Legislator Case Law & Legislation
408/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil judgment for failure to consider prior criminal convictions of defendant.

Case Number 408/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Heraklion's decision, ordering a remand for retrial. The appellants argued that the appellate court failed to consider two prior criminal convictions of the deceased defendant, which were legally submitted and should have been evaluated. The Court held that ignoring these documents constituted a violation of the duty to examine all evidence, as the prior convictions were material facts capable of influencing the civil liability outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The duty to examine all evidence is absolute, and failure to consider material prior criminal convictions submitted by a party constitutes a ground for appeal requiring remand.

Keywords

AI generated
duty to examine evidence prior criminal convictions civil liability remand for retrial material facts Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 408 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 408/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. χήρας Β. Λ., το γένος Λ. Μ., κατοίκου …, 2)Ε. Λ. του Β., κατοίκου … και προσωρινά διαμένουσας στην …, 3)Α. Λ. του Β., κατοίκου … και προσωρινά διαμένουσας στην …, 4)Κ. Λ. του Α., κατοίκου …, 5)Γ. Λ. του Α., συζ. Κ. Δ., κατοίκου … και 6)Ε. Λ. του Α., συζ. Ι. Α.η, κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κουτσουράκη, o οποίος ανακάλεσε την από 28/09/2020 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Χ. – Χ. Ν.Ε." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Θ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 3)Σ. Β. του Α., κατοίκου …, 4)Β. Χ. του Θ., κατοίκου ..., 5)Ε. Χ. του Ν., κατοίκου …., 6)ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Χ. Α.Ε. - ΕΡΓΟΛΑΒΙΑ ΕΞΟΡΥΞΗΣ ΚΑΙ ΦΟΡΤΩΣΗΣ ΑΔΡΑΝΩΝ - ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΑ - ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΔΡΑΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΣΦΑΛΤΟΜΕΙΓΜΑΤΟΣ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 7)Ν. Χ. του Ε., κατοίκου Ρεθύμνου, και 8)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΗ Α.Ε.", που εδρεύει στo Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 8η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βελεγράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Οι 1η, 3ος, 4ος, 6η και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πουλιάκα, ο οποίος δήλωσε ότι οι 2ος και ο 5ος έχουν αποβιώσει και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν για τον 2ο η Α. - Ε. Χ. του Θ. και για τον 5ο οι α)Α. χήρα Ε. Χ., το γένος Μ. Δ., β)Α. Χ. του Ε., γ)Ε. Χ. του Ε. και δ)Ν. Χ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της Α. χήρας Α. Λ., το γένος Β. Π., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2016 μη οριστική και 130/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/10/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης , ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς 6356 Ζ'/12-7-2019 και 66 Ε'/5-8-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνου Σ. Μ. η πρώτη και του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Γ. Μ. η δεύτερη, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 30-10-2018 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την 10-12-2019 και μετ' αναβολή από το πινάκιο, που επέχει θέση κλητεύσεως, για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-10-2020), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη πρώτη από τις άνω δικασίμους, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον Σ.

Β. (τρίτο αναιρεσίβλητο), καθώς και αντίγραφο των με αριθμό 34/2019 πρακτικών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την Σ. Μ., ως ασκούσας την γονική μέριμνα και ως νόμιμης αντιπροσώπου της ανήλικης κόρης της Α.-Ε.

Χ. του Θ.. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός του ο δικηγόρος για τους εκ των αναιρεσιβλήτων που εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο δι' αυτού, προσκομίζει και επικαλείται συμβολαιογραφικά πληρεξούσια όλων τους(των αναιρεσιβλήτων), από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα σ'αυτόν να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πλην των Σ.

Β. και Α.-Ε. Χ., ως προς τους οποίους ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται. Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότης του παραστάντος δικηγόρου ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, οι οποίοι πρέπει να θεωρηθούν ως δικονομικώς απόντες και να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες.

2. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 9-9-2011 αγωγής τους, εξέθεταν ότι από το έτος 2008, η όγδοη ανώνυμη εταιρεία, κατόπιν δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού, ανέθεσε στην έκτη εναγόμενη ανώνυμη τεχνική εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πέμπτος εναγόμενος, την εκτέλεση του έργου καθαίρεση υφάλου τμήματος ακρομωλίου παλαιού υπήνεμου μώλου λιμένος Ηρακλείου, του οποίου συντονιστής ασφαλείας ήταν ο έβδομος εναγόμενος, πολιτικός μηχανικός.

Ότι για την εκτέλεση του έργου, η έκτη εναγόμενη προσέλαβε ως υπεργολάβο την πρώτη εναγόμενη ναυτική εταιρεία, ιδιοκτήτρια τριών πλωτών ναυπηγημάτων, τα οποία ήταν αναγκαία για την εκτέλεση του έργου και της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν ο τέταρτος και ο πέμπτος εναγόμενος, πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Δ.Σ, αντίστοιχα.

Ότι ο Β. Λ., σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης και τρίτης, γιος της τέταρτης και αδελφός των λοιπών εναγόντων, ο οποίος είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγόμενη, με σύμβαση εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, ως πλοίαρχος του αναφερόμενου ρυμουλκού της τελευταίας, τραυματίστηκε θανάσιμα σε εργατικό ατύχημα που έλαβε χώρα στις 11-5-2009, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή, το οποίο (ατύχημα) οφειλόταν σε πταίσμα των εναγομένων, όπως αναλυτικά περιγράφεται η ευθύνη εκάστου εξ αυτών στο δικόγραφο της αγωγής.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τα εξής ποσά: Α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της, επιφυλασσομένης να ζητήσει περαιτέρω και το ποσό των 44 ευρώ, για τον ίδιο λόγο κατά την παράσταση της ως πολιτικώς ενάγουσας κατά την ποινική δίκη που θα διεξαχθεί.

Β) σε καθένα από τα τέκνα του θανόντος (δεύτερη και τρίτη ενάγουσα): α) το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν αχό το θάνατο του πατέρα τους, επιφυλασσόμενες να ζητήσουν περαιτέρω και το ποσό των 44 ευρώ για τον ίδιο λόγο, κατά την παράσταση τους ως πολιτικώς ενάγουσες κατά την ποινική δίκη που θα διεξαχθεί, β) τα ποσά των 16.371,80 ευρώ και 13.409 ευρώ, αντίστοιχα για τη ζημία που υπέστησαν από την αποστέρηση της διατροφής τους, λόγω του θανάτου του πατέρα τους, για το χρονικό διάστημα από 12-5- 2009 και μέχρι 31-8-2011 και γ) επιπλέον στη δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 28.565 ευρώ, ως αποζημίωση της για την ίδια παραπάνω αιτία και για το χρονικό διάστημα από 1-9-2011 μέχρι 31-12-2016, οπότε πιθανολογείται ότι θα έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της, και το ποσό των 8.246 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα, ως αποζημίωση της για την ίδια παραπάνω αιτία για το χρονικό διάστημα από 1-9-2011 έως 31-8-2012, ως κεφάλαιο που θα τους επιδικασθεί εφάπαξ, λόγω του ότι συντρέχει ο αναφερόμενος σπουδαίος λόγος και επικουρικά σε μηνιαίες δόσεις, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο όπως το κάθε επιμέρους κονδύλιο αναφέρεται στην αγωγή, Γ) στην τέταρτη των εναγόντων το ποσό των 100.000 ευρώ και στους λοιπούς το πόσο των 80.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του γιου και αδερφού τους, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της άνω αγωγής, εκδόθηκε η 128/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία έγινε εν μέρει η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Κατά της άνω απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις. Επ' αυτών εκδόθηκε η 5/2016 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία διέταξε επανάληψη της συζητήσεως της υπόθεσης κατ'άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ενώπιόν του οι διάδικοι και μάρτυρες προς διευκρίνιση ζητημάτων και επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 25-5-2016 κλήση η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση.

Επί της συζήτησης αυτής εκδόθηκε η 130/2017 προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε στην ουσία της την έφεση των εναγόντων και έκανε ουσιαστικά δεκτές τις εφέσεις των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν την από 30-10-2018 αίτηση αναίρεσης οι ενάγοντες.

3. Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (oλ ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 876/2014, 938/2013).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 425/2018, ΑΠ 376/2018, ΑΠ 80/2016, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 412/2008).

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν απ` αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ (ΑΠ 1577/2014, 906/2012).

Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του π.δ 1073/1981, που διέπουν την λειτουργία των γερανών και κάθε είδους ανυψωτικών μηχανημάτων, του ν. 1568/1985 ν. 1568/1985 "Υγιεινή- Ασφάλεια εργαζομένων" που εφαρμόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται στην εξεταζόμενη περίπτωση, του π.δ. 395/1994, του ν. 1418/1984, του ν. 3669/2008 και του π.δ. 609/1985.

Ειδικότερα 1)στο νόμο 1568/1985 ορίζονται και τα εξής: α)ότι η μελέτη και η διαρρύθμιση του χώρου εργασίας, πρέπει να εξασφαλίζει ένα ασφαλές περιβάλλον και την ακώλυτη ροή της εργασίας(άρθρο 17 παρ. 1 ), β) ο εργοδότης οφείλει να μεριμνά, ώστε να υπάρχει ελεύθερος χώρος, ώστε κάθε εργαζόμενος να μπορεί να κινείται ανεμπόδιστα με ασφάλεια κατά την εκτέλεση της εργασίας του(άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 1568/1985, 1.1.του παραρτήματος ΙΙ του π.δ 395/1994 και 12 του Α' μέρους του παραρτήματος ΙV του π.δ 305/1996. 2)στο π.δ. 1073/1981 ορίζονται πλην άλλων και τα εξής:

α)ο χειριστής του γερανού πρέπει να έχει πλήρη ορατότητα και εποπτεία της περιστροφικής κίνησής του καθ'όλη την διαδρομή του (άρθρο 64 εδ. γ'), β) στην περίπτωση, που ο χειριστής δεν έχει πλήρη ορατότητα και εποπτεία της περιστροφικής κίνησης του γερανού καθ'όλη την διαδρομή του, αλλά υπάρχουν σημεία, τα οποία δεν είναι ορατά, η περιστροφική κίνηση του γερανού επιτρέπεται μόνο υπό την καθοδήγηση του βοηθού χειριστή, ο οποίος οφείλει να εποπτεύει τον γερανό και το χώρο γύρωθέν του, να κατευθύνει το χειριστή δια των πρόσφορων οπτικών και ηχητικών σημάτων και να αποτρέπει κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο (άρθρα 64 εδ.γ' & δ' και 66 εδ.α' & γ'), γ) ο χειριστής και ο βοηθός χειριστή οφείλουν να απομακρύνουν κάθε πρόσωπο από το χώρο του γερανού και να βεβαιώνονται για την απομάκρυνση του προ οποιασδήποτε περιστροφής του (άρθρο 66 εδ.γ' ), δ) η θέση, στην οποία έχει εγκατασταθεί ο γερανός, πρέπει να επιτρέπει την ασφαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του και να μην εγκυμονεί κινδύνους ατυχημάτων (άρθρα 46 στοιχ.β' π.δ.1073/1981 & 1.1.

του παραρτήματος II τουπ.δ.395/1994), ε) η είσοδος και η κίνηση του προσωπικού στους χώρους εγκατάστασης και λειτουργίας του γερανού πρέπει να απαγορεύονται ή τουλάχιστον να μπορούν να πραγματοποιηθούν σε προκαθορισμένες ασφαλείς διαδρομές (άρθρα 46 στοιχ. γ'), στ') ο χώρος κίνησης και περιστροφής του γερανού πρέπει να απομονώνεται με κατάλληλο περίφραγμα, που να αποκλείει τη διέλευση των προσώπων, που δεν έχουν σχέση με την εργασία του μηχανήματος (άρθρο 55) ζ') οι εργοδότες του προσωπικού ή οι εκπρόσωποί τους οφείλουν να παρίστανται ανελλιπώς στο χώρο εκτέλεσης του έργου για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων (άρθρο 111 εδ.α'), η') οι ανάδοχοι εργολάβοι και οι υπεργολάβοι οφείλουν να επιβλέπουν τους εργαζόμενους και να τους καθοδηγούν διαρκώς σε σχέση με τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας κατά την εργασία τους (άρθρο 111 ).

Ενώ στο π.δ. 395/1994 ορίζεται μεταξύ άλλων: α) ο γερανός και ο χώρος λειτουργίας του πρέπει να είναι προσαρμοσμένοι καταλλήλως και σύμφωνα με τις αρχές της εργονομίας, ώστε να διασφαλίζουν τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων κατά τη χρήση τους (άρθρα 3 παρ.1 & 5α ), β) δεν πρέπει να υπάρχουν θέσεις εργασίες εντός του κύκλου περιστροφής του γερανού (άρθρο 2.2.

του παραρτήματος Ι του π.δ.395/1994), γ) ο γερανός πρέπει να εκπέμπει αυτόματα πριν από τη θέση του σε λειτουργία (ιδίως στην περίπτωση περιορισμένου πεδίου ορατότητας του χειριστή του) οποιοδήποτε πρόσφορο προειδοποιητικό ηχητικό σήμα σε τέτοια χρονική απόσταση, που να επιτρέπει στους εργαζόμενους να απομακρύνονται εγκαίρως από τη ζώνη περιστροφής του (άρθρο 2.3.

του παραρτήματος Ι του π.δ.395/1994), δ) ο γερανός πρέπει να είναι εφοδιασμένος με συστήματα, που να εμποδίζουν την πρόσβαση στη ζώνη περιστροφής του ή να σταματούν την κίνησή του πριν την πρόσβαση στην παραπάνω ζώνη (άρθρο 2.13. του παραρτήματος Ι τουπ.δ.395/1994). Τέλος ότι οι κύριοι των έργων οφείλουν να επιβλέπουν την τήρηση των μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων από τους αναδόχους εργολάβους και τους υπεργολάβους (άρθρα 6 παρ.1 & 7 παρ.1 του ν.1418/1984 και 36 παρ.1 & 37 παρ.1 του ν.3669/2008 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.4 του π.δ.609/1985, 5 παρ.6 εδ.γ' του ν.1418/1984 και 37 παρ.7 και 65 παρ.2 εδ.α' του ν.3669/2008).

4. H αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ συνίσταται στη μη καταβολή της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει. Ειδικότερα από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (oλ ΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ολ. ΑΠ 1/1999, AΠ 200/2014, 11/2014).

5. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι με την παραδοχή της ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ήταν ο θανών, και ότι οι υπαίτιες και παράνομες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα και τον θάνατο του συγγενούς τους, παραβίασε, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή τους και συγκεκριμένα κατά την υπαγωγή των παραπάνω κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, τα οποία δέχτηκε ως αποδειχθέντα, στις αόριστες νομικές έννοιες της υπαιτιότητας, της αμέλειας και του πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου, και δη των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 330 εδ.β' ΑΚ, τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία περιγράφονται παραπάνω, διέπουν τη λειτουργία των γερανών και κάθε είδους ανυψωτικών μηχανημάτων και αφορούν την υπαγωγή των παραπάνω κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στις αόριστες νομικές έννοιες της υπαιτιότητας, της αμέλειας και του πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου, δηλαδή εν τέλει στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 & 330 εδ.β' ΑΚ, και τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 64 εδ.γ & δ', 66 εδ.α' & γ', 46 στοιχ.β' & γ', 55 και 111 του π.δ.1073/1981, 17 παρ.1 & 2 του ν.1568/1985, 3 παρ.1 & 5α του π.δ.395/1994, 2.2., 2.3., 2.13.

του παραρτήματος Ι & 1.1.του παραρτήματος II του π.δ.395/1994, 12 του Α' μέρους του παραρτήματος IV του π.δ.305/1996, 6 παρ.1 & 7 παρ.1 του ν.1418/1984 και 36 παρ.1 & 37 παρ.1 του ν.3669/2008 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.4 του π.δ.609/1985, 5 παρ.6 εδ.γ' του ν.1418/ 1984 και 37 παρ.7 & 65 παρ.2 εδ.α' του ν.3669/2008, καθώς επίσης και ότι η προσβαλλομένη στερείται και νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των υπαιτίων πράξεων και παραλείψεων αυτών των εναγομένων και του άνω θανάτου του Β.

Λ., παραβιάζοντας εκ πλαγίου τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου 914 και 330 εδ. β'ΑΚ. 6. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από την 8η εναγομένη εταιρεία, η οποία αποτελεί τον φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του λιμένα Ηρακλείου Κρήτης, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 & 22 παρ. 1 του ν. 2971/2001, 21 παρ. 3 του ν. 2932/2001 & 7 παρ. 1 του ν.δ. 2942/1954 (ως καθολικός διάδοχος του Λιμενικού Ταμείου Ηρακλείου), και διεξήχθη στις 4-11-2008, κατακυρώθηκε στην 6η εναγόμενη ανώνυμη τεχνική εταιρεία το έργο της εκσκαφής του βυθού βόρεια της προβλήτας III του λιμένα Ηρακλείου, την εκβάθυνση του και την απομάκρυνση των προϊόντων της εκσκαφής εκτός του λιμένα.

Η εκτέλεση του έργου ξεκίνησε το Νοέμβριο του έτους 2008 και διήρκεσε μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2009. Συντονιστής ασφαλείας τόσο κατά την εκπόνηση της σχετικής μελέτης, όσο και κατά την εκτέλεση του έργου, ορίστηκε από την 6η εναγόμενη, ο 7ος εναγόμενος, Ν. Χ., αρμόδιος ως πολιτικός μηχανικός για την εκτέλεση των παραπάνω καθηκόντων.

Για την εκτέλεση του παραπάνω λιμενικού έργου, η 6η εναγόμενη προσέλαβε ως υπεργολάβο της την 1η εναγόμενη, ναυτική εταιρεία, νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας είναι ο 4ος και ο 5ος των εναγομένων, ως πλοιοκτήτρια των τριών (3) πλωτών ναυπηγημάτων, τα οποία ήταν αναγκαία για την εκτέλεση του έργου και τα οποία εγκαταστάθηκαν εξαρχής στο χώρο εκτέλεσης των εργασιών, βόρεια της προβλήτας III του λιμένα Ηρακλείου και συγκεκριμένα:

α) του ρυμουλκού (Ρ/Κ) "Α." (νηολογημένο στο λιμένα του Πειραιά με αριθμό νηολογίου … και διεθνές διακριτικό σήμα …), με πλήρωμα τον πλοίαρχο Β. Λ., τον μηχανικό Ι. Κ. και το ναυτόπαιδα Ε. Π., β) της ρυμουλκούμενης φορτηγίδας - κλαπέ "Μ." (με αριθμό νηολογίου …), η οποία δεν διέθετε πλήρωμα, και γ) τη ρυμουλκούμενη φορτηγίδα - πλωτό γερανό (Π/Γ) "Ν.

Χ", που είχε νηολογηθεί στο λιμένα του Πειραιά με αριθμό νηολογίου …, το οποίο ήταν ένα πλωτό ναυπήγημα, που δεν διέθετε πλήρωμα. Η εκτέλεση του έργου περιλάμβανε χαράξεις και τοπογραφικές εργασίες, ύφαλες και έξαλες καθαιρέσεις τμημάτων του βυθού, εκσκαφές του πυθμένα και τη μεταφορά των προϊόντων των εκσκαφών.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του έργου, το οποίο έχει χρονολογία 23-1-2009 και περιλαμβανόταν στο σχετικό Σχέδιο Ασφάλειας & Υγείας (Σ.Α.Υ.), προβλεπόταν ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν μέχρι τις 30-3-2009, κατόπιν της ολοκλήρωσης της μεταφοράς των προϊόντων των εκσκαφών. Η όγδοη εναγόμενη εταιρεία, βάσει της υπ' αρ.

…/2009 σύμβασης κατασκευής του έργου και της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, ως κυρία του έργου, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της, δικαίωμα διεύθυνσης συνολικά του έργου, (εποπτείας τεχνικής μελέτης, επίβλεψης του έργου, ελέγχου με την παροχή οδηγιών και εντολών στην ανάδοχο εταιρεία, παρακολούθησης και συντονισμού της εκτέλεσης του), αφού διευθύνουσα υπηρεσία ήταν η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της ΟΛΗ Α.Ε., η οποία είχε ορισθεί ως προϊσταμένη αρχή, για την εποπτεία του έργου, υφιστάμενης, συνεπώς, σχέσης πρόστησης της ΟΛΗ ΑΕ με την ανάδοχο εταιρεία, ευθυνόμενης αυτής για κάθε πταίσμα των οργάνων και προστηθέντων της αναδόχου εταιρείας, αλλά και της 1 ης εναγομένης (υποπροστηθείσης της, βλ.

ΑΠ 1530/2004, Εφ. Λαρ.158/2001 ΝΟΜΟΣ), ενώ η βάσει της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, αποκλειστική ποινική και αστική ευθύνη της αναδόχου, για κάθε ατύχημα από την μη λήψη των μέτρων ασφαλείας, δεν αντιτάσσεται κατά του παθόντος (Εφ. Θεσ. 1201/2006 ΝΟΜΟΣ), απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο Β.

Λ., ο οποίος είχε απογραφεί ως ναυτικός το έτος 1977, είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγομένη ναυτική εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πλοίαρχος Γ' τάξης και είχε εγγραφεί στο ναυτολόγιο του ρυμουλκού "Α." από τις 31-10-2008. Στις 11-5-2009, ο πλοίαρχος Β. Λ., ο μηχανικός Ι. Κ. και ο ναυτόπαις Ε.

Π.ς, εργάζονταν επί του ρυμουλκού "Α.".Ο πλωτός γερανός Ν. Χ ήταν αγκυροβολημένος και προσδεδεμένος στην κεφαλή της προβλήτας III του λιμένα Ηρακλείου σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων από το κρηπίδωμα για εκτέλεση εργασιών. Στην αριστερή πλευρά του ήταν πλαγιοδετημένη η φορτηγίδα-κλαπέ Μ. και επί της φορτηγίδας ήταν πλαγιοδετημένο το ρυμουλκό Α.

Επί του καταστρώματος του πλωτού γερανού υπήρχε μονίμως εδραζόμενος περιστροφικός ερπυστριοφόρος γερανός-εκσκαφέας ξηράς, τύπου ΝCΚ-RAPIER 1405D, με μηχανή G.Μ. 8V71 S.Ν. 14392, ο οποίος διέθετε ένα ανυψωτικό περιστρεφόμενο βραχίονα (μπούμα) μήκους 24,50 μέτρων, 3 τεμαχίων, με ανυψωτική ικανότητα 80 μοιρών, μέγιστο φορτίο ασφάλειας τους 62 τόνους στο μέσον του πρυμναίου τμήματος του πλωτού γερανού με το βραχίονα ανύψωσης στη θέση ακινητοποίησης του.

Το ανυψωτικό μηχάνημα κατά τη λειτουργία του έχει τη δυνατότητα περιστροφής 360 μοιρών, ενώ κατά την περιστροφή του το μηχάνημα διέρχεται πάνω ακριβώς από μόνιμα στερεωμένο μεταλλικό βαρούλκο που χρησιμοποιείται για την περιέλεξη συρματόσχοινων και κάβων πρόσδεσης, ενώ ο μοχλός (φρένο) λειτουργίας της ανέμης του εργάτη επειδή εμπόδιζε την περιστροφή του γερανού, είχε κοπεί σε χαμηλότερο σημείο (βλ.

σχετ. την από 11-5-2009 έκθεση απλής αυτοψίας). Χειριστές του γερανού, ήταν οι δεύτερος και τέταρτος των εναγομένων και βοηθός χειριστή ο τρίτος εξ αυτών. Περί ώρα 18:30, μετά το πέρας των ημερήσιων εργασιών και ενώ ο τέταρτος των εναγομένων είχε αποχωρήσει από το χώρο εργασίας του, ο Β. Λ. μετά την πλαγιοδέτηση και την ασφαλή πρόσδεση του ρυμουλκού Α.

στη φορτηγίδα-κλαπέ Μ., μαζί με τον Ε. Π., επιβιβάστηκαν μέσω της παραπάνω φορτηγίδας στο κατάστρωμα του πλωτού γερανού Ν. Χ., (όπου δεν υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα), προκειμένου να ασφαλίσει ο πρώτος το βαρούλκο, εργασία για την οποία ήταν υπεύθυνος και την οποία έκανε καθημερινά μετά το πέρας των εργασιών, και στη συνέχεια να αποβιβαστούν στην ξηρά με μία λέμβο που υπήρχε για το σκοπό αυτό.

Κατά την επιβίβαση των ανωτέρω στο κατάστρωμα ο χειριστής του ανυψωτικού μέσου (γερανού) Θ. Χ., τους αντιλήφθηκε και έκανε νεύμα δια χειρός, να περιμένουν εκεί και να μην προχωρήσουν (βλ. κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα Ε. Π., προανακριτικώς), καθώς ο βραχίονας του ανυψωτικού μηχανήματος ήταν στον θαλάσσιο χώρο εργασιών (βλ.

από 11-5-2009 έκθεση απλής αυτοψίας) και έκανε κίνηση επαναφοράς του βραχίονα του γερανού από την θάλασσα στην θέση ακινητοποίησης του, με δεξιά περιστροφή. Κατά την άνω περιστροφική κίνηση του γερανού, το κάτω αριστερό τμήμα του αντίβαρου του ανυψωτικού μέσου, συνέθλιψε σε ύψος 1,20 μ. περίπου επάνω στο μεταλλικό τύμπανο περιέλιξης του βαρούλκου, τον Β.

Λ., προκαλώντας κακώσεις των σπλάχνων του, του θώρακα και της κοιλίας του, ένεκα των οποίων ως μοναδικής ενεργά αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. Αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, κρίνεται ο θανάσιμα τραυματισθείς, Β. Λ., ο οποίος παρά την απαγορευτική υπόδειξη του χειριστή του γερανού, Θ. Χ., δια νεύματος χειρός να παραμείνει εκτός του χώρου λειτουργίας του γερανού, εφόσον ακόμη δεν είχε ολοκληρώσει τις εργασίες του, απαγορεύοντας του έτσι την είσοδο του στον άνω χώρο (σημειωτέον, του άνω νεύματος δοθέντος εκ του περισσού, καθόσον ο Β.

Λ., ως πλοίαρχος, γνώριζε ότι κατά την λειτουργία του γερανού είναι απαγορευμένη οποιαδήποτε κίνηση στο χώρο αυτόν), δεν συμμορφώθηκε, αλλά κατευθύνθηκε προς το βαρούλκο (ο μάρτυς Ε. Π.ς, προανακριτικά κατέθεσε: "ο κυβερνήτης του ρυμουλκού - μετά το νεύμα του χειριστή του γερανού - χωρίς να πει τίποτα, έφυγε από δίπλα μου...."), εισελθών στον χώρο του γερανού, όπισθεν του χειριστή, όπου δεν υπήρχε καθόλου ορατότητα από τον τελευταίο (βλ.

σχετικώς τις προανακριτικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων-εργαζομένων και την από 29-5-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης), προκειμένου να προβεί, σύμφωνα και με την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα, Ι. Ν., στην ασφάλιση του βαρούλκου των αγκύρων του πλωτού γερανού ακαίρως, όμως, καθόσον, ο γερανός ήδη δούλευε και δεν μπορούσε ακαριαίος να ακινητοποιηθεί, και είχε προηγηθεί νεύμα απαγορευτικής κίνησης από τον χειριστή του γερανού (σχετικώς κατέθεσαν προανακριτικά οι μάρτυρες - εργαζόμενοι ότι "δεν είχε λόγο να βρίσκεται εκεί", ενώ ακόμα δούλευε ο γερανός).

Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από την από 29-5-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα πλωτάρχη Λ.Σ. Α. Σ., σύμφωνα με την οποία το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν ο ίδιος ο παθών συμμορφωνόταν με την υπόδειξη του χειριστή που του είχε κάνει νεύμα να παραμείνει στο σημείο που επιβιβάστηκε στον πλωτό γερανό, αφού είχε προϋπηρεσία σε τέτοιου είδους έργα και είχε γνώση των κινδύνων, όσο και από την από 15-6-2009 πραγματογνωμοσύνη του Π.

Γ., διπλωματούχου ναυπηγού-μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου μηχανικού, σύμφωνα με την οποία, το ατύχημα προήλθε κατά την πρόσβαση του θανόντα σε χώρο απαγορευμένο κατά την διάρκεια των εργασιών σε σχέση με την κακή ορατότητα του χειριστή στο σημείο του συμβάντος. Σημειωτέον, ότι οι ίδιοι οι εκκαλούντες- ενάγοντες, στο δικόγραφο της έφεσης τους (σελ. 9) αναφέρουν ότι στις 18:40 (ώρα περίπου του ατυχήματος), ο Β.

Λ. με τον Ε. Π., μετεπιβιβάστηκε στο κατάστρωμα του πλωτού γερανού, ο οποίος είχε ολοκληρώσει τις εργασίες του, προκειμένου να ασφαλίσει το βαρούλκο του, οπότε, τα αντιφατικώς ισχυριζόμενα από τους άνω διαδίκους, ότι προφανώς ο χειριστής του γερανού υπολόγισε ότι ο Β. Λ. είχε τελειώσει με την ασφάλιση του βαρούλκου και περιέστρεψε τον γερανό για να τον ασφαλίσει στην τελική του θέση (δηλ.

ο γερανός ακόμη ήταν εν ενεργεία) και ότι ό Β. Λ. έκανε την εργασία του "βιραρίσματος" των συρματόσχοινων, ώστε να μετακινηθεί ο γερανός και να συνεχίσει τις εργασίες του, προφανώς διαρκούσης της ημέρας και όχι κατά το πέρας των εργασιών, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον, το ατύχημα έλαβε χώρα με το πέρας των εργασιών, όπως και οι ίδιοι εκκαλούντες-ενάγοντες εκθέτουν - ο δε Β.

Λ., ενώ, ακόμη ο γερανός δούλευε δεν είχε λόγο να βρίσκεται στο σημείο εκείνο για ασφάλιση του βαρούλκου, καθόσον αυτή έπρεπε να επακολουθήσει της ολοκλήρωσης των εργασιών του γερανού και της ακινητοποίησης αυτού, στην τελική θέση ασφάλισής του. Οι όποιες τυχόν παραβάσεις των υπευθύνων και των εργαζομένων στο έργο ή και η μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας στον χώρο εργασίας, και δη, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες εσφαλμένη τοποθέτηση του βαρούλκου σε σχέση με τον γερανό, και αληθών υποτιθέμενων, δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα, καθόσον δεν ήταν ικανές και πρόσφορες να επιφέρουν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και την κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 36/2015, ΑΠ 100/2015 ΝΟΜΟΣ), το οποίο επήλθε από υπαιτιότητα του θύματος (ΑΠ 182/2015 ΝΟΜΟΣ), λαμβανομένων υπόψιν των εκτειθεισών συνθηκών του ατυχήματος, επιπλέον δε ότι ο θανών ήταν έμπειρος πλοίαρχος με μεγάλη εμπειρία στα πλωτά ναυπηγήματα, υποδεικνύοντας πάντα στους εργαζόμενους τους κανόνες ασφαλείας (βλ.

καταθέσεις προανακριτικώς εξετασθέντων μαρτύρων) με ικανότητα και ναυτική εμπειρία να προβλέπει πιθανούς κινδύνους και να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την ασφάλεια τόσο του ίδιου όσο και των εργαζομένων του (βλ. κατάθεση Ι. Ν.) γνωρίζοντας μάλιστα, τις συνθήκες εργασίας στο συγκεκριμένο έργο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, κρίνοντας διαφορετικά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναφερόμενα ποσά, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, των οποίων οι εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες, απορριπτόμενης ως ουσίαν αβάσιμης της έφεσης των εναγόντων.

Ακολούθως, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και για την διάταξη των δικαστικών εξόδων, απορριπτόμενου ως αλυσιτελούς του λόγου έφεσης της εκκαλούσας ΟΛΗ Α.Ε. περί εσφαλμένης επιδίκασης της δικαστικής δαπάνης, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και αφού δικασθεί η αγωγή κατ' ουσίαν, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". 7.

Από την ορθή νοηματική απόδοση της άνω αιτιολογίας, σχετικά με την κατάφαση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος και συγγενούς των αναιρεσειόντων Β. Λ. και την ανυπαρξία οιασδήποτε υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων, συνάγεται σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι α) ότι ο γερανός, που είχε εγκατασταθεί στο κατάστρωμα του Π/Γ "Ν.

Χ", διερχόταν κατά την περιστροφή του πάνω ακριβώς από το μόνιμα στερεωμένο βαρούλκο, που χρησιμοποιείτο για την περιέλιξη των συρματόσχοινων και των κάβων πρόσδεσης, επισημαίνοντας μάλιστα ότι, επειδή ο μοχλός, που αποτελούσε το φρένο του βαρούλκου, εμπόδιζε την περιστροφή του γερανού, είχε κοπεί σε χαμηλότερο σημείο, β) ο Β.

Λ. μετεπιβιβάστηκε στο κατάστρωμα του Π/Γ "Ν. Χ", για να ασφαλίσει το παραπάνω βαρούλκο, εργασία για την οποία ήταν υπεύθυνος και την οποία εκτελούσε καθημερινά, γ) ότι στο κατάστρωμα του Π/Γ Ν. δεν υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα, δ) ότι ο χειριστής δεν είχε ορατότητα στο σημείο όπου βρισκόταν το άνω βαρούλκο, δ) ότι ο εκπρόσωπος της 1ης των εναγομένων εταιρείας, Β.

Χ. και πρόεδρος του Δ.Σ της, υπεργολάβος της πλοιοκτήτριας των 3 πλωτών ναυπηγημάτων, με τα οποία εκτελείτο το επίδικο έργο, και εργοδότριας του προσωπικού, είχε αποχωρήσει νωρίτερα από το χώρο εργασίας, ε)ότι κατά την επιβίβαση στο κατάστρωμα του πλωτού γερανού Ν. Χ. του παθόντος, ο χειριστής του γερανού αντιλήφθηκε τον παθόντα και του έκανε νεύμα να μην προχωρήσει καθώς ο βραχίονας του γερανού ήταν στον θαλάσσιο χώρο εργασιών και έκανε κίνηση επαναφοράς του βραχίονα από την θάλασσα στην θέση ακινητοποίησής του, με δεξιά περιστροφή και περαιτέρω ότι όπισθεν του χειριστή δεν υπήρχε καθόλου ορατότητα από τον τελευταίο, με αποτέλεσμα να συνθλίψει τον Β.

Λ. πάνω στο βαρούλκο, προκαλώντας τον θάνατό του. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, το οποίο στην συνέχεια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 & 330 εδ.

β' ΑΚ, και τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 64 εδ. γ & δ', 66 εδ. α' & γ', 46 στοιχ. β' & γ', 55 και 111 του π.δ. 1073/1981, 17 παρ.1 & 2 του ν.1568/1985, 3 παρ.1 & 5α του π.δ. 395/1994, 2.2., 2.3., 2.13. του παραρτήματος Ι & 1.1.του παραρτήματος II του π.δ. 395/1994, 12 του Α' μέρους του παραρτήματος IV του π.δ. 305/1996, 6 παρ.1 & 7 παρ.1 του ν.1418/1984 και 36 παρ.1 & 37 παρ.1 του ν.3669/2008 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.4 του π.δ. 609/1985, 5 παρ.6 εδ.

γ' του ν.1418/ 1984 και 37 παρ.7 & 65 παρ.2 εδ. α' του ν.3669/2008, με την έννοια ότι έπρεπε και κακώς δεν εφάρμοσε και εντεύθεν ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του Κ.Πολ.Δ. 559 είναι βάσιμος. Επίσης παραβίασε και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, και 330 του Α..Κ. σχετικά με την υπαιτιότητα ή μη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, γιατί δεν εκθέτει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους τα διαπιστωθέντα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις πράξεις και παραλείψεις των αναιρεσιβλήτων κατά τον χειρισμό του εν λόγω πλωτού γερανού, γενικώς λαμβανόμενα δεν μπορούν αντικειμενικά να θεωρηθούν ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ειδικότερα, ενώ δέχτηκε ότι "...οι όποιες τυχόν παραβάσεις των υπευθύνων και των εργαζομένων στο έργο ή και η μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο χώρο εργασίας και δη η επικαλούμενη από τους ενάγοντες εσφαλμένη τοποθέτηση του βαρούλκου σε σχέση με το γερανό, και αληθών υποτιθέμενων, δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα, καθόσον δεν ήταν ικανές και πρόσφορες να επιφέρουν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και την κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα...", ωστόσο δεν προσδιορίζει, πλην της τοποθέτησης του βαρούλκου κάτω από τον κύκλο της περιστροφής του γερανού, και της μη ύπαρξης κιγκλιδωμάτων, τις λοιπές παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις, που βαρύνουν κατά την κρίση του (δικαστηρίου) τους εναγομένους και ξεχωριστά για τον καθένα, ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της κρίσης του, ότι δηλαδή αυτές δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επίδικο εργατικό ατύχημα και το θάνατο του Β.

Λ. και ότι δεν συνεπάγονται την αδικοπρακτική ευθύνη τους, έναντι των αναιρεσειόντων για την ψυχική οδύνη μας και την περιουσιακή ζημία τους λόγω του θανάτου του, όπως αν ο χειριστής του πλωτού γερανού κατά την κίνησή του για τα σημεία όπου δεν είχε οπτική επαφή ο ίδιος, είχε έλθει σε επικοινωνία με τον βοηθό χειριστή και τρίτο εναγόμενο, εάν τελευταίος(βοηθός χειριστή) επόπτευε τον γερανό και τον γύρω χώρο κατά την άνω μετακίνησή του.

Επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο σχετικός πέμπτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος.

8. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 107/2016, ΑΠ 1363/2008).

9. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος Β. Λ., συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και στον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό του, δεν έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων και τις 834/2014 και 427/2016 αποφάσεις, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου η πρώτη και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης η δεύτερη, με τις οποίες οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι καταδικάσθηκαν αμετακλήτως για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας εις βάρος του Β.

Λ., τις οποίες είχαν οι αναιρεσείοντες νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και δη την δεύτερη ευθύς μόλις εκδόθηκε, προσκομίστηκε κατά την επανάληψη της συζητήσεως ενώπιον του Εφετείου την 9-5-2017, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι καθώς και "...τις εξετάσεις μαρτύρων κατά την διενεργηθείσα προανάκριση, εκτιμωμένων ως δικαστικών τεκμηρίων", και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις άνω ποινικές αποφάσεις, τις οποίες ωστόσο, όφειλε να αντικρούσει λόγω της αντίθετης με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίσης τους.

Επομένως και ο τρίτος λόγος της αίτησης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

10. Κατ` ακολουθίαν τούτων, και εφόσον η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 130/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε δύο χιλιάδες τριακόσια(2.300) ευρώ για δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2021.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ