408/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 408 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2011
Legislator headnote
AI generated408/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 408 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 408 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Ά. Μ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Παπαβλασόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4255/2006 μη οριστική και 744/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3111/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσίβλητη με την από 28/11/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 17/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων και ανταποδείξεως, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου. Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προτείνει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο των πρακτικών ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου με αριθμό 4255/2006 με την παραδοχή ότι δεν είχε υποβληθεί παραδεκτώς η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση και αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ. Ο λόγος κατά το ανωτέρω μέρος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, το δικαστήριο δε, η απόφαση του οποίου προσβάλλεται με αίτηση αναίρεσης, πρέπει να είχε από το νόμο υποχρέωση να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 παράγραφος 1 εδ α' "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών", ενώ κατά το εδ β' του ίδιου άρθρου "αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α) .... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 681Α, 666, 670 έως 676 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση της ασφάλισής του, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως γενόμενο κατά τη συζήτηση, σημειώνεται στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με την κατά την αναιρεσείουσα προβολή της ένστασης για παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη και αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ: "η σχετική ένσταση παραγραφής των αξιώσεων της παθούσας για χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρον 931 και 932 ΑΚ είναι πρωτίστως απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι αυτή δεν έχει προβληθεί πρωτόδικα με δήλωση στο ακροατήριο κατά την πρώτη συζήτηση (βλ. σχετ. τα με αριθμό 4255/2006 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου)". Από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της 2-2-2006 (4255/2006) μετά την οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα απόφαση για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι στην πρώτη σελίδα έχει καταγραφεί ότι η εναγομένη προέβαλε τις ενστάσεις που αναγράφονται στη δεύτερη (2) σελίδα, στην οποία καταγράφεται η προβολή "1) ένσταση διετούς παραγραφής αξιώσεων δαπανών οικιακής βοηθού ως εις τας προτάσεις μας", δεν έχει δηλαδή καταχωρηθεί στα πρακτικά συνοπτική διατύπωση ένστασης για παραγραφή και των ανωτέρω αξιώσεων. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προτάσεων που η αναιρεσείουσα υπέβαλε κατά την ανωτέρω συνεδρίαση και του δικογράφου της έφεσής της, προκύπτει ότι ούτε εκεί γίνεται επίκληση παραγραφής και των προαναφερόμενων αξιώσεων, αλλά απλώς αναπτύσσεται η ένσταση μόνο καθόσον αφορά την αξίωση αποζημίωσης για απασχόληση οικιακής βοηθού. Το Εφετείο, επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται στις ανωτέρω αξιώσεις, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο είναι αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια για την αξίωση της αναιρεσίβλητης που αναφέρεται στην αποζημίωση για την απασχόληση οικιακής βοηθού είναι αλυσιτελής διότι η ένσταση κατά της αξίωσης αυτής έχει απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Ο βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά τη διάταξη αυτή εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, και β) από την κατ' άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με την αξίωση της παθούσας αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 ΑΚ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τις με αριθμούς 3741/1996 και 92/1999 τελεσίδικες αποφάσεις, που εκδόθηκαν επί των από 8-5-95 και 22-7-97 προηγούμενων αγωγών, έχει κριθεί τελεσίδικα ότι στις 16-2-1995 προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Π. Λ., ασφαλισμένου στην εταιρεία Εθνική ΑΕΕΓΑ, κατά το οποίο, προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός της Α. Μ., η οποία υπέστη υποκεφαλικό κάταγμα τριών τμημάτων του άνω πέρατος δεξιού βραχιονίου, νοσηλεύτηκε από 9-3-1995 έως 18-3-1995, υποβλήθηκε σε εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκες και βίδες. Με την 3741/1996 παραπάνω απόφαση επιδικάσθηκαν στην παθούσα 1.467,35 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, κατ' άρθρον 932 ΑΚ. Με την με αριθμό 92/1999 παραπάνω απόφαση κρίθηκε ότι η παθούσα εισήχθη στο νοσοκομείο στις 13-3-1997 παρέμεινε ως 24-3-1997, λόγω δυσκαμψίας χειρός, υποβλήθηκε σε χειρουργική κινητοποίηση της αρθρώσεως, εισήχθη εκ νέου στο νοσοκομείο στις 15-5-1997, λόγω χαλαρώσεως βίδας οστεοσυνθέσεως, υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση για αλλαγή βίδας, εξήλθε στις 19-5-1997, έκτοτε και μέχρι 10-7-97 μετέβη κατ' επανάληψη στο νοσοκομείο για παρακολούθηση της υγείας της, της επιδικάσθηκε δε πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρον 932 ΑΚ εκ 880,41 ευρώ. Με την με αριθμό 2519/2002 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, επί τρίτης αγωγής, κρίθηκε ότι η παθούσα μετά τις 22-7-1997 παρουσίασε επιδείνωση της υγείας της, και ειδικότερα πώρωση πέρατος άνω άκρου δεξιού βραχιονίου, εισήχθη στις 13-5-1999 στο νοσοκομείο Πατρών, υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση (οστεοσύνθεση) με μοσχεύματα και εξήλθε στις 19-5-99, επιδικάσθηκε δε πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, εκ 1.173,88 ευρώ. Στο από 7-12-99 πιστοποιητικό του νοσοκομείου Πατρών αναφέρεται ότι η παθούσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, η μετεγχειρητική πορεία είναι ομαλή και συστήθηκε επανέλεγχος μετά από μία εβδομάδα. Στη συνέχεια όμως η κατάσταση της υγείας της παθούσας επιδεινώθηκε στην δε ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε με την με αριθμό απόφαση 4255/2006 του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της ένδικης αγωγής, αναφέρεται ότι η παθούσα παρουσιάζει ήδη ψευδάρθρωση του υποκεφαλικού κατάγματος βραχιονίου οστού, πλήρη κατάργηση ενεργητικών κινήσεων της δεξιάς κάτω αρθρώσεως, πλήρη αδυναμία απαγωγής-προσαγωγής- εμπρόσθιας και οπίσθιας κάμψης έσω και έξω στροφής βραχιονίου (αιωρούμενος ώμος), με τη λειτουργικότητα του δεξιού άνω άκρου, η κατάσταση της υγείας της επιβάλλει να βρίσκεται σε τακτική ιατρική παρακολούθηση (κλινικό-αιματολογικό και απεικονιστικό έλεγχο) κάθε έξη μήνες, καθόσον η τυχόν επιδείνωση της υγείας της είναι αναμενόμενη και δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί επαρκώς. Τα παραπάνω μεταγενέστερα γεγονότα της υγείας της παθούσας δεν αναφέρονται και δεν λήφθηκαν υπόψη στη με αριθμό 2519/2002 τελευταία απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, και επομένως, συντρέχει λόγος επιδικάσεως στην παθούσα μεταγενέστερης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρον 932 ΑΚ, ........... Η παραπάνω μόνιμη κατάσταση της υγείας της παθούσας, που προκλήθηκε από το ατύχημα, που δεν μπορεί να βελτιωθεί, αφού δεν επιδέχεται νέας χειρουργικής επεμβάσεως, όπως αυτό βεβαιώνεται στην ιατρική πραγματογνωμοσύνη θα επιφέρει στην παθούσα, ηλικίας 74 ετών, σοβαρές επιπτώσεις στον τρόπο ζωής της, στις καθημερινές ενασχολήσεις και στην αυτοεξυπηρέτησή της, γεγονότα, που θα έχουν δυσμενείς επιδράσεις στην εν γένει κοινωνική εξέλιξή της και συντρέχει επομένως λόγος καταβολής αποζημιώσεως κατ' άρθρον 931 ΑΚ, που πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως του ατυχήματος, του βαθμού υπαιτιότητας του οδηγού στο ατύχημα, της εν γένει καταστάσεως της υγείας της παθούσας, συνεπεία του ατυχήματος, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως αυτής (η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική), να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ και δεν ήταν αναγκαίο να διαπιστωθεί ότι η παθούσα είχε υποστεί και περιουσιακή ζημία, ανεξαρτήτως του ότι γίνεται και τέτοια διαπίστωση από την προσβαλλόμενη, αφού η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι ανεξάρτητη από την αξίωση του άρθρου 929 ΑΚ, καθώς και από την αξίωση από το άρθρο 932 ΑΚ. Περαιτέρω το Εφετείο κατά την επιδίκαση της προαναφερόμενη αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έτσι ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την εφαρμογή της. Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης επομένως, με τον οποίο προσάπτονται στην απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ είναι αβάσιμος.
IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997). Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν μπορεί να θεμελιωθεί, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικά με τον λόγο της έφεσής της με τον οποίο επανέφερε τον ισχυρισμό της για αοριστία της αγωγής. Από τον προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω λόγο έφεσης και τον απέρριψε και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ούτε και στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπέπεσε το Εφετείο, διότι ο χρόνος γνώσης των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, οι οποίες ήταν απρόβλεπτες και για τις οποίες αρχίζει νέα αυτοτελής παραγραφή, δεν είναι στοιχείο της αγωγής, αλλά της ένστασης παραγραφής, και ειδικότερα ο εναγόμενος που προτείνει την ένσταση παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης οφείλει να αποδείξει πότε ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση (ΑΠ 940/2001).
Συνεπώς το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος και κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια.
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και κα καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρία, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2009 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική ΑΕΕΓΑ" για αναίρεση της 3111/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25-11-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18-03-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ