408/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 408 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated408/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 408 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 408 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 408/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Ε. Κ., 2) Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 4) Α. Δ., κατοίκου ..., 5) Μ. Δ., κατοίκου ..., 6) Β. Δ. του Α., κατοίκου ..., 7) Γ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 8) Α. Κ., κατοίκου ... και 9) Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 8ο και 9η ανακαλεί την από 2-12-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάστηκε με την 26-3-2009 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 23-3-2009 αγωγή άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που αρχικά είχε κατατεθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και παραπέμφθηκε να εκδικαστεί ενώπιόν του ως υλικά και τοπικά αρμόδιου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2012 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και 211/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-2-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 24-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 211/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-2-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α’ ΚΠολΔ) υπ’ αριθμ. 211/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, μεταξύ άλλων, απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 31-10-2012 έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και άλλων φυσικών προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και κατά της υπ’ αριθμ. 94/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που είχε απορρίψει την από 18-2-2009 αγωγή τους κατά των παραπάνω εφεσιβλήτων, για επιδίκαση, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θανάσιμο τραυματισμό της αναφερόμενης σ’ αυτή συζύγου και συγγενούς τους Κ. Δ. κατά τη σύγκρουση του οδηγούμενου από την τελευταία υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, με το οδηγούμενο από τον Η. Ε. υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα στην εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.".
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του ΚΠολΔ 559 αρ. 19 ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ’ ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330, 913 του ΑΚ και 16, 18, 19 και 20 του ΚΟΚ, καθόσον το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού Κ. Δ. και την έλλειψη συγκλίνουσας υπαιτιότητας του οδηγού Η. Ε.. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως αναφορικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών τα ακόλουθα: "Στις 28 Μαρτίου 2007, περί ώρα 08.15’ , ο Η. Ε. του Π., οδηγούσε το Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο ανήκε στην κατοχή του πεθερού του, Μ. Σ. (2ου ενάγοντος της 2ης ένδικης αγωγής), και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", και έβαινε επί της Εθνικής Οδού ..., (στο τμήμα αυτής της οδού μεταξύ του χωριού ... και της πόλης Καρδίτσας), με κατεύθυνση από το χωριό ... τόπο κατοικίας αυτού, προς την πόλη της Καρδίτσας. Στο ως άνω όχημα επέβαινε η ανήλικη (τότε) θυγατέρα του οδηγού, Μ. - Ε. Ε., μαθήτρια γυμνασίου. Κατά την ίδια ημέρα και ώρα η Κ. Δ. του Α., σύζυγος Θ. Κ., οδηγούσε το Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής BMW, το οποίο ανήκε στην κυριότητά της και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", και έβαινε επί της ανωτέρω Εθνικής Οδού ..., στο τμήμα αυτής μεταξύ Καρδίτσας και Αρτεσιανού, με κατεύθυνση από Καρδίτσα προς Τρίκαλα και με προορισμό το χωριό ... όπου εργαζόταν ως εκπαιδευτικός. Κατά τον ανωτέρω χρόνο το οδόστρωμα της εθνικής οδού στο ανωτέρω τμήμα της ήταν υγρό εξαιτίας ψιλής βροχής, όπως αναγράφεται στην από 28.03.2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, και, συνεπώς, ολισθηρό, αλλά η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Στο ανωτέρω τμήμα της η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, διαθέτει μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και το πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 7,70 μέτρα. Στη χιλιομετρική θέση 40,500 της ανωτέρω οδού, το οποίο κείται μεταξύ Καρδίτσας και Αρτεσιανού το όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο οδηγούσε η Κ. Δ., εξήλθε από τη λωρίδα κυκλοφορίας του και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης, όπου έβαινε κανονικά το όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο οδηγούσε ο Η. Ε., γεγονός που είχε ως συνέπεια να συγκρουστούν με σφοδρότητα τα ανωτέρω δύο οχήματα, να τραυματιστούν θανάσιμα οι οδηγοί τους, να τραυματιστεί σοβαρά η ανήλικη επιβάτιδα του 1ου επίδικου οχήματος, Μ. - Ε., και να υποστούν αμφότερα τα οχήματα εκτεταμένες υλικές ζημίες. Στη διάρκεια της δίκης δεν αποδείχθηκε ότι αμέσως προηγουμένως, πριν συμβεί το ανωτέρω ατύχημα, ο Η. Ε. πραγματοποίησε εσφαλμένο οδικό ελιγμό προς τα αριστερά, γεγονός που φέρεται (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων της 1ης ένδικης αγωγής, Θ. Κ. και λοιπών) ότι είχε ως συνέπεια να προκληθεί ανησυχία στην Κ. Δ. και να εισέλθει αυτή με το όχημά της στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης, ώστε να αποφύγει έτσι τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται (κατά την κρίση του Δικαστηρίου) σε αποκλειστική υπαιτιότητα της Κ. Δ., η οποία, ενεργώντας αμελώς, δηλαδή χωρίς την αναγκαία προσοχή που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση, ώστε να ασκεί διαρκώς τον έλεγχο του οχήματός της και να είναι διαρκώς σε θέση να πραγματοποιεί τους απαιτούμενους κάθε φορά οδικούς ελιγμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός της με ορθό τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη της τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας που επικρατούσαν κατ’ εκείνη την ώρα στην ανωτέρω εθνική οδό. Όπως αποδείχθηκε, η Κ. Δ. έβαινε κατά τη στιγμή του ατυχήματος με το όχημά της με ταχύτητα 100 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα, ήτοι με ταχύτητα σχεδόν διπλάσια από τη μέγιστη επιτρεπτή ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεδομένου ότι στο τμήμα της οδού όπου έβαινε, υπήρχε τοποθετημένη ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32, (η οποία σημαίνει ότι "η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό", ήτοι, στην επίδικη υπόθεση, στον αριθμό 50), και εισερχόταν σε κατοικημένη περιοχή, με συνέπεια να παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 16 § 4, 19 §§ 1-2-3, 20 § 1, του ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας". Η αυξημένη ταχύτητα, με την οποία έβαινε η Κ. Δ. με το όχημά της, είχε ως αποτέλεσμα να χάσει αυτή τον έλεγχο του οχήματός της, να εξέλθει το όχημα από την πορεία του προς τα αριστερά, να διασχίσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης, με συνέπεια να προκληθεί σφοδρότατη πρόσκρουση του οχήματός της πάνω στο όχημα που οδηγούσε ο Η. Ε.. Όλα τα ευρήματα του επίδικου τροχαίου ατυχήματος (νερά και λάδια οχημάτων, θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων οχημάτων), βρέθηκαν στη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου έβαινε ο Η. Ε.. Μέσα στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας βρέθηκαν, επίσης, διακεκομμένες χαραγές από εξαρτήματα οχημάτων πάνω στο οδόστρωμα, συνολικού μήκους 1,85 μέτρων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, αν η σύγκρουση των δύο επίδικων οχημάτων είχε συμβεί κοντά στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, τέτοια ευρήματα θα βρίσκονταν μέσα σε αμφότερες τις λωρίδες κυκλοφορίας της οδού. Μετά την πρόκληση του ατυχήματος το όχημα που οδηγούσε ο Η. Ε., βρέθηκε ακινητοποιημένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του στη λωρίδα της κυκλοφορίας του, σχεδόν κάθετα πάνω στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, και όχι στη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου έβαινε προηγουμένως η Κ. Δ.. Περαιτέρω, αν τυχόν η Κ. Δ. είχε αντιληφθεί ότι το όχημα του Η. Ε. εισήλθε στη δική της λωρίδα κυκλοφορίας, (γεγονός, βέβαια, που δεν γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ως αληθές), όφειλε να επιχειρήσει να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα δεξιά ως προς την αρχική πορεία της και όχι προς τα αριστερά, ήτοι προς τη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου έβαινε το όχημα του Η. Ε..
Συνεπώς, οι αντίστοιχοι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγόντων συζύγου και συγγενών της Κ. Δ. αξιολογούνται ως αβάσιμοι, γεγονός που καθιστά ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή τους (1η ένδικη αγωγή με ημερομηνία 18.02.2009 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85/20.02.2009). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, (ήτοι ότι η Κ. Δ. υπήρξε αποκλειστικά υπαίτια ως προς την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και ότι η 1η ένδικη αγωγή του συζύγου της και των συγγενών της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη), δεν έσφαλε, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη των αντίστοιχων λόγων έφεσης, ήτοι των λόγων έφεσης... με αριθμούς 1, 2, 3 και 4 της ένδικης έφεσης υπό στοιχείο Γ". Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες έκρινε ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Δ., συνιστάμενη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαίτια συμπεριφορά της ως άνω οδηγού και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Η. Ε. που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμέλειας) διατάξεων και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο περιλαμβάνει επαρκή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού Κ. Δ. στην πρόκληση του ατυχήματος αφού αναφέρεται στην απόφασή του ότι: α) το όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο οδηγούσε η Κ. Δ., εξήλθε από τη λωρίδα κυκλοφορίας του και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης, όπου έβαινε κανονικά το όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο οδηγούσε ο Η. Ε., γεγονός που είχε ως συνέπεια να συγκρουστούν με σφοδρότητα τα ανωτέρω δύο οχήματα, να τραυματιστούν θανάσιμα οι οδηγοί τους, να τραυματιστεί σοβαρά η ανήλικη επιβάτιδα του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου Μ. - Ε., και να υποστούν αμφότερα τα οχήματα εκτεταμένες υλικές ζημίες, β) η Κ. Δ. έβαινε κατά τη στιγμή του ατυχήματος με το όχημά της με ταχύτητα 100 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα, ήτοι με ταχύτητα σχεδόν διπλάσια από τη μέγιστη επιτρεπτή ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, την οποία δεν ρύθμισε με ορθό τρόπο λαμβάνοντας υπόψη της τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας που επικρατούσαν κατ’ εκείνη την ώρα στην ανωτέρω εθνική οδό (οδόστρωμα υγρό εξαιτίας ψιλής βροχής, όπως αναγράφεται στην από 28.03.2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, και, συνεπώς, ολισθηρό) και γ) η αυξημένη ταχύτητα, με την οποία έβαινε η Κ. Δ. με το όχημά της, είχε ως αποτέλεσμα να χάσει αυτή τον έλεγχο του οχήματός της, να εξέλθει το όχημα από την πορεία του προς τα αριστερά, να διασχίσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης, με συνέπεια να προκληθεί σφοδρότατη πρόσκρουση του οχήματός της πάνω στο όχημα που οδηγούσε ο Η. Ε.. Επίσης, ως προς τη συμπεριφορά του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου Η. Ε., αναφέρεται: α) ότι ο οδηγός αυτός έβαινε κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του όταν το όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο οδηγούσε η Κ. Δ., εξήλθε από τη λωρίδα κυκλοφορίας του και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης σε σχέση προς την πορεία της κατεύθυνσης, γεγονός που είχε ως συνέπεια να συγκρουστούν με σφοδρότητα τα ανωτέρω δύο οχήματα, με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν, β) ότι δεν γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ως αποδειχθέν ότι το όχημα του Η. Ε. αμέσως πριν από τη σύγκρουση πραγματοποίησε εσφαλμένο οδικό ελιγμό προς τα αριστερά, γεγονός που είχε ως συνέπεια να προκληθεί ανησυχία στην Κ. Δ. και να εισέλθει αυτή με το όχημά της στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης, ώστε να αποφύγει έτσι τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και γ) ότι η σύγκρουση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων δεν συνέβη κοντά στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος. Εξάλλου, οι αιτιάσεις για ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης που συνίστανται στο ότι α) δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Η. Ε., β) η ακριβής θέση του σημείου σύγκρουσης και γ) η απόσταση του σημείου σύγκρουσης από τη διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, αβασίμως προβάλλονται, και δεν δημιουργούν έλλειψη ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας της κρίσεως του Εφετείου, εφόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες καλύπτονται επαρκώς με την αναφορά ότι πριν από την είσοδο του οδηγούμενου από την Κ. Δ. αυτοκινήτου στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία της ρεύμα πορείας της ως άνω οδού, το αυτοκίνητο του Η. Ε. κινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, ότι όλα τα ευρήματα του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, (νερά και λάδια οχημάτων, θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων οχημάτων), βρέθηκαν στη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου έβαινε ο Η. Ε. και ότι μέσα στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας βρέθηκαν, επίσης, διακεκομμένες χαραγές από εξαρτήματα οχημάτων πάνω στο οδόστρωμα, συνολικού μήκους 1,85 μέτρων, ότι η σύγκρουση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων δεν συνέβη κοντά στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, αλλά στη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου έβαινε ο Η. Ε. και ότι το όχημα της Κ. Δ., λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία κινείτο και της απώλειας του ελέγχου τούτου απ’ αυτή, διέσχισε τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης. Τέλος, καθόσον αφορά στην επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης για το λόγο ότι δεν αναφέρεται σ’ αυτή αν υπήρχε δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού, η διεύθυνση και ο χώρος του ελιγμού, στον οποίο θα μπορούσε και έπρεπε να προβεί ο εν λόγω οδηγός αυτοκινήτου και αυτή αβασίμως προβάλλεται, εφόσον με δεδομένες τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η οδηγός Κ. Δ., κινούμενη με ταχύτητα 100 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα, χωρίς ν’ ασκεί τον έλεγχο του οχήματός της και ενώ το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό εξαιτίας ψιλής βροχής, εισήλθε στο αντίθετο προς την πορεία της ρεύμα πορείας της οδού σαφώς συνάγεται ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο εν λόγω οδηγός δεν είχε το χρονικό περιθώριο και τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως τέτοιου ελιγμού, ανεξαρτήτως του ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτοί προέβαλαν με την αγωγή τους κατά της τότε εναγομένης με αυτή και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας τέτοιο ισχυρισμό. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρον 390 του ίδιου Κώδικα "Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων αυτών προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες από το δεύτερο από τα παραπάνω άρθρα γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν υπό τις αναφερόμενες από το άρθρο αυτό προϋποθέσεις δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που ρυθμίζεται "ειδικά" και που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ως δικαστικό τεκμήριο) και η μνεία ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα", καλύπτει και αυτές και συνεπώς η παράλειψη ιδιαίτερης μνείας τους στην απόφαση δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8, 12/05, 848/81), εφόσον από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι όντως λήφθηκαν αυτά υπόψη και δεν καταλείπονται αμφιβολίες, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι αποκλειστικά υπαίτια της ένδικης σύγκρουσης ήταν η οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Δ. και ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Η. Ε., χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει, εφ’ όσον δεν μνημονεύει ιδιαιτέρως αυτή, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, την πληρούσα τους όρους του άρθρου 390 ΚΠολΔ γνωμοδότηση - ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη (τεχνική έκθεση ανάλυσης - ψηφιακής αναπαράστασης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος), με ημερομηνία 15-9-2008, που συνέταξε μετά από αίτησή τους, ο πραγματογνώμονας Δ. Κ., με ημερομηνία 15-9-2008, και αφορούσε τη μεταξύ των διαδίκων από την άσκηση της ένδικης αγωγής εκκρεμή δίκη, την οποία (ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη) είχαν προσκομίσει με επίκληση στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Εφετείου, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος, οι διαπιστώσεις της οποίας σε σχέση με τις συνθήκες αυτές είναι εκ διαμέτρου αντίθετες σε σχέση με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο το περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την ως άνω γνωμοδότηση του έχοντος ειδικές γνώσεις πραγματογνώμονος Δ. Κ., το περιεχόμενο της οποίας, άλλωστε, παρατίθεται αυτούσιο στην ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, την οποία ως συνιστώσα έγγραφο και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει ιδιαιτέρως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 211/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ