408/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated408/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 408 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 408/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...", που εδρεύει στη ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κυριακόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στον ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεονίκη Παπαδονικολάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 240/2009 του ιδίου Δικαστηρίου, 2350/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29-9-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Mε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2350/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης [ενάγουσας], εξαφάνισε την 240/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και στη συνέχεια δέχθηκε την αναγνωριστική της κυριότητας του ακινήτου, που περιγράφεται, αγωγή αυτής [αναιρεσίβλητης]. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή [ΚΠολΔικ 577 παρ. 1] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ΚΠολΔικ 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ]. Το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσης πραγμάτων κατατάσσει και τον αιγιαλό. Είναι δε αιγιαλός κατά τον ορισμό που δίνει το άρθ. 1 του ΑΝ 2344/1940, που διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρ. 53 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων".
Εξάλλου ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρ 968 ΑΚ και 1 του ΑΝ 2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός των ορίων αυτού από την διοικητική επιτροπή που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του ΑΝ 2344/1940 με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια ύδατα.
Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, ο δε σε κάθε τοπική περίπτωση καθορισμός της εκτάσεως ως αιγιαλού ανήκει αποκλειστικά στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της Διοίκησης. Επομένως ο ισχυριζόμενος ότι συγκεκριμένη εδαφική έκταση είναι αιγιαλός οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τις παραπάνω φυσικές ιδιότητες αυτής, από τις οποίες και μόνο προσδίδεται σ` αυτήν η ιδιότητα του αιγιαλού, χωρίς να υποχρεούται και σε επίκληση και απόδειξη του κατά τα ανωτέρω διοικητικού καθορισμού της εκτάσεως αιγιαλού .
Περαιτέρω, από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 237 ΚΠολΔικ, κατά την οποία με την προσθήκη νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν, μόνο, για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις, προκύπτει ότι η προβολή από κάποιον από τους διαδίκους, με την προσθήκη που έκανε στις προτάσεις του, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται γι’ αυτή, νέων αυτοτελών ισχυρισμών που δεν σχετίζονται με το περιεχόμενο των προτάσεων του αντιδίκου του, ούτε τείνουν στην αντίκρουσή τους, αλλά φέρουν προς κρίση καταλυτικές ή διακωλυτικές, του δικαιώματος του αντιδίκου του, ενστάσεις είναι απαράδεκτη.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔικ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλ’ απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ή την ένσταση ως μη νόμιμη, ή απαράδεκτη ή ως πρόωρη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο σε σχέση με το παραδεκτό της προβολής ισχυρισμού από τον αναιρεσείοντα ότι τμήμα της επίδικης έκτασης αποτελεί αιγιαλό δέχθηκε «...........ο ασαφής αυτός ισχυρισμός του εναγομένου περί της ιδιότητας μέρους του επιδίκου τμήματος ως αιγιαλού, το οποίο μέρος δεν προσδιορίζει , αλλ’ αντίθετα , ρητά, δηλώνει , ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει, πέραν της αοριστίας του , είναι προεχόντως απορριπτέος , ως απαραδέκτως προταθείς με την παραπάνω προσθήκη , που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου», στη συνέχεια δε κατά παραδοχή συναφούς λόγου έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι η εν λόγω ένσταση ήταν ορισμένη και νόμιμη, καθώς και ότι ήταν ουσιαστικά βάσιμη και αφού τη δέχθηκε απέρριψε την αγωγή.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ότι δηλαδή με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση ένσταση του αναιρεσείοντος χωρίς απόδειξη και δη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την εν λόγω ένσταση του αναιρεσείοντος δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά την απέρριψε ως απαράδεκτη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη του ισχυρισμού, που αναφέρεται στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή τμήμα του επίδικου ακινήτου είναι αιγιαλός, αποδεικτικά μέσα, χωρίς, όμως, ν` αναφέρει ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα, που το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, παρότι προσκομίστηκαν με επίκληση.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επιπρόσθετα είναι απορριπτέος ο ίδιος λόγος , γιατί , όπως αναφέρεται στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης , η ένσταση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, χωρίς προσφυγή στην εκτίμηση των αποδείξεων .
Από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας και ιδίως από το άρθρο 79 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα συνάγεται, ότι το ακίνητο που παραχωρείται ως κλήρος σε πρόσωπο δικαιούμενο αγροτικής αποκατάστασης θεωρείται από την παραχώρησή του ότι διατελεί κατά νόμο στην αποκλειστική καλόπιστη νομή του κληρούχου και αν ακόμη αυτός δεν έχει επιληφθεί της κατοχής του κλήρου.
Γι’ αυτό και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον, ο οποίος έτσι δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ούτε να αντιτάξει κατά του διεκδικούντος τον κλήρο κληρούχου ή των κληρονόμων του την από το άρθρο 249 ΑΚ ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής.
‘ Όμως από 23-5-1968 ισχύει ο α. ν. 431/1968, που ορίζει στο μεν άρθρο 1 παρ.1 αυτού, ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου (επιφυλασσομένης της ισχύος του άρθρου 27 του ν.δ. 2185/1952) επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση με δικαιοπραξίες εν ζωή των πάσης φύσεως κλήρων τους, με το μοναδικό περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ο οποίος ισχύει και για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση, στο δε άρθρο 2 παρ.1 εδ.
β’ αυτού, ότι σε περίπτωση κατάσχεσης ή πλειστηριασμού του κλήρου με επίσπευση του ενυπόθηκου δανειστή τηρείται μόνον ο περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις του α.ν. 431/1968 προκύπτει, ότι η απαγόρευση της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής αποτελεί γενική αρχή που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση της κυριότητας του κλήρου όχι κληρούχου.
Επομένως από την ισχύ του α.ν. 431/1968 ο κληρούχος παύει να λογίζεται κατά πλάσμα νομέας του κλήρου και αν δεν τον κατέχει πραγματικά και είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, όχι όμως και του τμήματός του, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του κληροτεμαχίου.
Η απαγόρευση δηλαδή της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στον κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μία φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων.
Ο τρίτος, που επιλήφθηκε της νομής τμήματος κληροτεμαχίου και όχι του όλου, δεν προστατεύεται ούτε κατά τον νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, γιατί αλλιώς θα είχε διαρκή προστασία, που θα επέφερε κατάτμηση.
Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνο η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρούχου ή των καθολικών ή των ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η λόγω συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής άρνηση απόδοσης του τμήματος του κλήρου (άρθρο 272 Α.Κ.) αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου ( ΟλΑΠ 15/2004), εκτός αν συντρέχει περίπτωση από αυτές που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968 για εξαίρεση από το ακατάτμητο, στις οποίες περιλαμβάνεται και η περίπτωση Β α’ κατά την οποία «κατ’ εξαίρεσιν δεν ισχύει ο κατά την προηγουμένην παράγραφον περιορισμός επί μεταβιβάσεων οιασδήποτε κατηγορίας κλήρων προς το Δημόσιον, Δήμους ή Κοινότητας.....δια δημιουργίαν φυτωρίων ή άλλων έργων κοινής ωφελείας ......».
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).
Με τον τρίτο και πέμπτο , κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια , ότι κατά παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων , καθώς και εκείνων των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ , απέρριψε, ως μη νόμιμη την ένσταση ίδιας κυριότητας, που είχε παραδεκτά προτείνει και είχε δεχθεί ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για το τμήμα του μείζονος επίδικου ακινήτου που δεν αποτελεί αιγιαλό.
Το Εφετείο σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: «με την εκκαλουμένη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , κατά την πλειοψηφία των μελών του, έκρινε νόμιμη την ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα , έκρινε , ότι κατ’ εκτίμηση των ισχυρισμών του , ο εναγόμενος ισχυρίζεται , ότι «υπόλοιπο μέρος του επιδίκου» , το οποίο δεν αποτελεί αιγιαλό, περιήλθε στην κυριότητά του , με πρωτότυπο τρόπο «και ειδικότερα , με την άσκηση των αναφερόμενων πράξεων νομής, διανοία κυρίου, από την δικαιοπάροχό του Κοινότητα ... , για τη δημιουργία έργων κοινής ωφελείας , η οποία από την 23-5-1968 μέχρι το έτος 1989 κατέστη κυρία με έκτακτη χρησικτησία και κατά τον χρόνο της μεταβίβασης στην ενάγουσα, η δικαιοπάροχός της ... , δεν ήταν κυρία αυτού», κρίνοντας ειδικότερα , ότι είναι δυνατή η κτήση δικαιώματος κυριότητας από ΟΤΑ , με χρησικτησία , επί τμήματος κληροτεμαχίου, για τη δημιουργία έργων κοινής ωφελείας , με την προϋπόθεση , ότι το Δημόσιο έχει αποξενωθεί από την κυριότητα του κλήρου με νόμιμο τρόπο, αφότου και τρέχει ο χρόνος υπολογισμού της χρησικτησίας και ακολούθως , δέχθηκε , ως βάσιμη και κατ’ ουσία, την ένσταση αυτή και συγκεκριμένα , κατά το μη προσδιοριζόμενο στην απόφασή του μέρος του επιδίκου τμήματος , που δέχθηκε, ότι δεν αποτελεί αιγιαλό, αλλά τμήμα του υπ’ αριθμό …κοινοτικού κλήρου και κατά παραδοχή της ένστασης αυτής , απέρριψε την αγωγή και ως προς το εν λόγω τμήμα του επιδίκου, ως αβάσιμη κατ’ ουσία.
Για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , παραπονείται η εκκαλούσα , με τον πρώτο λόγο της έφεσής της , ισχυριζόμενη , ότι η παραπάνω ένσταση του εναγομένου είναι μη νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί , καθόσον το επίδικο, ως τμήμα κλήρου, είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας και δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον περιορισμό της μη κατάτμησης των κληροτεμαχίων , ούτε ο εναγόμενος επικαλέστηκε τέτοια εξαίρεση.
Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι βάσιμος και ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις του, ο εναγόμενος , επικαλούμενος και ο ίδιος , το αναφερόμενο στην αγωγή γεγονός, ότι με το υπ’ αριθμό ...22-11-1967 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων, η δικαιοπάροχός του Κοινότητα ... , μεταβίβασε στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας … , το όλο, 636, ένδικο ακίνητο, τμήμα του οποίου συνομολογεί, ότι αποτελεί το επίδικο, ισχυρίζεται, ότι το ακίνητο αυτό, δεν έχει χαρακτήρα κληροτεμαχίου, αλλά αποτελεί «κοινόχρηστη έκταση του αγροκτήματος ...» , ότι «ουδέποτε υλοποιήθηκε» η παραπάνω σύμβαση ανταλλαγής ως προς το επίδικο τμήμα του, του οποίου «ουδέποτε παραδόθηκε πραγματικά η νομή και κατοχή και ουδέποτε κατέλαβε και άσκησε την φυσική εξουσία επ’ αυτού η ...» και η ενάγουσα, αλλά συνέχισε να κατέχει και να νέμεται αυτό η Κοινότητα ...
και στη συνέχεια ο ίδιος, ασκώντας τις αναφερόμενες στις προτάσεις του διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου, αλλά «και αν ήθελε θεωρηθεί» , ότι με το συμβόλαιο ανταλλαγής «η κυριότητα του επίμαχου τμήματος μετήλθε θεωρητικώς και στιγμιαίως στην δικαιοπάροχο του αντιδίκου μας, ο Δήμος μας ανέκτησε αμέσως τη νομή και κατοχή με διάνοια κυρίου, έτσι, ώστε το αργότερο το έτος 1988 επανέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ».
Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος , ότι ο ίδιος, ως διάδοχος της Κοινότητας ... , συνέχισε μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2003, την άσκηση διακατοχικών πράξεων, με διάνοια κυρίου, επί του επιδίκου τμήματος, το οποίο ήταν δεκτικό χρησικτησίας, εφόσον δεν αποτελούσε κληροτεμάχιο, αλλά «κοινόχρηστη έκταση του αγροκτήματος ..., καταχωρημένη εις το κτηματολογικό πίνακα υπό τον ...» και σε κάθε περίπτωση «και αν ήθελε κριθεί ότι το υπ’ ...
ακίνητο έχει τον νομικό χαρακτηρισμό του «κληροτεμαχίου», δεν ισχύει γι’ αυτό ο περιορισμός της κατατμήσεως, διότι, «η απαγόρευση κατάτμησης των κληροτεμαχίων κατ’ άρθρο 1 του ΑΝ 431/1968 αποβλέπει στη διατήρηση τεμαχίων αρκετά μεγάλων, για να μπορούν να εκμεταλλευτούν αποδοτικά και να εξασφαλίσουν έτσι, τις ανάγκες του κυρίου» και ότι «έτσι η επίκληση της εν λόγω «προστασίας» για ακίνητο εκτάσεως 475,137 στρεμμάτων, από το οποίο φέρεται να αποσπάται τμήμα εκτάσεως «....περίπου 13.700 τετραγωνικών μέτρων....», είναι άτοπη , ως αντικείμενη στο πνεύμα και το σκοπό της διάταξης».
Οι διακατοχικές δε , πράξεις της δικαιοπαρόχου του και του ιδίου, που επικαλείται ο εναγόμενος, είναι οι αναφερόμενες στις προτάσεις του, υπό στοιχεία ... και συγκεκριμένα , οι ακόλουθες : α) «εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης του οδικού δικτύου της περιοχής» που διασχίζει το επίδικο και αποτελείται από «την παλαιά επαρχιακή οδό και από δευτερεύοντες κοινοτικούς και αγροτικούς δρόμους, οι οποίοι κατασκευάστηκαν από την τότε Κοινότητα ... , εν μέρει το έτος 1953 και εν μέρει το έτος 1965», β) «η κατασκευή επιχωματώσεων στα υφιστάμενα ρέματα» , το έτος 1965, από την Κοινότητα ...
και ο ετήσιος «καθαρισμός και αποψίλωση των κοιτών των ρεμάτων και η αποκατάσταση των επιχωματώσεων», από την Κοινότητα αυτή και από τον ίδιο , γ) η φύτευση δένδρων το έτος 1980 από την εν λόγω Κοινότητα , η οποία συγκεκριμένα φύτεψε εντός του επιδίκου «ευκαλύπτους , αρμυρίκια και άλλη βλάστηση» , δ) η κατασκευή από την ίδια Κοινότητα , το έτος 1983, «μεταξύ άλλων και δια του επιδίκου τμήματος δικτύου ύδρευσης προς εξυπηρέτηση των κατοίκων της περιοχής αλλά και της υφιστάμενης ξενοδοχειακής μονάδας της αντιδίκου» και η συντήρησή του, ε) η φύλαξη του επιδίκου τμήματος «από τον αρμόδιο αγροφύλακα , ο οποίος ενημέρωνε για τυχόν συμβάντα εντός αυτού την Κοινότητα ...
και όχι την αντίδικο ή τους δικαιοπαρόχους της» και στ) το ότι «η πρόσβαση στο επίμαχο τμήμα για τους κατοίκους της Κοινότητας και για κάθε τρίτο παρέμεινε πάντα ελεύθερη», διότι η ενάγουσα και η δικαιοπάροχός της δεν το περιέφραξαν ούτε το φύλασσαν και «έτσι , δεν έπαψε να χρησιμοποιείται από τους κατοίκους της περιοχής , αλλά και από τρίτους οι οποίοι χρησιμοποιούσαν αυτό, μεταξύ άλλων για να κάνουν μπάνια στη θάλασσα και προέβαιναν εντός αυτού σε ελεύθερη κατασκήνωση, δεχόμενοι σχετικές υποδείξεις από τους αρμοδίους Κοινοτικούς και ήδη Δημοτικούς υπαλλήλους».
Σε άλλο σημείο των προτάσεών του , ο εναγόμενος αναφέρει και ότι το επίδικο τμήμα «χρησιμοποιούνταν από αμνημονεύτων ετών ως ο βοσκότοπος του χωριού» και ότι «και μετά τη συντελεσθείσα το έτος 1967 ανταλλαγή, δεν επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή στην διακατοχή του επιδίκου τμήματος , το οποίο συνέχισε να χρησιμοποιείται αρχικά ως βοσκότοπος της Κοινότητας ...
και στη συνέχεια με άλλους τρόπους από αυτήν και ήδη από το Δήμο μας και τους κατοίκους μας , μέχρι σήμερα, πραγματικά κατεχόμενο με διάνοια κυρίου» και ακολούθως, επαναλαμβάνει τις ίδιες παραπάνω, υπό στοιχεία α-στ πράξεις, ως πράξεις νομής της δικαιοπαρόχου του και του ίδιου, ο οποίος, όπως κατά λέξη, επικαλείται , «σε κάθε περίπτωση απέκτησε την πλήρη κυριότητα του επίμαχου τμήματος, με έκτακτη χρησικτησία, κατ’ άρθρο 1045 του ΑΚ, πολύ πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής».
Κατά τα παραπάνω ο εναγόμενος δεν επικαλείται, ότι «το υπόλοιπο μέρος του επιδίκου τμήματος» , που δεν εμπίπτει στον αιγιαλό , «περιήλθε στην κυριότητά του με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα , με άσκηση των αναφερόμενων εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου , από τη δικαιοπάροχό του Κοινότητα ... , για τη δημιουργία έργων κοινής ωφέλειας, η οποία από την 23-5-1968 μέχρι το έτος 1999 κατέστη κυρία , με έκτακτη χρησικτησία και κατά τον χρόνο της μεταβίβασης στην ενάγουσα , η δικαιοπάροχός ..., δεν ήταν κυρία αυτού», όπως, κατά λέξη δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι, κατ’ εκτίμηση των ισχυρισμών του, επικαλείται αυτός, προτείνοντας νόμιμη, όπως έκρινε, ένσταση ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου τμήματος, με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την βάση της αγωγής περί παραγώγου κτήσεως της κυριότητάς του από την ενάγουσα.
Συγκεκριμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, όπως συνάγεται από το σχετικό κεφάλαιο του σκεπτικού της εκκαλουμένης απόφασής του, ότι ο εναγόμενος επικαλείται ότι, κατ’ εξαίρεση του περιορισμού της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής , κατά το άρθρο 1 παρ. 2 περ. Β’ α’ του ΑΝ 431/1968, το επίδικο τμήμα του υπ’ ...
κληροτεμαχίου , είναι δεκτικό χρησικτησίας , καθόσον, «είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία επί τμήματος κληροτεμαχίου, για τη δημιουργία έργων κοινής ωφέλειας» και ότι στην προκειμένη περίπτωση η δικαιοπάροχός του Κοινότητα , άσκησε από την 23-5-1968 μέχρι το έτος 1999, τις αναφερόμενες στις προτάσεις του πράξεις νομής, «για τη δημιουργία έργων κοινής ωφέλειας», ενώ, όπως αναλυτικά, το σχετικό περιεχόμενο των προτάσεων του εναγομένου προπαρατίθεται, αυτός δεν επικαλέστηκε τη συνδρομή καμίας , από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη , εξαιρέσεις, από τον περιορισμό της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, αλλά, αντίθετα, ρητά επικαλέστηκε, ότι η δικαιοπάροχός του Κοινότητα ..., κατέστη κυρία του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ και καμία αναφορά σε άσκηση νομής του επιδίκου από την εν λόγω Κοινότητα , από τις 23-5-1968 [και μέχρι το έτος 1999] , προς το σκοπό δημιουργίας έργων κοινής ωφέλειας, δεν γίνεται απ’ αυτόν, ούτε εξάλλου, οι αναφερόμενες στις προτάσεις του και παραπάνω πράξεις , μπορούν να θεωρηθούν ως πράξεις δημιουργίας έργου κοινής ωφέλειας , προς το σκοπό δημιουργίας των οποίων άρχισε να νέμεται, από το έτος 1967, η δικαιοπάροχός του , το επίδικο τμήμα.
Δεδομένου δε , ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή , το όλο, υπ’ ... ένδικο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, αποτελεί ενάριθμο τεμάχιο, της οριστικής διανομής του έτους 1937 του αγροκτήματος ... , που περιήλθε στην Κοινότητα ... , με την υπ’ αριθμό .../1965 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής , που δημοσιεύτηκε και μεταγράφηκε νόμιμα, δηλαδή, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, ως κοινοτικός κλήρος, περιστατικά τα οποία ουδόλως αμφισβητεί ο εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα και ο ίδιος επικαλείται, ότι το εν λόγω ακίνητο, με τον αριθμό ..., καταχωρήθηκε στον «κτηματολογικό πίνακα» , δηλαδή, τον πίνακα της οριστικής διανομής, ανεξαρτήτως του ότι όλως αντιφατικά , το χαρακτηρίζει κυρίως , ως «κοινόχρηστη έκταση» και επικουρικά, ως κλήρο, όπως δέχθηκε άλλωστε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι επικαλείται, προβάλλοντας την ένστασή του, περί ίδιας κυριότητάς τους, επί του επιδίκου τμήματός του, ότι δηλαδή, το ακίνητο αυτό αποτελεί κλήρο, η εν λόγω ένστασή του, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον , κατά τα αναφερόμενα σχετικά, στη νομική σκέψη της παρούσας, το επίδικο, ως τμήμα του κλήρου αυτού, ο οποίος, όπως συνομολογείται μεταβιβάστηκε στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας με το υπ’ αριθμό ...22-11-1967 συμβόλαιο ανταλλαγής είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας , μετά την 23-5-1968, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, εφόσον, κατά τα παραπάνω, ο εναγόμενος δεν επικαλείται τη συνδρομή κάποιας , από τις οριζόμενες στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, περιπτώσεις εξαίρεσης από την απαγόρευση κατάτμησης του κλήρου».
Με βάση δε αυτές τις παραδοχές απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση ίδιας κυριότητας του εναγομένου στην επίδικη έκταση. Έτσι, που έκρινε Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 ΑΚ και άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 431/1968, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού δέχθηκε ότι α) το με ...
ακίνητο αποτελεί κληροτεμάχιο, β) το επίδικο είναι τμήμα αυτού , είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας αφού τυχόν κτήση κυριότητας στο εν λόγω τμήμα οδηγεί σε ανεπίτρεπτη κατά νόμο κατάτμηση του κληροτεμαχίου και γ) ο αναιρεσείων-εναγόμενος ουδόλως εκθέτει στις προτάσεις του κάποια από τις εξαιρέσεις, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του α.ν. 431/1968, ως προς τις οποίες δεν ισχύει ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης.
Επομένως, οι συναφείς τρίτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος τους , λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση του εν λόγω αναιρετικού λόγου, ως προς τον χαρακτήρα του όλου επιδίκου ως κοινόχρηστης έκτασης και όχι ως κληροτεμαχίου και ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία , κατά τον αναιρεσείοντα ορθότερα εκτίμησε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και των επιχειρημάτων του Δικαστηρίου, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας [ΚΠολΔικ 561 παρ. 1] .
Ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων . Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραβίαση του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ α) με τον τρίτο και πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους, διότι έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν, χωρίς, όμως, να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο αποτελών "πράγμα", υπό την ως άνω έννοια, ισχυρισμός, που δεν προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και παρά ταύτα λήφθηκε υπόψη και β) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ που παραδεκτά είχε προβάλλει.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [ΚΠολΔικ 561 παρ. 2], δέχθηκε σχετικά με την εν λόγω ένσταση ότι «......Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρότεινε, επικουρικά, έναντι της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής του δικαιώματος της ενάγουσας επί του επιδίκου τμήματος, κατά τη βάση της περί παραγώγου τρόπου κτήσεως του δικαιώματος αυτού , ως προς την οποία ερευνάται, όπως έχει ήδη λεχθεί η υπόθεση, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της αυτού, η οποία, όπως προαναφέρεται, κρίθηκε νόμιμη με την εκκαλούμενη απόφαση, δεν ερευνήθηκε, όμως, κατ’ ουσίαν, διότι, μετά την παραδοχή της ένστασης ίδιας κυριότητας του, ως προς το μέρος του επιδίκου, που δέχθηκε, ότι δεν αποτελεί αιγιαλό, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, όπως συνάγεται από το σκεπτικό της απόφασής του, ότι παρέλκει η έρευνά της και ως προς το εν λόγω μέρος του επιδίκου, την ένσταση δε, αυτή, επαναφέρει παραδεκτά, ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου .
Για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασής του, αυτός επικαλείται τα ίδια παραπάνω περιστατικά, που επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της ένστασής του περί ιδίας κυριότητάς του, επί του επιδίκου τμήματος, ότι δηλαδή, το τμήμα αυτό και μετά την μεταβίβαση του όλου υπ’ ... ακινήτου, με το υπ’ αριθμό ...22-11-1967 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων, από την δικαιοπάροχό του Κοινότητα ..., στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας ..., ουδέποτε περιήλθε στη νομή και κατοχή
της τελευταίας και της ίδιας της ενάγουσας, αλλά, συνέχισε να κατέχει και να νέμεται αυτό, η Κοινότητα ... και στη συνέχεια ο ίδιος, ασκώντας τις αναφερόμενες στις προτάσεις του διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου, μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2003, ενώ "η αντίδικος και οι δικαιοπάροχοί της αδράνησαν, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 35 ετών, δεδομένου, ότι από τη σύμβαση ανταλλαγής μέχρι σήμερα ουδέποτε κατέλαβαν αυτό και ουδέποτε, μέχρι τα πρόσφατα γεγονότα της άνοιξης του έτους 2003, επιχείρησαν έστω και προσωρινές πράξεις νομής ή κατοχής επ’ αυτού. Με τον τρόπο αυτό δημιούργησε σαφώς απέναντι στο δήμο μας την εύλογη πεποίθηση, ότι όχι μόνο δεν προτίθεται να ασκήσει το δικαιώματα ως προς το επίμαχο τμήμα, αλλά πολύ περισσότερο, ότι δεν θεωρεί καν ότι έχει δικαιώματα επ’ αυτού. Έτσι οι προβαλλόμενοι από την αντίδικό μας ισχυρισμοί, περί δήθεν εκ μέρους μας προσβολής δικής της κυριότητας στο επίμαχο τμήμα, βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση με την μέχρι προσφάτως επιδεικνυόμενη συμπεριφορά αυτής και των δικαιοπαρόχων της, δηλαδή, με την πλήρη αδράνεια αυτών στην εδαφική έκταση του δέλτα των ρεμάτων, δηλαδή με την πλήρη αδράνεια στο επίμαχο τμήμα.
Συνεπώς, η κατά τα ανωτέρω μακροχρόνια αδράνεια, καθιστά σε κάθε περίπτωση την υπό κρίση αγωγή της αντιδίκου καταχρηστική". Η ένσταση αυτή του εναγομένου, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον, όπως προκύπτει, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενό της, ο εναγόμενος, προς θεμελίωση της, επικαλείται μόνο, την μακρόχρονη αδράνεια της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και της ίδιας, η οποία δεν αρκεί, όπως προαναφέρεται, για τη θεμελίωση της από το άρθρο 281 του ΑΚ ένστασης.
Μάλιστα, σημειώνεται, ότι ο εναγόμενος, παρότι επικαλείται μακρόχρονη αδράνεια της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου της, επικαλείται και το αναφερόμενο στην αγωγή και προεκτιθέμενο γεγονός, ότι το έτος 1976, μέχρι το έτος 2005, οι δικαιοπάροχοί τους και οι ίδιοι, ως διάδοχοί τους, βρίσκονταν σε δικαστική διαμάχη, σχετικά με το όλο ένδικο, υπ’ ...
κληροτεμάχιο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, η οποία άρχισε με την άσκηση της υπ’ αριθμό ...5-7-1976 αγωγής της Κοινότητας ..., κατά της ..., περί αναγνώρισης της ακυρότητας του υπ’ αριθμό ...22-11-1967 συμβολαίου ανταλλαγής, με το οποίο η εν λόγω Κοινότητα μεταβίβασε το ακίνητο αυτό, στην τελευταία και έληξε, μετά και την έκδοση της υπ’ αριθμό 1526/2003 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την έκδοση της υπ’ αριθμό 2125/2005 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία επικυρώθηκε η υπ’ αριθμό 2697/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την παραπάνω αγωγή της δικαιοπαρόχου του», Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ρητά ως μη νόμιμο.
Επομένως είναι αβάσιμοι οι συναφείς λόγοι αναίρεσης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2], μειωμένα, όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του ν. 3463/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.9.2014 αίτηση αναίρεσης της 2350/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων [600] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ