408/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5331/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2626/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2018 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated408/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 408 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αστικής, μη κερδοσκοπικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ - MEDIA DEL' ARTE AMK", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ Α.Ε. ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ - ΕΜΠΟΡΙΟ ΟΠΕΠ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Δεληπορανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5331/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2626/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ίδιου Κώδικα λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1387/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ίδιου παραπάνω άρθρου (904 ΑΚ), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία.
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.
Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή έστω και έμμεση - (ΑΠ 1705/2014), επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι την τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.
Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 170/2016, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 120/2014), ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1647/2002).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η από το δικαστήριο της ουσίας λήψη ή μη υπόψη ισχυρισμού (πράγματος) που δεν προτάθηκε ή προτάθηκε αντίστοιχως θεμελιώνει παραλλήλως αμφοτέρους τους από τις παραπάνω διατάξεις (559 αρ. 8 του 14 ΚΠολΔ), προβλεπομένους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 321/2018, ΑΠ 128/2008).
Με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσας οι, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να κηρύξει (απορρίψει) ως απαράδεκτη την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σωρευόμενη βάση της ενδίκου αγωγής και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τη διαλαμβανομένη στην τελευταία (αγωγή) επίκληση της ακυρότητας της κυρίας βάσεως αυτής (αγωγής) εκφερθείσα με τη διατύπωση ότι "όλως επικουρικά η εναγόμενη ευθύνεται κατά τις διατάξεις του ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού καθώς κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας μας.... η οποία (επίκληση) κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της [υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κυρίας βάσεως) επικουρικώς σωρευθείσας βάσεως εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τ' ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσας) με την από 20-12-2009, αγωγή της ισχυρίστηκε τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ίδια δραστηριοποιείται στη διοργάνωση και παραγωγή, πολιτιστικών εκδηλώσεων φεστιβάλ και δράσεων. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής δυνάμει της αναφερόμενης σύμβασης έργου, που καταρτίστηκε τον Ιούνιο του έτους 2007, μεταξύ αυτής και της εναγομένης, (αναιρεσίβλητης) μετά από συνάντηση που είχε με τον τότε Πρόεδρο του ΟΠΕΠ και στη συνέχεια την Ί.
Ζ., η οποία χειρίστηκε το σχετικό φάκελο της, η εναγομένη της ανέθεσε και η ίδια ανέλαβε το έργο της διοργάνωσης των εκδηλώσεων "Γιορτές στα" Νησιά, ... - ... - ...", που αποτελούσαν την πολιτιστική δράση του σχεδίου "Νηολόγιο", για το Καλοκαίρι 2007 (Ιούλιος - Αύγουστος). Ειδικότερα, αντικείμενο του έργου ήταν η διοργάνωση μιας σειράς ερευνητικών, πολιτιστικών και περιβαλλοντικών δράσεων στα ως άνω νησιά, με σκοπό τη δυναμική τους προβολή και τη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ψυχαγωγίας κατά τους χειμερινούς μήνες.
Για την εκτέλεση του έργου συμφωνήθηκε να λάβει ως επιχορήγηση (αμοιβή), το ποσό των 25.000 ευρώ. Η επιχορήγηση δε αυτή, την οποία αποδέχθηκε με το από 29-6-2007 έγγραφο της, συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί μετά το πέρας των εκδηλώσεων, ήτοι στις 30 Σεπτεμβρίου 2007. Η ίδια εκτέλεσε εμπρόθεσμα και παρέδωσε το συμφωνηθέν έργο.
Παρά το γεγονός, όμως, αυτό, η εναγομένη ουδέποτε της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή (επιχορήγηση), ποσού 25.000 ευρώ, για την οποία η ίδια εξέδωσε το με αριθμό …/…-2- 2008 τιμολόγιο, αντίστοιχου ποσού, αν και οχλήθηκε επανειλημμένα προς τούτο. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το άνω ποσό των 25.000 ευρώ, για την αμοιβή της, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί σύμβασης έργου (αρθρ. 681 επ.
ΑΚ) και επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (αρθρ. 904 ΑΚ), καθώς κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της, ο δε πλουτισμός σώζεται στο πρόσωπό της, με το νόμιμο τόκο από το Σεπτέμβριο 2007...
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έκρινε νόμιμη την αγωγή, τόσο κατά την κύρια (από τη σύμβαση έργου) βάση της, όσο και κατά την επικουρική (από το αδικαιολόγητο πλουτισμό) βάση της.
Ακολούθως δε, αφού δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου ήταν άκυρη, για το λόγο ότι δεν καταρτίστηκε εγγράφως, όπως απαιτείτο από το άρθρο 22 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας εποπτευόμενης από το Υπουργείο Πολιτισμού, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Κατά της άνω απόφασης και κατά το μέρος, που έγινε δεκτή η αγωγή, παραπονείται με την ένδικη έφεσή της η εναγομένη, για τους περιεχόμενους σ' αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί, η σε βάρος της αγωγή κατά την επικουρική της βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, όπως το περιεχόμενό της αναφέρθηκε παραπάνω, διώκεται η επιδίκαση της αμοιβής της ενάγουσας, από τη μεταξύ αυτής και της εναγομένης καταρτισθείσα σύμβαση έργου, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί σύμβασης έργου και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ωστόσο, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), κατά την οποία και πλήττεται η εκκαλουμένη με την ένδικη έφεση, ουδεμία επίκληση γίνεται στην αγωγή, έστω και έμμεση (βλ. ΑΠ 1703/2014), σε ακυρότητα της κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, έτσι ώστε η ενάγουσα λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, να δύναται να διεκδικήσει την αμοιβή της από την εναγομένη, κατά τις διατάξεις περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως ωφέλεια την οποία απέκτησε η τελευταία, χωρίς νόμιμη αιτία.
Η επίκληση δε της ακυρότητας αυτής, είναι αναγκαία για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στην ένδικη περίπτωση, που η βάση αυτή σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση έργου, σύμφωνα και με όσα εκτιμήθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως, η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Η αοριστία δε αυτή του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις ή την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου (ΑΠ 1635/2008, ΑΠ 1645/2006, ΑΠ 1056/2002). Το Πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ότι, η αγωγή είναι ορισμένη κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, ακολούθως, προχώρησε την έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της, έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία των προπαρατιθέμενων νομικών διατάξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω (από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ) αναιρετικούς λόγους πλημμέλειας καθόσον, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη την, υπό την διατύπωση "Επειδή, όλως επικουρικώς, η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ευθύνεται κατά τις διατάξεις του ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού καθώς κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας μου (αναιρεσείουσα), διαλαμβανομένη στο ένδικο αγωγικό δικόγραφο επίκληση της ακυρότητος της κυρίας επί των διατάξεων των άρθρων 681 επ ΑΚ επιχειρηθείσας να θεμελιωθεί βάσεως αυτής (αγωγής) με αποτέλεσμα να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την ως άνω επικουρική βάση, [η οποία είχε γίνει δεκτή, μετ' απόρριψη, της κυρίας βάσεως, από την πρωτόδικη απόφαση (5331/2015 ΜΠρΑθ.) και η οποία μόνο επλήττετο με την ασκηθείσα από την ηττηθείσα εναγομένη - αναιρεσίβλητη έφεση], με την αιτιολογία ότι "ουδεμία επίκληση γίνεται στην αγωγή, έστω και έμμεση, σε ακυρότητα της κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου], η οποία όμως (αιτιολογία) κρίνεται εσφαλμένη ενόψει του ότι η διαλαμβανομένη στο αγωγικό δικόγραφο επίκληση του πλουτισμού της εναγομένης σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) "χωρίς νόμιμη αιτία" συνιστά αν όχι άμεση τουλάχιστον έμμεση επίκληση της ακυρότητος της θεμελιωτικής της κυρίας βάσεως της αγωγής συμβάσεως έργου, η οποία επίκληση εξασκούσε κατά τα εκτιθέμενα σε μείζονα σκέψη, για την απραδεκτή σώρευση της επικουρικής, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάσεως, την οποία όμως η προσβαλλομένη εσφαλμένως απέρριψε ως απαράδεκτη με την παραπάνω αιτιολογία υποπίπτοντας στις προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις, οι οποίες και πρέπει να γίνουν δεκτές ως και ουσιαστικά βάσιμες.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι οι παραπάνω από το άρθρ. 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (αρθρ. 580§3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 2626/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ