408/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated408/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 201 Α.Κ. αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ιδίου κώδικα η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 408 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Ε. και 2) Ε. Μ. του Δ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρου και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α. Α. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραντώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 4551/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 1-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πέμπτου και την παραδοχή των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 92 παρ. 3 του προϊσχύσαντος κώδικα δικηγόρων (ο οποίος κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 24 Εισ.Ν. Α.Κ. έχει εν προκειμένω εφαρμογή διότι η εντολή της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικηγόρους, από την οποία πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις αυτών και η παροχή των αντιστοίχων υπηρεσιών, έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του ανωτέρω κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου κώδικα δικηγόρων με το άρθρο 166 ν. 4194/2013), επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 170 του πιο πάνω κώδικα, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ., έχει υποχρέωση να καταβάλει στο δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την αμοιβή του για τις μέχρι τότε ενέργειές του, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση εργολαβίας δίκης στην οποία υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης (Α.Π. 730/2015, 1496/2010) ή (στην περίπτωση εντολής για είσπραξη χρέους) την είσπραξη του χρέους.
Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 201 Α.Κ. αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ιδίου κώδικα η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι: β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση που πληρώθηκε ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα.
Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση και δη πράξη ή παράλειψη αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, ειδικότερα δε στην περίπτωση της παράλειψης κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από το νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη.
Γίνεται δε δεκτό ότι ο έλεγχος της παρακωλυτικής συμπεριφοράς του ζημιουμένου από την πλήρωση πραγματοποιείται με βάση μεν τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. προκειμένου περί των καθαρώς εξουσιαστικών αιρέσεων, δηλαδή εκείνων επί των οποίων η ενέργεια του υπόχρεου έχει αναταθεί στην απόλυτη εξουσία αυτού, με βάση δε τη διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ.
προκειμένου περί των λοιπών εξουσιαστικών αιρέσεων, δηλαδή εκείνων επί των οποίων η ενέργεια του υποχρέου έχει αφεθεί στη "δυναμένη να ελεγχθεί κρίση του" ή άλλως στην αντικειμενική και δικαστικώς ελεγκτέα κρίση του (Α.Π. 122/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 12-5-2011 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες δικηγόροι εξέθεσαν τα εξής: Ότι το Μάιο του έτους 2003 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τους ανέθεσε προφορικά τη διενέργεια των ενδεδειγμένων ενεργειών προκειμένου να εισπραχθεί, εξώδικα ή δικαστικά, απαίτησή της κατά της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
Ε.Π.Ε." ποσού 351.396,68 ευρώ, προερχόμενη από εμπορική συναλλαγή μεταξύ τους και ειδικότερα από ανεξόφλητο τίμημα πωληθέντων στην οφειλέτρια εταιρεία εμπορευμάτων για τα οποία είχαν εκδοθεί 27 τιμολόγια, με συμφωνημένη αμοιβή υπολογιζόμενη χωριστά για κάθε εξώδικη ή δικαστική ενέργειά τους. Ότι το Φεβρουάριο του έτους 2004 η συμφωνία αυτή τροποποιήθηκε και συγκεκριμένα στις 27-2-2004 συμφωνήθηκε εγγράφως μεταξύ αυτών και της εναγομένης ότι η αμοιβή τους θα υπολογιζόταν σε ποσοστό 15% επί οποιουδήποτε χρηματικού ποσού θα εισέπραττε η εναγομένη από την ανωτέρω οφειλέτριά της, δικαστικά ή εξώδικα, ότι οποιοσδήποτε συμβιβασμός της εναγομένης επί της πιο πάνω απαιτήσεως θα γινόταν μόνο μετά από γραπτή συναίνεση των ιδίων και ταυτόχρονη καταβολή σ' αυτούς του πιο πάνω ποσοστού της αμοιβής τους επί του ποσού του συμβιβασμού, ότι σε αντίθετη περίπτωση η εναγομένη θα τους όφειλε το ποσοστό 15% επί ολόκληρης της αρχικής απαίτησης, καθώς και ότι σε περίπτωση αποτυχίας η εναγομένη δεν θα τους όφειλε αμοιβή.
Ότι στο πλαίσιο της εντολής αυτής, από το Μάιο του έτους 2003 προέβησαν στις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότερα δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προκειμένου να εκδοθεί σχετικός εκτελεστός δικαστικός τίτλος και ν' ακολουθήσει η αναγκαστική εκτέλεση ώστε να εισπραχθεί η πιο πάνω απαίτηση, ενώ, παράλληλα προάσπισαν τα συμφέροντα της εναγομένης, την οποία εκπροσώπησαν και σε συναφείς νομικές ενέργειες τους, τόσο σε αστικό, όσο και ποινικό επίπεδο (άσκηση κύριας παρέμβασης σε εκδίκαση αίτησης τρίτου για υπαγωγή της οφειλέτριας σε ειδική εκκαθάριση, άσκηση έγκλησης για απάτη και απόπειρα απάτης, μεταξύ άλλων και του νόμιμου εκπροσώπου της οφειλέτριας κλπ.).
Ότι παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι εκτέλεσαν τα καθήκοντά τους προσηκόντως, στις 3-5-2010 η εναγομένη συμβιβάσθηκε εξώδικα με την ανωτέρω οφειλέτρια, υπογράφοντας σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς να τους ενημερώσει προηγουμένως, χωρίς να ζητήσει την έγγραφη συναίνεσή τους και χωρίς να τους καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή.
Ότι με το συμφωνητικό αυτό η οφειλέτρια αναγνώρισε ότι όφειλε στην εναγομένη το ποσό των 552.726,68 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, σε μερική δε εξόφληση της οφειλής αυτής πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στην εναγομένη τον εξοπλισμό εκτροφής ιχθύων που διατηρούσε στη θέση "…" στην … αντί τιμήματος 46.650 ευρώ πλέον ΦΠΑ 15%, δηλαδή συνολικά 53.647,50 ευρώ.
Ότι αυτοί απέστειλαν στην εναγομένη σχετική εξώδικη διαμαρτυρία που της επιδόθηκε στις 26-11-2010, με την οποία ζητούσαν να τηρήσει τα συμφωνημένα με το εργολαβικό δίκης, πλην όμως η εναγομένη δεν τους απάντησε, με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται από την προαναφερόμενη συμπεριφορά της σιωπηρή και αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής που τους είχε δοθεί με το εργολαβικό.
Ότι ως προς το ανωτέρω ποσό των 53.647,50 ευρώ που εισέπραξε η εναγομένη με τον προαναφερόμενο εξώδικο συμβιβασμό, εξακολουθεί να ισχύει το εργολαβικό δίκης, αφού μέχρι τις 3-5-2010 (ημερομηνία κατάρτισης του εξώδικου συμβιβασμού) η εντολή προς αυτούς δεν είχε ανακληθεί με οποιονδήποτε τρόπο, και συνακόλουθα η εναγομένη τους οφείλει τη συμφωνημένη αμοιβή που ανέρχεται στο ποσό των 4.023,56 ευρώ πλέον ΦΠΑ στον καθένα (53.647,50 Χ 15% : 2).
Ότι η μετέπειτα συμπεριφορά της εναγομένης συνιστούσε σιωπηρή και αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής και συνακόλουθα αυτή τους οφείλει τη συμφωνημένη αμοιβή επί του ποσού των 605.249,48 ευρώ, το οποίο θα εισέπραττε από την αντίδικό της την ημέρα που ανακάλεσε την εντολή, ήτοι 45.393,71 ευρώ πλέον ΦΠΑ στον καθένα (605.249,48 Χ 15% : 2).
Ότι επικουρικά η ανωτέρω συμφωνημένη αμοιβή τους τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της είσπραξης της απαίτησης της εναγομένης και ότι η τελευταία εμπόδισε, κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη, την πλήρωση της αίρεσης προκειμένου να μη ζημιωθεί και ότι συνακόλουθα πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίρεση πληρώθηκε.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα πιο πάνω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Μετά από έφεση των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή δέχθηκε, όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης, τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι δικηγόροι … ...
Το Μάιο του 2003 οι νόμιμοι εκπρόσωποι της "… Α.Β.Ε.Ε." τους ανέθεσαν προφορικά το νομικό χειρισμό υπόθεσης της εταιρίας που αφορούσε απαίτησή της κατά της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...Α.Β.Ε.Ε.." [προδήλως εννοείται: "… ΕΠΕ …"], η οποία προερχόταν από εμπορική συναλλαγή μεταξύ των δύο εταιριών, με δικηγορική αμοιβή 15%.
Δυνάμει των τιμολογίων πώλησης-δελτίων αποστολής που τους παραδόθηκαν, ο πρώτος των εναγόντων έδωσε στο δικηγόρο Κορίνθου Ιωάννη Πιαδίτη την εντολή να καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 17-12-2003 αίτηση της εφεσίβλητης προς έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της αγοράστριας εταιρίας (αντιδίκου της) με την επωνυμία "… ΕΠΕ …", επί της οποίας εκδόθηκε η... .../2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του ως άνω δικαστηρίου.
Η έκδοση αυτής της διαταγής πληρωμής πραγματοποιήθηκε κατόπιν των ενεργειών των εκκαλούντων δικηγόρων το 2003, προτού να υπογραφεί η σύμβαση εντολής. Στις 27-2-2004 οι εκκαλούντες δικηγόροι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εφεσιβλήτου υπέγραψαν "σύμβαση εντολής - πληρεξουσιότητας - εκχώρησης - εργολαβικό δίκης", όπου συμφώνησαν, συνομολόγησαν και αποδέχθηκαν τα εξής:
Ότι η νυν εφεσίβλητη παρείχε στους εκκαλούντες την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να χειριστούν, μόνοι τους ή σε συνεργασία με άλλους, παρέχοντας περαιτέρω σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα σε τρίτους, την υπόθεση της εντολέως (νυν εφεσίβλητης) σχετικά με τη διεκδίκηση και είσπραξη για λογαριασμό της από την εταιρία "… Ε.Π.Ε." της απαίτησής της ποσού 351.396,28 ευρώ για κεφάλαιο, πλέον τόκων, προβαίνοντας κατά την κρίση τους σε κάθε ενέργεια, δικαστική ή εξώδικη, και ενώπιον οποιασδήποτε αρχής για την επιτυχή έκβαση της δίκης.
Σαν δικηγορική αμοιβή των εντολοδόχων (εκκαλούντων) ορίστηκε 15% επί οποιουδήποτε ποσού καταβαλλόταν στην εντολέα μ' οποιονδήποτε τρόπο. Ότι οποιοσδήποτε συμβιβασμός της εντολέως επί της άνω απαιτήσεώς της θα γινόταν ύστερα από γραπτή συναίνεση των εντολοδόχων, στην αντίθετη δε περίπτωση η εντολέας θα όφειλε στους εντολοδόχους το άνω ποσοστό 15% επί ολόκληρης της αρχικής απαίτησής της.
Ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν οφείλεται καμία αμοιβή δίκης - στοιχείο απαραίτητο για να είναι έγκυρο κάθε εργολαβικό δίκης. Το εργολαβικό υπέγραψαν αφενός οι εκκαλούντες και αφετέρου οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας, που είχαν το δικαίωμα να προβαίνουν σε διορισμό νομικών συμβούλων και δικηγόρων της εταιρίας, απορριπτομένης της ένστασης παθητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης.
Ήδη όταν υπεγράφη το ιδιωτικό συμφωνητικό οι εκκαλούντες είχαν πραγματοποιήσει τις απαραίτητες δικαστικές ενέργειες και μετά την από 17-12-2003 αίτηση είχε εκδοθεί η... .../2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου σε βάρος της αντιδίκου εταιρίας της εφεσιβλήτου με την επωνυμία "… Ε.Π.Ε.
…" και συνετάγη η από …-1-2004 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία η αντισυμβαλλόμενη της εφεσιβλήτου επιτάχθηκε να της καταβάλει το ποσό των 396.176,08 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων μέχρις εξοφλήσεως. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι δεν ήταν γνώστης της υπάρξεως του εργολαβικού.
Σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαν απαντήσει στο εξώδικο των εκκαλούντων (27-11-2010), ο δε ισχυρισμός τους ότι δεν απάντησαν επειδή είχε διακοπεί η συνεργασία τους δεν κρίνεται πειστικός. Άλλωστε οι ενάγοντες-εκκαλούντες είχαν λάβει και είχαν απαντήσει σε επιστολές που τους εστάλησαν από ομάδα ορκωτών λογιστών που ασχολούνταν με τα οικονομικά της εφεσιβλήτου.
Τεκμαίρεται λοιπόν ότι η ανάκληση της εντολής επισφράγισε την έλλειψη κάθε συνεργασίας. Διότι η εφεσίβλητη στην πραγματικότητα είχε σταματήσει ήδη τη συνεργασία, αφού δεν επικοινωνούσε με τους συγκεκριμένους δικηγόρους της ούτε όμως είχε εκφράσει κάποιο παράπονο σ' αυτούς ούτε αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι ενεργούσαν αντίθετα στα συμφέροντά της.
Κατόπιν αυτών ήταν αδικαιολόγητη η ανάκληση της εντολής. Εν αγνοία των εκκαλούντων η εφεσίβλητη εταιρία συνεβλήθη με την εταιρία "… Ε.Π.Ε.", η οποία της πώλησε κινητά της πράγματα αντί ποσού 46.650 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., συμφωνήθηκε δε ότι το τίμημα αυτό συν τον αναλογούντα σ' αυτό Φ.Π.Α., θα συμψηφιζόταν με ισόποσο μέρος της οφειλής της εταιρίας "… Ε.Π.Ε." προς την εφεσίβλητο από τη... .../2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Βάσει του συμφωνητικού οφείλει λοιπόν στους εκκαλούντες το ποσό των 4.023,56 ευρώ στον καθένα. Η εταιρία "…" συνέχισε να οφείλει στην εφεσίβλητο το εναπομείναν ποσό. Οι εκκαλούντες, οι οποίοι είχαν υπογράψει το εργολαβικό, παρότι έπρεπε να προασπίσουν τα συμφέροντα των εντολέων τους και έπρεπε με κάθε τρόπο να έρθουν σε συνεννόηση μαζί τους ακόμη και αν οι τελευταίοι εκώφευαν, δεν προέβησαν σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και σε αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας της εταιρίας "… Ε.Π.Ε.", δεν επέδωσαν στους αντιδίκους της την 56/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με αποτέλεσμα να αποκτήσει αυτή ισχύ δεδικασμένου μετά από τρία χρόνια, και παρότι εγνώριζαν ότι από το 2006 υπήρξε παραχώρηση χρήσης εγκαταστάσεων της "… Ε.Π.Ε." στην "… Α.Ε." δεν έλαβαν κάποια μέτρα εναντίον της, ώστε να προστατεύσουν τις απαιτήσεις της "…".
Επίσης δεν ενέγραψαν υποθήκη σε ακίνητο της "… Ε.Π.Ε." που ευρίσκετο στην περιοχή … ούτε όμως αποδείχθηκε ότι είχαν λάβει τέτοια εντολή από την εφεσίβλητη. Η εταιρία "…" είναι θυγατρική της εταιρίας με την επωνυμία "… Α.Ε.Γ.Ε.". Στην κοινοπραξία της "…" συμμετέχει η "…" με ποσοστό 99,9% και η εταιρία "… Ε.Π.Ε." συμμετείχε στην κοινοπραξία με ποσοστό 0,1%, δηλαδή η "…" απέκτησε την εταιρία "… Ε.Π.Ε.", η οποία είχε οφειλές στην "…".
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι υπήρξε καταβολή, έστω και μέρους της οφειλής, από την "… Ε.Π.Ε." στην "…". Ούτε αποδείχθηκε ότι έγιναν επιτυχείς ενέργειες της "…" για την καταβολή των σ' αυτήν χρεωστουμένων, ούτε όμως ότι έκανε ενέργειες, ώστε προκειμένου ν' αποφύγει και την καταβολή της αμοιβής των δικηγόρων ή για άλλους λόγους, συνετέλεσε στη μη ικανοποίηση των αξιώσεών της από την "… Ε.Π.Ε.".
Δεν αποδείχθηκε δηλαδή ότι η αίρεση που επικαλούνται οι εκκαλούντες στην αγωγή τους δεν πληρώθηκε από τη συμπεριφορά της εφεσίβλητης, αφού και οι ίδιοι δεν είχαν προβεί στις προαναφερθείσες ενέργειες αλλά και σε κάθε περίπτωση δεν είναι βέβαιο ότι οι ενέργειες αμφοτέρων θα οδηγούσαν στην εξόφληση του χρέους.
Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η "…" προέβη σε κάποια καταβολή. Το ότι το 2007 η εταιρία "… Α.Ε.Γ.Ε." εξαγόρασε το ποσοστό 41,38% των μετοχών της εταιρίας "… Α.Β.Ε.Ε." δεν αποδεικνύει ότι της κατέβαλε και η "…" τις οφειλές της ούτε ότι η εφεσίβλητη με τη συμπεριφορά της ματαίωσε την εξόφληση των οφειλών και κατά συνέπεια την επιτυχή έκβαση της δίκης και την αμοιβή σύμφωνα με το εργολαβικό των εκκαλούντων...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα είχε προηγουμένως εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και είχε κρατήσει την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 4.023,56 ευρώ στον καθένα. Με την κρίση του αυτή το εφετείο:
Α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 170 του κώδικα δικηγόρων, αφού δέχθηκε μεν ότι η εντολή της εναγομένης προς τους ενάγοντες δικηγόρους ανακλήθηκε από αυτήν αδικαιολόγητα, πλην όμως δέχθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τη συμφωνημένη αμοιβή, όπως προβλέπει η εν λόγω διάταξη, για το λόγο ότι δεν συνέτρεχε η κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη επί πλέον αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της, ήτοι ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, οι ενάγοντες θα διεξήγαν επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την εξόφληση του χρέους.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων επιδίκασης του ποσού των 45.393,71 ευρώ σε κάθε ενάγοντα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 του κώδικα δικηγόρων (κύρια βάση του σχετικού αιτήματος) ή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ. (επικουρική βάση του αιτήματος αυτού).
Ειδικότερα: 1) Μόνη η παραδοχή ότι η ανάκληση της εντολής προς τους ενάγοντες ήταν αδικαιολόγητη, δεν συνεπαγόταν, χωρίς άλλο, την υποχρέωση του δικαστηρίου για επιδίκαση του ανωτέρω ποσού, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως. 2) Δεν συνιστά αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης: α) ότι αφενός μεν δέχθηκε ότι οι ενάγοντες έπρεπε να προασπίσουν τα συμφέροντα της εναγομένης (με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας της οφειλέτριας) και αφετέρου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τους είχε δοθεί τέτοια εντολή από την εναγομένη και β) ότι αφενός μεν δέχθηκε ότι: "Εν αγνοία των εκκαλούντων η εφεσίβλητη εταιρία συνεβλήθη με την εταιρία "… Ε.Π.Ε.", η οποία της πώλησε κινητά της πράγματα αντί ποσού 46.650 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., συμφωνήθηκε δε ότι το τίμημα αυτό συν τον αναλογούντα σ' αυτό Φ.Π.Α., θα συμψηφιζόταν με ισόποσο μέρος της οφειλής της εταιρίας "… Ε.Π.Ε." προς την εφεσίβλητο από τη... .../2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου" και αφετέρου ότι: "Δεν αποδείχθηκε όμως ότι υπήρξε καταβολή, έστω και μέρους της οφειλής, από την "… Ε.Π.Ε." στην "…"", αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης καθίσταται απολύτως σαφές ότι το δικαστήριο δέχεται ότι, πλην της ανωτέρω συμβιβαστικής απόσβεσης μέρους της οφειλής, δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε καταβολή. 3) Δεν συνιστά υποθετική αιτιολογία ότι "δεν είναι βέβαιο ότι οι ενέργειες των εναγόντων θα οδηγούσαν στην εξόφληση του χρέους της οφειλέτριας", αφού τούτο έχει τη σαφή έννοια ότι δεν αποδείχθηκε ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, οι ενάγοντες θα διεξήγαν επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την εξόφληση του χρέους.
Συνεπώς οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003), όπως συμβαίνει και όταν τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Α.Π. 123/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι ερεύνησε την επικουρική βάση στην οποία θεμελιώθηκε το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση του ποσού των 45.393,71 ευρώ σε κάθε ενάγοντα, ήτοι αυτή από το άρθρο 207 Α.Κ., χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει την κύρια βάση στην οποία θεμελιώθηκε το ίδιο αίτημα, ήτοι αυτή από το άρθρο 170 του κώδικα δικηγόρων και έτσι αφενός μεν άφησε τη σχετική αίτηση της αγωγής τους αδίκαστη, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη τη βάση αυτή της αγωγής τους που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά μεν το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ.) ως απαράδεκτος διότι η κύρια βάση του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος δεν συνιστά αίτηση αλλά πράγμα, κατά δε το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ.) ως αβάσιμος διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η κύρια βάση στην οποία θεμελιώθηκε το ανωτέρω αίτημα ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την παραδοχή ως αποδειχθέντων περιστατικών αντίθετων προς εκείνα που την θεμελιώνουν και συγκεκριμένα με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενέργειες των εναγόντων θα οδηγούσαν στην εξόφληση του χρέους.
Τέλος με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α και περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για τη θεμελίωση όμως του λόγου αυτού προβάλλουν αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων.
Συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 4551/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ