέμβαση που άσκησε η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "....", ως ειδική διάδοχος της δεύτερης των καθ'ων, ήδη έβδομης των αναιρεσίβλητων, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αίτηση.
Εφόσον δε η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 26-3-2018, η διετής καταχρηστική προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την επομένη (27-3-2018) και έληγε στις 27-3-2020, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13-3-2020 έως 31-5-2020. Την επομένη (28-3-2020) άρχισε η διετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ), η οποία έληγε στις 28-3-2022, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7-11-2020 έως 6-4-2021.
Λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και της εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί η διετής προθεσμία κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Σικυώνος στις 31-10-2022.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά την ανωτέρω ερημοδικία των πρώτης, δεύτερης και έκτης των καθών η αίτηση και ήδη πρώτης, δεύτερης και έκτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτές και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον τους, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).
Επομένως, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [η ένδικη από 28-5-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 29-5-2013], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσης του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτό στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι ή απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά, Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη, της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη (ΑΠ 185/2022,400/2020).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021,ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΙΊ 426/2019, ΑΠ 1446/2018).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 550/2020 ,ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ( ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει ότι ο οφειλέτης συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα ( ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 94..., ΑΠ 1239/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ, 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-5-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σικυώνος, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών του), κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου και των λοιπών ακινήτων και οχημάτων που αναφέρει.
Επί της αίτησης αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με την κύρια παρέμβαση που άσκησε η τέταρτη των καθ' ων και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την προταθείσα από τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "....", ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη, ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, εν συνεχεία δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος.
Συγκεκριμένα, το Ειρηνοδικείο Σικυώνος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (...), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών (ήδη αναιρεσείων), γεννηθείς την 08η-03-1962 στο ..., τυγχάνει έγγαμος ήδη από το έτος 1988, με τη Ν.
Α. του Γ., γεννηθείσα την 01η-01-1963, με την οποία έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, την Χ. Ζ., γεννηθείσα την 13η-01-1990 και τον Ρ. Ζ., γεννηθέντα την 17η-07-1991.Ο αιτών εργαζόταν ως φυσιοθεραπευτής μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2012, οπότε και υπέβαλε αίτημα διακοπής εργασιών προς την ΔΟΥ, ενώ από τον Φεβρουάριο του έτους 2016 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2017 λάμβανε προσωρινή σύνταξη αναπηρίας, ύψους 674,74 ευρώ.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τα παρακάτω αναφερόμενα χρέη, τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους, καθώς και τα κάτωθι εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της και πιο συγκεκριμένα ο αιτών είχε συμβληθεί:
α) με την πρώτη των καθ' ων (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), με την υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους, το ποσό των 2.882,42 € (βλ. την από 02-02-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών της πρώτης των καθ' ων, όπως προκύπτει ως συνολική οφειλή κατά την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης δικαστικού συμβιβασμού), β) με τη δεύτερη των καθ' ων (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), ειδική διάδοχος της οποίας είναι η κυρίως παρεμβαίνουσα (ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη), με την υττ' αριθμ.
λογαριασμού 4556430000798867 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το ποσό των 9.782,75 € (βλ. την από 21-02-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της δεύτερης των καθ' ων), γ) με την τρίτη των καθ' ων (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), ί) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το ποσό των 254.922,59 € - η εν λόγω απαίτηση είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια, ii) με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το ποσό των 77.955,00 €-η εν λόγω απαίτηση είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια, iii) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το ποσό των 28.795,19 €, iv) με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δυνάμει της οποίας οφείλει για τόκους, το ποσό των 1,12 € και ν) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση επιχειρηματικής πίστης, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους, το ποσό των 19.669,18 € (βλ. την από 19-03-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της τρίτης των καθ' ων), δ) με την τέταρτη των καθ' ων (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) i) με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το ποσό των 1.346,93 € και ii) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το ποσό των 483,33 € (βλ. την από 22-03-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της τέταρτης των καθ' ων), ε) με την πέμπτη των καθ' ων (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), καθολική διάδοχος της οποίας είναι η τέταρτη των καθ' ων, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από την δεύτερη, με την υπ' αριθμ.
λογαριασμού ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δυνάμει της οποίας οφείλει μαζί με τους τόκους, το ποσό των 1.748,14 € (βλ. την από 21-02-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της πέμπτης των καθ' ων) και στ) με την έκτη των καθ' ων (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δυνάμει της οποίας οφείλει το ποσό των 3.173,88 € (βλ.
την από 07-02-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της έκτης των καθ' ων). Σημειώνεται πως νομίμως προσκομίστηκαν μεταγενέστερες των ως άνω αναφερθέντων καταστάσεις οφειλών της τρίτης και τέταρτης των καθ' ων, πλην όμως η υπολογισθείσα τοκοφορία αφορά σε διάστημα μετά την κοινοποίηση προς αυτές της κρινόμενης αίτησης και ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπ'όψιν.
Όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα φορολογικά στοιχεία, τα εισοδήματα του αιτούντος έχουν υποστεί έως σήμερα τις εξής διακυμάνσεις : το οικονομικό έτος 2003 ο αιτών είχε εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις ύψους 18.336,73 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 11.918,88 €, το οικονομικό έτος 2004 είχε εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις ύψους 27.547,93 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 23.913,32 €, το οικονομικό έτος 2005 είχε εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις ύψους 9.878,41 €, από ελευθέρια επαγγέλματα 440,00 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 7.408,81 €, το οικονομικό έτος 2006 είχε εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις ύψους 11.350,62 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 8.626,46 €, το οικονομικό έτος 2007 είχε εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις ύψους 11.266,70 €, από ελευθέρια επαγγέλματα 80,00 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 8.788.03 €, το οικονομικό έτος 2008 είχε εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις ύψους 10.150,54 €, από μισθωτές υπηρεσίες 6.537,00 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 8.120,43 €, το οικονομικό έτος 2009 είχε εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες ύψους 18.226,99 €, από ελευθέρια επαγγέλματα 6.288,35 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 7.956,66 €, το οικονομικό έτος 2010 ο αιτών είχε εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες ύψους 5.662,93 €, από ελευθέρια επαγγέλματα 16.648,30 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 1.164,81 €, ενώ η σύζυγος του είχε εισοδήματα από ακίνητα ύψους 1.086,30 € και από ελευθέρια επαγγέλματα 3.921,50 €, το οικονομικό έτος 2011 ο αιτών είχε εισοδήματα από ελευθέρια επαγγέλματα ύψους 15.868,30 €, ενώ η σύζυγος του είχε εισοδήματα από ακίνητα ύψους 1.049,43 € και από ελευθέρια επαγγέλματα 26.855,39 €, το οικονομικό έτος 2012 είχε εισοδήματα από ελευθέρια επαγγέλματα ύψους 6.628,30 €, ενώ η σύζυγος του είχε εισοδήματα από ελευθέρια επαγγέλματα 15.435,82 €, το οικονομικό έτος 2013 ο αιτών δεν είχε εισοδήματα, ενώ η σύζυγος του είχε εισοδήματα από ακίνητα ύψους 1.810,49 €, από ελευθέρια επαγγέλματα 15.426,77 €, το οικονομικό έτος 2014 είχε εισοδήματα από ακίνητα ύψους 2.185,00 €, ενώ η σύζυγος του είχε εισοδήματα από ελευθέρια επαγγέλματα 5.859,64 €, το φορολογικό έτος 2014 ο αιτών είχε εισοδήματα από ακίνητη περιουσία ύψους 2.280,00 € και από μερίσματα - τόκους - δικαιώματα 0,08 €, ενώ η σύζυγος του είχε εισοδήματα από μερίσματα - τόκους - δικαιώματα ύψους 1.10 € και από επιχειρηματική δραστηριότητα 1.912,38 € και το φορολογικό έτος 2015 ο αιτών είχε εισοδήματα από ακίνητη περιουσία ύψους 2.280,00 €, από μερίσματα - τόκους - δικαιώματα 0,04 €, πλέον αυτοτελώς φορολογούμενου ποσού 7.408,81 €, ενώ η σύζυγος του είχε εισοδήματα από ακίνητη περιουσία 1.646,50, από μερίσματα-τόκους- δικαιώματα ύψους 0,14 € και από επιχειρηματική δραστηριότητα 1.434,23 €.
Σημειώνεται πως ο αιτών είχε καταθέσει και την υπ' αριθμ, ... αίτηση υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, από την οποία ρητώς παραιτήθηκε με την ένδικη αίτηση, ενώ η σύζυγος αυτού κατέθεσε την υπ' αριθμ. ... αγωγή διαζυγίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε την 05η-06-2013.
Εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψε πως ο αιτών περιήλθε δολίως σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής, γενομένης δεκτής ως ουσία βάσιμης της προβαλλόμενης από την τέταρτη των καθ' ων η αίτηση, σχετικής ένστασης, καθότι κατά το χρόνο που συμφώνησε με τις καθ' ων η αίτηση την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προέβλεψε ως ενδεχόμενο, ο υπερδανεισμός του σε συνάρτηση με τις τότε υφιστάμενες, αλλά και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, να τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αποδεχόμενος παρά ταύτα το αποτέλεσμα τούτο (ενδεχόμενος δόλος).
Οι οφειλές του αιτούντος προέρχονται από τη λήψη πληθώρας τραπεζικών προϊόντων, η δε δυνατότητα καταβολής δόσεως ύψους 4.000 ευρώ (το οποίο ποσό καλούνταν να καταβάλει, κατά τους αγωγικούς του ισχυρισμούς), εκ μηδενός αποδεικτικού μέσου προέκυψε. Δεδομένου του ότι το εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν μηνιαίως από 860 € (το χαμηλότερο- οικονομικό έτος 2005) έως 2.295 € (το υψηλότερο-οικονομικό έτος 2004) οι μηνιαίες δόσεις που καλείτο να καταβάλει στις καθ' ων πιστώτριες του, σε συνδυασμό και με τις μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης του ήτο αδύνατο να καλυφθούν με το ατομικό του εισόδημα, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε και πως ανέμενε ευλόγως καθ' οιονδήποτε τρόπο, ουσιώδη αύξηση του εισοδήματος του στο μέλλον.
Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε αναφορικά με τυχόν υψηλότερες αποδοχές που ο αιτών απολάμβανε από το χρόνο σύναψης των επίδικων δανειακών συμβάσεων μέχρι και την κατάθεση της ένδικης αίτησης, εκ των οποίων να προκύπτει πως τα εισοδήματα του επαρκούσαν για την κάλυψη οφειλών ύψους άνω των 400.000,00 ευρώ.
Τουτέστιν, αποδεικνύεται πως ο αιτών προέβλεψε ως ενδεχόμενο ο υπερδανεισμός του, σε συνάρτηση με τις τότε υφιστάμενες, αλλά και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες να τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα τούτο. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη των τελευταίων να προβούν στην αναγκαία έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου, όπως ήδη προαναφέρθηκε...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη τη σχετική, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση της τέταρτης των καθ' ων πιστώτριας τράπεζας και ήδη τέταρτης των αναιρεσίβλητων ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών και απέρριψε την ένδικη από 28-5-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ήδη με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι έκρινε ορισμένη την ένσταση της καθ' ης η αίτηση- τέταρτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσείοντος- αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και από όσα (συνολικά) διαλαμβάνονται στις από 31-3-2017 προτάσεις της καθ' ης η αίτηση- ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης "....", ενεργούσας αυτοτελώς για τις δικές της απαιτήσεις, ως ειδική διάδοχος της "...", ήδη 2ης αναιρεσίβλητης και ως καθολική διάδοχος της "...", ήδη 5ης αναιρεσίβλητης, όπως το περιεχόμενό τους εκτιμάται, προκειμένου να θεμελιώσει τον ως άνω ισχυρισμό της, επικαλέστηκε ότι ο αιτών, ήδη αναιρεσείων, προέβη σε υπερβολική δανειοδότηση, συνολικού ύψους 400.293,85 ευρώ, και δη στη σύναψη δύο (2) στεγαστικών δανείων, δύο (2) καταναλωτικών δανείων, οκτώ (8) πιστωτικών καρτών, ως κύριος οφειλέτης, και ενός (1) επιχειρηματικού δανείου ως εγγυητής, οι μηνιαίες δόσεις των οποίων ανέρχονται στο υπέρογκο ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται σε 200 ευρώ από την εκμίσθωση του διαμερίσματος που διαθέτει στην Καλλιθέα Αττικής [ποσό που αποτελεί το μοναδικό εισόδημά του], η δε ανεργία του από τον Ιανουάριο του έτους 2012, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί γεγονός ικανό να τον οδηγήσει σε μόνιμη και πλήρη αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών του, αφού ουδέν πρόβλημα αντιμετωπίζει που τον καθιστά ανίκανο να εργαστεί, επομένως η οικονομική του κατάσταση δύναται να βελτιωθεί εφόσον εξεύρει εργασία και αποκτήσει σταθερό εισόδημα.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος- αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, η οποία παραδεκτά προβλήθηκε, είναι σαφής και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου.
Πιο συγκεκριμένα, η τέταρτη αναιρεσίβλητη μνημονεύει με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα: α) αναφέρει το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο αιτών- αναιρεσείων έλαβε από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα και τα οποία οφείλει, ανερχόμενα στο ποσό των 400.293,85 ευρώ συνολικά, β) μνημονεύει τις οικονομικές δυνατότητες του αιτούντος, ήτοι ότι διέθετε ατομικό μηνιαίο εισόδημα 200 ευρώ, από την εκμίσθωση ακινήτου του και την έλλειψη άλλων εισοδημάτων από πλευράς του και γ) αναφέρει ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα και ειδικότερα τις οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του και το ύψος της μηνιαίας δόσης των δανείων, γνώριζε εξαρχής, ή σε κάθε περίπτωση προέβλεπε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτών.
Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος-αναιρεσείοντος κατά την ανάληψη των χρεών του, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και της πρόθεσής του να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής του ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου.
Συνακόλουθα, το Ειρηνοδικείο Σικυώνος, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 171/2025, ΑΠ 142/2025, ΑΠ 166/2022, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Σικυώνος.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ