Supreme Court dismisses appeal regarding failure to consider alleged judicial admission of partial payment in property sale contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two sellers against a Third Instance Court judgment in a property sale dispute. The appellants argued the lower court ignored their claims that the buyer admitted paying 30% of the purchase price, which would reduce the claimed damages. The court found no clear judicial admission in the lower court records and rejected the procedural defect claim as inadmissible since the appellants did not explicitly cite the specific legal provision during the appeal hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(12) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; A procedural defect under Article 559(12) is inadmissible if the appellant fails to explicitly cite the specific provision and the alleged judicial admission is not clearly established in the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 408 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητής και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) J. J. L. του A., κατοίκου ... και 2) J. S. B. S. του J., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους: 1) Μαρία Ζορέγκου και 2) Μαρία Φακιολά και Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαταγαντζίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 808/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 345/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό.
Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρεώσεως, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξιώσεως), όπου το θεμελιωτικό της αξιώσεως πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό δε και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας.
Αν, δηλαδή, στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδ. β' του άνω άρθρου εισάγει ("σε περίπτωση αμφιβολίας") απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια, μόνον ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (Ολ.
ΑΠ 2088/1986, ΑΠ 1292/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΟλΑΠ 25/2008).
ΙΙ.Εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 345/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) κατά της υπ' αριθ. 808/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και με την οποία απορρίφθηκε η από 20-7-2010 αγωγή των αναιρεσειόντων, έγιναν δεκτά τα εξής, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου: "Ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσίβλητος], που διατηρεί στο ...
μεσιτικό γραφείο και ασχολείται με εργολαβίες και κατασκευές ακινήτων προς πώληση, έχοντας προς τούτο μηχανολογικό εξοπλισμό και συνεργεία, καθώς και σχετική εμπειρία, συνεργάστηκε από τον Αύγουστο του 2003 με τους ενάγοντες [ήδη αναιρεσείοντες], κατοίκους Ολλανδίας, στην αγορά, ανοικοδόμηση και πώληση ακινήτων, στα οποία οι τελευταίοι επένδυσαν διάφορα ποσά.
Ειδικότερα οι διάδικοι συμφώνησαν να προβούν σταδιακά στην αγορά οικοπέδων και αγροτεμαχίων, επ' ονόματι των εναγόντων, με δικά τους χρήματα, και στην κατασκευή, εκ μέρους του εναγομένου, των συμφωνημένων οικοδομών, με χρήματα, επίσης, των εναγόντων, - και μερικές φορές και του ιδίου-, και στην εν συνεχεία, πώληση των οικοδομημένων κατοικιών με την διαμεσολάβηση του τελευταίου, ο οποίος φρόντιζε να ανεύρει αγοραστές.
Με την πώληση και της τελευταίας κατοικίας στο κάθε έργο που κατασκεύαζε είχε συμφωνηθεί να παίρνουν οι ενάγοντες τα χρήματα που είχαν επενδύσει συν το 50% των κερδών, εκτός αν τους ενδιέφερε και το επόμενο κατασκευαστικό έργο του εναγομένου, οπότε επένδυαν και σε αυτό. Το ίδιο ποσοστό κέρδους ελάμβανε και ο εναγόμενος, πλέον του δικού του ποσού συμμετοχής.
Έτσι οι ενάγοντες, βάσει της άτυπης αυτής κοινής επιχειρηματικής τους δράσης με τον εναγόμενο, την οποία επέλεξαν για καθαρά φορολογικούς λόγους, με την μεσολάβηση του εναγομένου αγόρασαν επ' ονόματί τους, αγροτεμάχια στο ..., στον ..., στην ... και στα ..., στο ..., στην ... επίσης (κτήμα ...) και επίσης αγόρασαν αγροτεμάχιο στην ...
επ' ονόματι του εναγομένου. Σ' αυτά τα ακίνητα ο εναγόμενος κατασκεύασε πολυτελείς εξοχικές κατοικίες με δικά του συνεργεία, μηχανήματα και εργαλεία, υπό την άμεση επιστασία και επίβλεψή του, ακολουθώντας και τις υποδείξεις των εναγόντων ως προς τις εργασίες κατασκευής ορισμένων κατοικιών, καθώς και τις υποδείξεις τους για το ύψος του τιμήματος πώλησης των οικιών, ώστε να μπορούν αυτές να πωλούνται και να εισπράττουν τα κέρδη τους (βλέπε το από 2/8/2007 e-mail "...
οι πωλήσεις στις κατασκευαστικές μας εργασίες δεν προχωράνε πολύ γρήγορα... λόγω αυτού δεν υπάρχει δυνατότητα για τις αποπληρωμές που είχαμε συμφωνήσει... δεν καταλαβαίνω ότι ζητάμε ψηλότερες τιμές... έχουμε βάλει τις τιμές υπερυψηλές και αλλιώς θα είχαμε πωλήσει πιο γρήγορα..."). Οι ενάγοντες εκτός από τα κέρδη, που τα εισέπρατταν, επανατοποθετούσαν τα κεφάλαιά τους σε άλλα κατασκευαστικά έργα του εναγόμενου, φροντίζοντας να μην υπερβαίνει η επένδυση τους το ποσό των 950.000 ευρώ.
Στην περίπτωση της αγοράς του οικοπέδου στην ..., αυτό, μολονότι είχε προσυμφωνηθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι μπορεί να αγορασθεί στο όνομα των εναγόντων, εντούτοις, τελικά αγοράστηκε στο όνομα του εναγομένου για φορολογικούς καθαρά λόγους (βλέπε το από 21/8/2008 e-mail "... Η … είναι στο όνομά σου μόνο λόγω εφορίας...").
Για την αγορά και τα έξοδα μεταβίβασης οι διάδικοι συμφώνησαν οι μεν ενάγοντες να καταβάλουν στον εναγόμενο το ποσόν των 350.000 ευρώ και για την ανοικοδόμηση τριών ή τεσσάρων οικιών να καταβάλουν επιπλέον 350.000 ευρώ, ο δε εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να τους επιστρέψει το ποσό των 700.000 ευρώ και μία κατοικία (μεζονέτα), που θα ανήγειρε στην δυτική πλευρά του ακινήτου, στο σύνορο με την ιδιοκτησία της Ι.
Σ., αποτυπώνοντας την εν λόγω συμφωνία τους στο με ημερομηνία 27/3/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό. Έτσι σε εκτέλεση των όρων του ως άνω συμφωνητικού, οι ενάγοντες στις 4/4/2005 κατέθεσαν στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν με τον εναγόμενο στην ... αρχικά το ποσό των 62.500 ευρώ, την επόμενη (5/4/2005) το ποσό των 37.500 ευρώ, στις 20/5/2005 (κι ενώ στις 7/5/2005 ο εναγόμενος προέβη στην υπογραφή προσυμφώνου πώλησης με τον ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου) το ποσό των 25.000 ευρώ, στις 30/5/2005 το ποσό των 25.000 ευρώ, ενώ ο εναγόμενος παρακράτησε το ποσό των 65.000 ευρώ από την πώληση της οικίας των εναγόντων στον ...
και στις 31/8/2005 το ποσό των 135.000 ευρώ από την πώληση μίας οικίας των εναγόντων στο .... Στις 29/3/2006 (και ενώ ο εναγόμενος είχε ήδη προβεί στην κατάρτιση του με αριθμό …40/2006 συμβολαίου αγοράς του επίδικου ακινήτου, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Χ. Χ. και το οποίο μεταγράφηκε στον Τόμο και Αριθμό 697/75 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …) οι ενάγοντες κατέθεσαν στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 50.000 ευρώ, ενώ το ίδιο έτος ο εναγόμενος παρακράτησε και δεν απέδωσε, κατά τη συμφωνία τους, το ποσόν των 275.000 ευρώ, το οποίο προήλθε από πωλήσεις διαμερισμάτων ιδιοκτησίας των εναγόντων στα ..., με συνέπεια οι ενάγοντες να έχουν καταβάλει στον εναγόμενο, για την κατασκευή στην "...", το συνολικό ποσό των 675.000 ευρώ.
Το ποσόν αυτό ο εναγόμενος δεν το αμφισβητεί.
Συνεπώς, σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενο των προτάσεων του, το συνομολογεί έμμεσα. Το εν λόγω ποσόν οι ενάγοντες το συμπεριέλαβαν μαζί με τα υπόλοιπα επενδυθέντα κεφάλαια τους στην από 31/8/2005 οικονομική κατάσταση, συνολικού ποσού 927.500 ευρώ. Περαιτέρω προέκυψε ότι, μετά την αγορά του ακινήτου στην "..." ..., ο εναγόμενος έκτισε σ' αυτό τέσσερις οικίες (μεζονέτες), οι οποίες, όμως, μέχρι το 2009, ελλείψει χρημάτων, δεν μπόρεσε να τις αποπερατώσει και έτσι αυτές παρέμειναν στο στάδιο του σοβατίσματος.
Οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ζήτησαν απ' τον εναγόμενο, καθ' όλο το χρονικό διάστημα 2005-2009, να τους επιστρέψει το παραπάνω ποσόν, καταγγέλλοντας, μ' αυτόν τον τρόπο (άρθρ. 807 Α.Κ.) τη σύμβαση δανείου, που ισχυρίζονται με την αγωγή τους, ότι είχαν συνάψει με τον εναγόμενο ειδικά για την περίπτωση του ακινήτου στην "..." ....
Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 2/4/2007 e-mail, αυτοί ανέμεναν να πουληθούν οι οικίες που κατασκεύαζαν και να καταβληθεί το τίμημα τους, προκειμένου να εισπράξουν το κέρδος τους από την πώληση της καθεμιάς, αφήνοντας ανέπαφο κεφάλαιο μέχρι 950.000 ευρώ, που συμπεριλάμβανε δηλ. και αυτό των 675.000 ευρώ, ώστε να επενδυθεί σε καινούργια κατασκευαστικά έργα.
Έτσι ο εναγόμενος, μη μπορώντας να αποπερατώσει και να πωλήσει τις οικίες αυτές, δεν μπορούσε να επιστρέψει στους ενάγοντες το ποσό των κερδών τους, που αντιστοιχούσαν σ' αυτές και το οποίο, όπως είχε συμφωνηθεί, ήταν η οικία (μεζονέτα) στο δυτικό τμήμα του ακινήτου στην "...", ούτε μπορούσε να τους αποδώσει από το τίμημα της πώλησής τους, το πέραν του κεφαλαίου των 950.000 ευρώ, απομένον ποσόν.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, μέχρι το 2009, ο εναγόμενος δεν είχε, επίσης, αποπερατώσει εντελώς τις οικίες που είχε κατασκευάσει στα ... (είχε απομείνει το 10% της κατασκευής τους), ενώ είχε αποπερατώσει, δεν είχε όμως πωλήσει, τα τρία (3) διαμερίσματα που είχαν απομείνει στα .... Τότε, οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν, πλέον, συνέχιση της κοινής επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ανακάλεσαν το πληρεξούσιο που είχαν χορηγήσει στον εναγόμενο για να τους αντιπροσωπεύει και ζήτησαν εκκαθάριση των οικονομικών δοσοληψιών τους.
Στα πλαίσια της άτυπης εταιρικής τους συνεργασίας και για την διευκόλυνση απόδοσης όλου του κεφαλαίου τους, ποσού 952.500 ευρώ, που συμπεριελάμβανε και αυτό των 675.000 ευρώ, καθώς και για την παράδοση της οικίας που είχαν συμφωνήσει, υπέγραψαν το από 24/4/2009 ιδιωτικό συμφωνητικό. Σε αυτό, αφού ανέφεραν ότι οι ενάγοντες έχουν επενδύσει σε διάφορες επιχειρήσεις ανοικοδόμησης ακινήτων, συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτά και τις οικίες στην "..." ..., συνολικού κεφαλαίου 952.500 ευρώ, στο οποίο συμπεριέλαβαν και το επίδικο, αποφάσισαν πως, από όλες τις οικίες που είχαν μείνει απούλητες στα "..." ..., ο εναγόμενος έπρεπε να τους καταβάλει ως κέρδος από το τίμημα της πώλησής τους, το ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ από τα εναπομείναντα τρία διαμερίσματα στα ...
το πόσον των 105.000 ευρώ. Επίσης, συμφώνησαν την τιμή πώλησης των οικιών στα ..., στο ποσόν των 200.000 ευρώ τουλάχιστον για την καθεμία και των διαμερισμάτων στα ..., στο ποσόν των 50.000 ευρώ το καθένα. Περαιτέρω, για την διευκόλυνση της είσπραξης της απαίτησής τους, δηλαδή του κεφαλαίου (όπως το ονομάζουν στο συμφωνητικό) των 952.500 ευρώ και του κέρδους από τις οικίες στα ... (150.000 ευρώ) και ... (105.000 ευρώ), καθώς και για την αποπεράτωση και μεταβίβαση σ' αυτούς της οικίας στην ... ..., οι διάδικοι συμφώνησαν να πωλήσει ο εναγόμενος τις ιδιοκτησίες στα ...
και το τίμημα της πώλησης, που θα ήταν τουλάχιστον 150.000 ευρώ, να περιέλθει εξ ολοκλήρου σ' αυτούς, καλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο το κέρδος τους των 105.000 ευρώ από την επένδυση τους αυτή, και μέρος από το κεφάλαιο των 952.000 ευρώ (όρος 5 ιδ. συμφωνητικού). Επίσης συμφώνησαν το τίμημα απ' τις τρεις (3) οικίες, που απέμειναν απούλητες στα ..., να περιέλθει σ' αυτούς κατά το 70%, δηλ.
κατά το ποσόν των 420.000 ευρώ τουλάχιστον, (200.000 Χ 3 οικίες = 600.000 Χ 70%), το υπόλοιπο ποσόν (30% του τιμήματος) να το παρακρατήσει ο εναγόμενος για να αποπερατώσει τις τέσσερις (4) οικίες στην ... ... και, μόλις πουλήσει τις τρεις (3) οικίες που ήταν δικές του, να τους επιστρέψει και το ποσό αυτό που παρακράτησε. Επίσης συμφώνησαν, μόλις πουληθεί η πρώτη οικία στα ..., από το εισπραχθέν από τους ενάγοντες ποσόν του 70% του τιμήματος, να καταβάλουν στον εναγόμενο 110.000 ευρώ για να εξαλειφθεί η προσημείωση υποθήκης από την οικία στην "..." που είχαν συμφωνήσει να μεταβιβαστεί σ' αυτούς, και τέλος, μετά την πώληση των οικιών στα ...
και στα ..., να αποδοθεί λογαριασμός απ' τον εναγόμενο στους ενάγοντες και, ό,τι έχει απομείνει, ως απαίτηση από το οφειλόμενο κεφάλαιο των 952.500 ευρώ, να αποδοθεί στους ενάγοντες από το τίμημα της πώλησης των τριών οικιών στην ..., που απομένουν στον εναγόμενο, είτε, κατ' επιλογή δική του, από δικά του χρήματα, νωρίτερα.
Με βάση τα παραπάνω, οι διάδικοι συμφώνησαν να καλυφθεί το κεφάλαιο των 952.500 ευρώ, που είχαν συνολικά επενδύσει οι ενάγοντες στην Ελλάδα, στις κατασκευές του εναγομένου, απ' το τίμημα της πώλησης των οικιών στα ... (καταβολή σ' αυτούς όλου του τιμήματος, 600.000 ευρώ, τουλάχιστον, και όχι μόνο του ποσού που τους όφειλε από αυτές, των 150.000 ευρώ -όρος 2 και 4 συμφωνητικού) και απ' το τίμημα της πώλησης των διαμερισμάτων στα ... (δηλ.
καταβολή τουλάχιστον 150.000 ευρώ, αντί 105.000 ευρώ, που τους όφειλε, από αυτά -όρος 2 και 5 ιδ. συμφωνητικού) και, μετά την απόδοση λογαριασμού, εξόφληση του υπολοίπου κεφαλαίου από το τίμημα πώλησης των οικιών του εναγομένου στην ... .... Η τήρηση της παραπάνω συμφωνίας δεν καθορίστηκε χρονικά με ορισμένη ημερομηνία, αλλά ως τελικό χρονικό σημείο επιστροφής των χρημάτων ορίστηκε η πώληση της τελευταίας οικίας από όσες προαναφέρθηκαν.
Έτσι, ενόψει του ότι ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να πουλήσει καμιά, λόγω της οικονομικής κρίσης, όπως αυτός ισχυρίζεται, δεν μπόρεσε ούτε να επιστρέψει το οφειλόμενο ποσόν, ούτε να μεταβιβάσει στους ενάγοντες την οικία που είχαν συμφωνήσει. Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι οι ενάγοντες με το με αρ. …30/15-5-2009 συμβόλαιο του συμβ/φου Χ.
Χ., μπόρεσαν και πούλησαν μία οικία στα ..., αντί των 140.000 ευρώ, ενώ, με το με αρ. …147/2011 συμβόλαιο του συμβ/φου Μ. Σ., μπόρεσαν και πούλησαν άλλη μία οικία στα ..., αντί τιμήματος 200.000 ευρώ. Από τα παραπάνω εισπραχθέντα από τους ενάγοντες ποσά, (που μειώνουν, οπωσδήποτε, το αιτούμενο από αυτούς ποσόν κατά 340.000 ευρώ), δεν προέκυψε ότι δόθηκε από αυτούς το 30% στον εναγόμενο για να μπορέσει να αποπερατώσει, όπως είχαν συμφωνήσει, τις οικίες στην "...", ούτε, επίσης, προέκυψε ότι έδωσαν 110.000 ευρώ για την εξάλειψη της υποθήκης από την προς μεταβίβαση οικία, ενώ, περαιτέρω απεδείχθη ότι ούτε αυτοί μπόρεσαν να εκποιήσουν τις οικίες και τα διαμερίσματα στα ...
και στα ..., που ήταν κτισμένα σε ακίνητα αγορασθέντα επ' ονόματι τους, ώστε να υλοποιήσουν την από 24/4/2009 συμφωνία τους. Από τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύεται ότι η καταβολή του συνολικού ποσού των 675.000 ευρώ στον εναγόμενο, εκ μέρους των εναγόντων δεν έγινε στα πλαίσια δανείου προς αυτόν αλλά για συνέχιση της επένδυσής τους στην κατασκευή των οικιών στην "..." ...
στα πλαίσια της κοινής επιχειρηματικής τους δράσης, γι' αυτόν, ακριβώς, το λόγο και ουδέποτε ορίστηκε δήλη ημέρα επιστροφής του, ανεξάρτητη της ολοκλήρωσης της κατασκευής και πώλησης των οικιών, για τις οποίες προορίζετο, ούτε ζητήθηκε ποτέ η επιστροφή του μέχρι την άσκηση της αγωγής αλλά, αντιθέτως, συμπεριελήφθη στο ποσόν του κεφαλαίου που παρέμεινε επενδεδυμένο μέχρι το τέλος της συνεργασίας τους, λόγω μη ολοκλήρωσης των οικιών στην ...
και ρυθμίστηκε τελικά η απόδοσή του (ως μέρος του συνολικού κεφαλαίου των 952.500 ευρώ), με τους όρους του από 24/4/2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, δηλ. με την κάλυψή του από το τίμημα της πώλησης των αποπερατωμένων οικιών στα ... και ... και με την διάθεση μέρους αυτού του τιμήματος για την αποπεράτωση της οικίας, που έπρεπε να τους μεταβιβαστεί, η οποία (κάλυψη) επετεύχθη εν μέρει με την πώληση δύο, μόνο, οικιών από τις έξι (6) συνολικά που ήταν προς διάθεση.
Κατόπιν τούτου, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο ως άνω γνώμη, εφόσον το αιτούμενο με την αγωγή ποσόν των 675.000 ευρώ, δεν αποτελεί δάνειο, ώστε, καταγγελλόμενο με την αγωγή, να πρέπει να αποδοθεί στους ενάγοντες, αλλά αποτελεί επενδεδυμένο κεφάλαιο, στα πλαίσια της κοινής άτυπης επιχειρηματικής τους δράσης, του οποίου επενδεδυμένου κεφαλαίου και αυτού η καταβολή τελούσε εξαρχής αλλά και μεταγενέστερα βάσει του από 24/4/2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, υπό την αίρεση της πώλησης και καταβολής του τιμήματος των οικιών στην ..., στην πρώτη περίπτωση, και των οικιών στα ...
και στα ..., στην δεύτερη, αίρεση η οποία δεν πληρώθηκε μέχρι και την άσκηση της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην έχει καταστεί και αυτή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο κατά πλειοψηφία και απορρίπτοντας την αγωγή, με την αιτιολογία ότι το αιτούμενο ποσό δεν εδόθη ως δάνειο, όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονταν, ώστε να καταγγελθεί με την αγωγή αλλά ως κεφάλαιο δοθέν προς επένδυση, του οποίου η επιστροφή τελούσε μάλιστα υπό αίρεση που εκκρεμούσε και επομένως δεν πληρούνται οι όροι για να καταστεί απαιτητή η επιστροφή αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ και όχι αυτή του άρθρου 873 ΑΚ, η οποία εν όψει των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως δεν ήταν εφαρμοστέα.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αντιθέτως ισχυρίζονται ότι ήταν εφαρμοστέα η τελευταία αυτή διάταξη διότι με το από 24-4-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήφθη σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή -ανάλογα- ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 430/2011), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988), εκτός αν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό. Εξ άλλου ο λόγος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1592/2008).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα: α) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των ότι, σχετικά με την επιστροφή των χρημάτων δια των οποίων οικοδομήθηκαν οι κατοικίες στην ... ..., υπήρχε στο από 24-4-2009 συμφωνητικό επιλογή αυτή να γίνει είτε μετά την πώληση των κατοικιών αυτών είτε νωρίτερα εξ ιδίων κεφαλαίων του αναιρεσιβλήτου και β) ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι μοναδικός ορισθείς χρόνος επιστροφής των χρημάτων αυτών ήταν η πώληση της τελευταίας κατοικίας στην άνω τοποθεσία.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, εφόσον κατά τα ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό "εκ του πράγματος", κρίνοντας ότι η υποχρέωση επιστροφής τελούσε, κατά τη συμφωνία τους, υπό την αίρεση της πώλησης και καταβολής του τιμήματος των οικιών στην ..., καθώς και των οικιών στα ... και στα ....
Κατά το δεύτερο σκέλος είναι επίσης αβάσιμος διότι το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν, καθώς και τις ομολογίες που περιέχονται στις κατατεθείσες προτάσεις τους και δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αξιολόγηση καθενός εξ αυτών.
IV. Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ` ένα από αυτά.
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων (ΑΠ 1954/2008).
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Εφετείο αγνόησε και δεν συνεκτίμησε τη δικαστική ομολογία που συνάγεται από τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου ότι αυτός έλαβε το 30% του τιμήματος πωλήσεως μιας εκ των κατασκευασθεισών οικιών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται σαφή δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ώστε η μη λήψη υπόψη της από το Δικαστήριο, να στοιχειοθετεί την από το άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ παραβίαση. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει ότι οι αναιρεσείοντες "με το με αρ.
…30/15-5-2009 συμβόλαιο του συμβ/φου Χ. Χ., πούλησαν μία οικία στα ..., αντί των 140.000 ευρώ, ενώ, με το με αρ. …147/2011 συμβόλαιο του συμβ/φου Μ. Σ., πούλησαν άλλη μία οικία στα ..., αντί τιμήματος 200.000 ευρώ. Από τα παραπάνω εισπραχθέντα από τους ενάγοντες ποσά, (που μειώνουν, οπωσδήποτε, το αιτούμενο από αυτούς ποσόν κατά 340.000 ευρώ), δεν προέκυψε ότι δόθηκε από αυτούς το 30% στον εναγόμενο για να μπορέσει να αποπερατώσει, όπως είχαν συμφωνήσει, τις οικίες στην ...", και δεν έλαβε υπόψη του, κατά τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, την ομολογία που συνάγεται από τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ότι αυτός ήταν που είχε αναλάβει την πρώτη πώληση, άρα έλαβε το 30 % του τιμήματος, ήτοι 42.000 €.
Από τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό δεν προκύπτει δικαστική ομολογία. Περαιτέρω όμως η συγκεκριμένη αιτίαση, αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμ 11 γ ΚΠολΔ, είναι και πάλι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες, ούτε άλλωστε από τις προτάσεις που αυτοί υπέβαλαν στο Εφετείο προκύπτει, ότι επικαλέστηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο την ως άνω δικαστική ομολογία (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν αυτοί ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση των J. J. L. και J. S. B. S. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 345/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο νυν Αντιπρόεδρος του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και μετασχών της συνθέσεως
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ