Legislator Case Law & Legislation
408/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on debt restructuring under specific commercial insolvency laws.

Case Number 408/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to reinstate a civil court decision regarding debt restructuring. The appellant argued the lower court erred in applying commercial insolvency laws, but the court found the facts did not meet the statutory requirements for such application. Consequently, the appeal was rejected as baseless and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 of Law 3588/2007; Article 1 paragraph 1 item a of Law 3869/2010: The court correctly applied commercial insolvency laws when the debtor lost payment ability while acting as a merchant, rejecting the argument that the debtor lacked the necessary commercial status to invoke special debt restructuring provisions.

Keywords

AI generated
commercial insolvency debt restructuring bankruptcy capacity appeal dismissal civil procedure code merger law commercial status

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of Law 3588/2007
Article 1 paragraph 1 item a of Law 3869/2010
Article 7 paragraph 2 of Law 3588/2007
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 item b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 408 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Πατταχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Γιαννοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΥΒΟΙΑΣ ΣΥΝ.Π.Ε., ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστριά της εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ενιαίος Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και το δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διάδοχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ) και 4) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Χαλκίδας, που εδρεύει στην Χαλκίδα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο, το 4ο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 1η και ο 3ος δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2018 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκε η 179/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, την αναίρεση της οποίας, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9- 2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παρασταθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η και το 4ο των αναιρεσιβλητων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ...

και ...-2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 15-09-2020 και με αριθμ. κατάθ. 2/16-09-2020 αίτησης αναίρεσης με σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 14-01-2022, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ.

β' και 762 ΚΠολΔ, στους πρώτη και τρίτο αναιρεσίβλητους.

Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ).

Με την από 15-09-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 179/2020 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία απορρίφθηκε η από 18-12- 2018 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για τη ρύθμιση των χρεών του προς τους καθ' ων κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010.

Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό της άσκησής της (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ). Από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: 1) ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, λόγω της αδυναμίας τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει δε τη δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς, για το διάδικο, κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης για την αίτηση αναίρεσης προθεσμίας για δύο λόγους, ήτοι, την ανώτερη βία ή το δόλο του αντιδίκου του, 2) η αίτηση επαναφοράς, που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο και έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια της παραλειφθείσας πράξης, ασκείται είτε με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο, κατά τις διατάξεις για την αγωγή, κοινοποιείται δε στον αντίδικο εντός της, κατ' άρθρο 153 του ΚΠολΔ, τριακονθήμερης ανατρεπτικής προθεσμίας από την άρση του κωλύματος, που συνιστά ανώτερη βία ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου, 3) με τη διάταξη του άρθρου 158 του ίδιου Κώδικα, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αυτής, αν, για οποιονδήποτε λόγο ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος, αφού η διάταξη δεν διακρίνει, απωλέστηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της, με συνέπεια την απόρριψη της αίτησης επαναφοράς ως απαράδεκτης.

Ειδικότερα, για την παραδεκτή και δη την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς, η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να αποδεικνύεται η εκ μέρους του αιτούντος την επαναφορά αναγκαία επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου ή της γνώσης του δόλου, παρότι τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η οποία (άσκηση) δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αίτησης, 4) ως ανώτερη βία νοείται, στην προαναφερόμενη διάταξη, κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο, στην εξεταζόμενη κάθε φορά περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη άκρας επιμέλειας και σύνεσης, εξαιτίας του οποίου δε εμποδίστηκε απολύτως η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης (ή άλλου ένδικου μέσου) μέσα στη νόμιμη προθεσμία (ΑΠ 730/2021, ΑΠ 79/2019, ΑΠ 445/2015, ΑΠ 2132/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 179/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας επιδόθηκε στον αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα στις 11-06-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ευβοίας Π.

Γ. στο επιδοθέν αντίγραφο της ανωτέρω απόφασης. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών δεν άσκησε έφεση και έτσι κατέστη τελεσίδικη στις 13-07-2020, ημέρα Δευτέρα (άρθρ. 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης άρχισε στις 14-07-2020 και έληξε στις 14-09-2020, ημέρα Δευτέρα (18 ημέρες από τον Ιούλιο + 12 ημέρες από το Σεπτέμβριο, με τελευταία ημέρα της 30νθήμερης προθεσμίας της αναίρεσης στις 12-09-2020, ημέρα Σάββατο), λόγω αναστολής της προθεσμίας κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου κατ' άρθρο 147 παρ. 2 σε συνδ.

με το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Στις 14-09-2020 και ώρα 08.42 π.μ, η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος Αθανασία Γιαννοπούλου, Δικηγόρος Αθηνών, απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη συνάδελφο της Μαρία Μπαρσάκη, Δικηγόρο Χαλκίδας, αντίγραφο της από 11-09-2020 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, γραμμάτιο παράστασης, ηλεκτρονικό παράβολο 250 ευρώ με την από 11-09-2020 απόδειξη ηλεκτρονικής πληρωμής του και εξουσιοδότηση προς την τελευταία, προκειμένου να καταθέσει την αίτηση αναίρεσης και να λάβει επίσημα αντίγραφα του αναιρετήριου.

Εντούτοις, η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης δεν κατέστη εφικτή, επειδή με την υπ' αριθμ. 94/14-09-2020 πράξη του Προέδρου Εφετών Ευβοίας αποφασίστηκε η αναστολή λειτουργίας των εργασιών του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας τη Δευτέρα 14 και την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020, για να πραγματοποιηθεί απολύμανση σε όλους τους χώρους του δικαστηρίου, λόγω κρούσματος κορονοϊού (covid-19).

Αμέσως μετά τη λήξη της αναστολής λειτουργίας του ανωτέρω Δικαστηρίου και δη στις 16-09-2020 κατατέθηκε η υπ' αριθμ. κατάθ. 2/16-09-2020 αίτηση αναίρεσης με σωρευόμενο αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Ακολούθως, η αίτηση αναίρεσης επιδόθηκε στους καθ' ων εντός 30 ημερών από την άρση του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία κατ' άρθρο 153 του ΚΠολΔ και δη στους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των καθ' ων στις 14-09-2020 (βλ.

υπ' αριθμ. ..., ... και ...-2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Γ.) και στο τέταρτο καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο στην ένδικη υπόθεση από την ΑΑΔΕ και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Χαλκίδας, στις 14-09-2020 και στις 16-10-2024 αντίστοιχα (βλ. υπ' αριθμ. ...-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π.

Γ. και ...-2020 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Χαλκίδας Ι. Α.). Η, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. μετά τη λήξη της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ άσκηση της αναίρεσης οφείλεται σε λόγο ανώτερης βίας, όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, και δεδομένου ότι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της ανωτέρω προθεσμίας κατάσταση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και αποδεικνύεται βάσιμο (άρθρ 152 επ.

του ΚΠολΔ), πρέπει αυτό να γίνει δεκτό κατ' ουσίαν. να θεωρηθεί, ότι η αίτηση αναίρεσης είναι εμπρόθεσμη και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 περ. α' του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, όπως η ένδικη από 18-12-2018 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, ορίζεται: "1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (ΑΠ 603/2023, ΑΠ 71/2020).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον.

Περαιτέρω. από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει, ότι από τη ρύθμισή του αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν πτωχευτική ικανότητα. Δηλαδή, η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας στον οφειλέτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη δυνατότητα υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010.

Η ουσιαστική προϋπόθεση αυτή, της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας, διατυπώνεται από το νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007), πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Όσον αφορά ειδικά στη συμμετοχή σε εταιρεία, που είναι κατά το ουσιαστικό σύστημα εμπορική (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη), αυτή προσδίδει στον ομόρρυθμο εταίρο την εμπορική ιδιότητα, χωρίς να απαιτείται η άσκηση από αυτόν προσωπικώς εμπορικών πράξεων.

Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα, με βάση το άρθρο 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων, ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται, ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του ν. 3869/2010.

Συνεπώς, καθίσταται σαφές, ότι σύμφωνα με το σκοπό του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του νόμου αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς όμως κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρο 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές τους και μετέπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.

Δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο της παύσης της εμπορικής τους ιδιότητας, καθώς στην περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα (ΑΠ 548/2022). Αντίθετα, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών τους είχαν την εμπορική ιδιότητα, εάν δηλαδή έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι, τότε απορρίπτεται η αίτηση.

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 (ΑΠ 1005/2021, ΑΠ 756/2020, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 804/2019).

Εξάλλου, ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου, που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία, (μη πληρωμή), προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του (ΑΠ 21/2023.

ΑΠ 550/2019). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/201 5).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση Με αυτόν το λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Επίσης, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ και κατ' ανάλογη εφαρμογή από το άρθρο 560 αριθμ. 5 εδ, β' του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΑΠ 680/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1351/2021).

Το Ειρηνοδικείο Χαλκίδας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 179/2020 τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Ο αιτών (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος έχει γεννηθεί το έτος ..., τυγχάνει διαζευγμένος και πατέρας δύο (2) ενήλικων σήμερα τέκνων, της Χ. - Κ. Μ. και της Ο. Μ. Μοναδικό εισόδημά του αποτελεί η σύνταξη που του χορηγείται μηνιαίως από την Αμερικανική Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων ποσού 1.000 περίπου δολαρίων. Στο παρελθόν εργαζόταν ως διευθυντής σε μία εταιρεία πετρελαίων στην Αμερική και έπειτα από την 06η-08-2007 συμμετείχε ως ομόρρυθμος εταίρος στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ASTERI BOATS", με έδρα στην Νέα Αρτάκη Ευβοίας, που είχε ως κύρια δραστηριότητα την κατασκευή, επισκευή και εμπορία σκαφών θαλάσσης. Την δραστηριότητά του αυτή διέκοψε την 21/10/2013 οπότε προέβη σε διακοπή εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας.

Συνεπώς, επρόκειτο για εμπορική εταιρεία, εφόσον είχε εμπορικό σκοπό και ασκούσε πράγματι εμπορική δραστηριότητα, περιλαμβανομένη σ' αυτές του άρθρου 2 ΒΔ της 2/14-05-1835 "Περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων", ήτοι "τας αγοράς προϊόντων γης ή τέχνης, τας οποίας ήθελε κάμει τις, δια να μεταπωλήσει ταύτα ακατέργαστα, ως τα αγόρασεν ή κατεργασμένα και μεταποιημένα".

Συνεπώς, η ομόρρυθμη εταιρεία απόκτησε εμπορική ιδιότητα, εφόσον είχε εμπορικό σκοπό και ενεργούσε κυρίως και συνήθως εμπορικές πράξεις. Σύμφωνα, δε. με όσα διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, η συμμετοχή του αιτούντος στην εμπορική αυτή εταιρεία, προσέδωσε σ' αυτόν την εμπορική ιδιότητα χωρίς να απαιτείται η άσκηση απ' αυτή προσωπικά αντικειμενικά εμπορικών πράξεων (...).

Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός του αιτούντος περί μικρεμπορίας, τον οποίο πρέπει να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος (...), τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθότι δεν προσκομίστηκαν κανένα φορολογικό έγγραφο του αιτούντος για τα έτη 2007 έως 2013, όπως καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3), εκκαθαριστικά σημειώματα, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (Ε1) για το χρονικό διάστημα άσκησης της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας ή κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι δεν είχε ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, προσωπικό και τέτοια έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος.

Κατά το χρόνο που ο αιτών ασκούσε την ως άνω εμπορική δραστηριότητα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς ανέγγυους πιστωτές, τα οποία παύουν να εκτοκίζονται με την κοινοποίηση της αίτησης (άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β' ν. 3869/2010) και προς ενέγγυους πιστωτές, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης.

Α) Από την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) 1) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης, είχε χορηγηθεί σε αυτόν, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 78.806,03 ευρώ και 2) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης, είχε χορηγηθεί σε αυτόν, καταναλωτικό δάνειο, από το οποίο οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το συνολικό ποσό των 7.715,81 ευρώ και Β) Στη δεύτερη μετέχουσα υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΥΒΟΙΑΣ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), εγγυήθηκε, δυνάμει της με αριθμό ...

σύμβασης, την αποπληρωμή σύμβασης δανείου με χρήση σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, από το οποίο οφείλει, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, το συνολικό ποσό των 219.720,08 ευρώ. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, το σύνολο των οφειλών του αιτούντος προς όλες τις ως άνω πιστώτριες ανερχεται στο ποσό των ευρώ 306.241,92 ευρώ (78.806,03 € + 7 715,81 € + 219.720,08 €).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών εκθέτει στην κρινόμενη αίτηση του ότι η λειτουργία της επιχείρησης του είχε καθοδική πορεία ήδη από το έτος 2011-2012 (βλ. σελ, 4 αίτησης) "...κατά το έτος 201 1-201 όπου η οικονομική κρίση έπληξε τη χώρα μας και κυρίως τον τομέα της αγοράς αγαθών πολυτελείας, όπως αυτών των αλιευτικών και τουριστικών σκαφών, τα πράγματα για την εταιρία της οποίας ήμουν ομόρρυθμος εταίρος δεν εξελίχθηκαν καλά, καθώς τα σκάφη που είχαν κατασκευαστεί παρέμεναν αδιάθετα για μεγάλο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να υποστεί η εταιρεία μεγάλη οικονομική ζημία, να διακόψει τις εργασίες της και, στη συνέχεια, να συσσωρευθούν πολλά δικά μου χρέη προς δημοσίους και ιδιωτικούς φορείς, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχω αποπληρώσει", ενώ συνομολογεί κατά την κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το έτος 2012 περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών (βλ.

σελ. 8 πρακτικών συνεδριάσεως) "Μέχρι το '12 πληρωνόντουσαν τα πάντα. Από το '12 και μετά πρώτα με την Τράπεζα Πειραιώς, έκανα διακανονισμό και πλήρωνα είχε δύο δάνεια, ένα καταναλωτικό και ένα επισκευαστικό... " και σελ. 11 πρακτικών συνεδριάσεως "Αρχές του 2012.Ναι..". Τούτο προκύπτει και από το με αριθμό πρωτοκόλλου 13009/09-10-2019 έγγραφο απόψεων του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών (Κ.Ε.Α.Ο.), σύμφωνα με το οποίο ο αιτών, οφείλει στον "Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α.) (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο), ως οιονεί καθολικό διάδοχο του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)", ως αυτοαπασχολούμενος με αντικείμενο εργασιών το χοντρικό εμπόριο αλιευτικών σκαφών, πλοίων, εργοστασίων και άλλων σκαφών κτλ. καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές χρονικής περιόδου 01-02-2009 έως 31-10- 2013 και ως μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.

Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές για την ασφαλιστική τακτοποίηση εργαζομένων) που ανάγονται ήδη στο έτος 2009, ενώ από τη με αριθμό πρωτοκόλλου 13361/13-03-2019 έγγραφη δήλωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, προκύπτει ότι σε βάρος του αιτούντα υφίστανται βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές στη Δ.Ο.Υ.

Χαλκίδας ήδη από το έτος 2012. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατά το χρόνο που ο αιτών ως μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." είχε την εμπορική ιδιότητα είχε ήδη κλονιστεί σοβαρά η οικονομική του κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να ανταποκριθεί στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του.

Προκύπτει, ως εκ τούτου ότι ο αιτών περιήλθε σε πραγματική, μόνιμη και γενική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά χρέη του, πριν τη λύση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και ενόσω διατηρούσε την εμπορική του ιδιότητα ως μέλος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και συνεπώς είχε πτωχευτική ικανότητα (άρθρο 2 παρ. 3 ΠτωχΚ) με συνέπεια να μην υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 Σύμφωνα με τα προλεχθέντα, κατά το χρόνο που ο αιτών απώλεσε την εμπορική του ιδιότητα, είχε ήδη περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, σε κατάσταση δηλαδή παύσης των πληρωμών και συνεπώς κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ρύθμισης των οφειλών της είχε πτωχευτική ικανότητα (άρθρο 2 παρ. 3 ΠτωχΚ) και δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.

Ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, ο πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της λόγω της μη συνδρομής ουσιαστικής προϋπόθεσης για την υπαγωγή του αιτούντος στον νόμο, ήτοι της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπο του, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού των καθ1 ων πιστωτών".

Ακολούθως το Ειρηνοδικείο Χαλκίδας, κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη την αίτηση, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 179/2020 τελεσίδικη απόφαση του. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων α) από τις 06-08-2007 έως τις 21-10- 2013 ήταν ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.

Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που είχε εμπορικό σκοπό και ασκούσε εμπορική δραστηριότητα συνισταμένη στην κατασκευή, επισκευή και εμπορία σκαφών θαλάσσης, β) με τη συμμετοχή του ως ομόρρυθμου εταίρου στην ανωτέρω εμπορική ομόρρυθμη εταιρεία απέκτησε την εμπορική ιδιότητα, γ) διέκοψε την εμπορική του δραστηριότητα στις 21-10- 2013, οπότε προέβη σε διακοπή εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ Χαλκίδας, δ) πριν από τη λύση της ομόρρυθμης εταιρείας (στις 21-10-2013) και ενόσω διατηρούσε την εμπορική ιδιότητα του ως μέλους της εταιρείας αυτής, είχε παύσει τις πληρωμές του ήδη από το 2012, όπως ο ίδιος ο αιτών κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά από τότε, ένδικα χρέη του.

κάποια μάλιστα από αυτά ακόμη και σε προγενέστερο χρόνο (απαιτητές οφειλές προς τον ΕΦΚΑ από το έτος 2009, οφειλές προς το Δημόσιο από το 2012, οφειλές προς τις τράπεζες από το 2012), έτσι ώστε, έχοντας παύσει τις πληρωμές ενόσω ήταν έμπορος, είχε πτωχευτική ικανότητα και δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 3869/2010.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 5 περ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά το μέρος που πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 περ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει, ότι το Ειρηνοδικείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του με την από 18-12-2018 αίτησή του για τη ρύθμιση σύμφωνα με το ν. 3869/2010 των χρεών του, ότι δεν υπάγεται πλέον στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα κατ' άρθρο 7 παρ.2 του ν. 3588/2007, καθόσον από τη διακοπή των εργασιών της ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία επήλθε στις 21-10-2013 στη ΔΟΥ Χαλκίδας, έως την κατάθεση της αίτησης του παρήλθε χρονικό διάστημα περισσότερο από πέντε (5) έτη, χωρίς να ασκηθεί εναντίον του αίτηση για πτώχευση.

Η αιτίαση αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον δεν ασκεί έννομη επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Τούτο διότι η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.

Στην προκειμένη περίπτωση, κρίσιμο ζήτημα είναι η παύση των πληρωμών του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο άσκησης της εμπορικής δραστηριότητάς του (κατά το έτος 2012), οπότε είχε πτωχευτική ικανότητα, λόγος για τον οποίο αποκλείεται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, όπως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επισημαίνεται δε, ότι ο έμπορος δεν κηρύσσεται σε πτώχευση μόνο κατόπιν αίτησης πιστωτή του, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά και μετά από δική του αίτηση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, την οποία μάλιστα (αίτηση) ο οφειλέτης υποχρεούται να υποβάλει, χωρίς υπαίτια βραδύτητα και πάντως το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την παύση των πληρωμών του κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3588/2007.

Άλλωστε, αντίκειται στο σκοπό του ν. 3869/2010 να δοθεί η δυνατότητα σε πρώην εμπόρους, που έπαυσαν τις πληρωμές τους κατά το χρόνο της εμπορικής δραστηριότητάς τους, να επιλέξουν την υπαγωγή τους στις διατάξεις του, ως πλέον ωφέλιμη γι' αυτούς, αντί να υπαχθούν στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 περ.

β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Ακολούθως, οι προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούσαν, για να πληρωθεί το πραγματικό των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 3588/2007, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Ειρηνοδικείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων έπαυσε τις πληρωμές του κατά το χρόνο, που ήταν έμπορος και άρα είχε πτωχευτική ικανότητα, τις οποίες συνακόλουθα δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή Αντίστοιχα, το Ειρηνοδικείο ορθά δεν εφάρμοσε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

α' ν. 3869/2010, ο οποίος δεν ήταν εφαρμοστέος, διότι τα περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης, η οποία για την εφαρμογή της προϋποθέτει την έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, την οποία επομένως δεν παραβίασε ευθέως, όπως επίσης ορθά δεν εφάρμοσε ούτε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3588/2007.

η οποία ομοίως δεν ήταν εφαρμοστέα σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ως μη ασκούσα έννομη επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη και την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 5 περ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ως αβάσιμος. Στη συνέχεια, εφόσον κρίθηκε, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη για την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγω απόρριψης ως μη νόμιμου του αιτήματος της από 18-12- 2018 αίτησής του για τη ρύθμιση των χρεών του προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας άσκησης της από 15-09-2020 και υπ' αριθμ κατάθ. 2/16-09-2020 αίτησης αναίρεσης κατασταση.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 179/2020 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων. στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ