Legislator Case Law & Legislation
408/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment on interest capitalization rules under Law 2601/1998.

Case Number 408/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek Tourism Organization against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court had ordered the defendants to pay loan amounts with interest capitalization based on Law 2601/1998, which applies automatically when no agreement exists. The court ruled that the appeal was unfounded because the appellate court correctly applied the statutory provisions regarding interest capitalization.

Legislator headnote

AI generated

Art. 12 of Law 2601/1998; Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure: When no agreement on interest capitalization exists, interest on overdue payments is automatically capitalized semi-annually, and the Supreme Court rejects appeals based on the lack of retroactive effect of such provisions.

Keywords

AI generated
interest capitalization Law 2601/1998 overdue payments automatic capitalization retroactive effect banking dispute supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 12 of Law 2601/1998
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 182(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 408 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαρινίδη.

Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΕΤΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Τσικρικά και Κυριακή Δεληγκάρη-Ντεγιάννη. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Θέρετρα ΑΕ", που εδρεύει στον Δήμο Λαυρεωτικής Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Βγόντζα. Υπερ του ήδη αναιρεσείοντος και κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8366/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8008/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων επί της οποίας εκδόθηκε η 1004/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλε την συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα-αναιρεσίβηλτη με την από 19-11-2008 κλήση της. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 7-9-2009 αίτηση παρέμβαση της προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε τις από 6-9-2007 και 12-10-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 8008/2005 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης-καλούσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 8008/05 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών τυγχάνει παραδεκτή, ασκηθείσα από τον 2ο εναγόμενο - αναιρεσείοντα, κατά της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και μη απευθυνθείσα και κατά της 1ης εναγομένης ομοδίκου του Α.Ε. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΡΕΤΡΑ", μεταξύ των οποίων υπάρχει αναγκαστική ομοδικία (εγγυητής και πρωτοφειλέτιδα) γιατί το ένδικο μέσο που ασκείται από τον ένα από τους αναγκαστικούς ομοδίκους δεν είναι αναγκαίο να στρέφεται και κατά του αναγκαστικού ομοδίκου του υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη εις βάρος του ασκούντος το ένδικο μέσο και περαιτέρω παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση με την από 19-11-08 κλήση της αναιρεσίβλητης, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1004/08 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως μέχρι να συνταχθεί και κατατεθεί από τον Εισηγητή έκθεση επί του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, η οποία ήδη συντάχθηκε και κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου.

ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ στην οποία ορίζεται ότι "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος έχει δικαίωμα ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό" προκύπτει ότι προϋπόθεση για το παραδεκτό της ασκήσεως πρόσθετης παρεμβάσεως αποτελεί η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου, την οποία δεν έχει αυτός που κατά οποιονδήποτε τρόπο μετείχε ως διάδικος σε στάδια προηγούμενης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως παρενέβη υπέρ του αναιρεσείοντος, προσθέτως, η ΑΕ με την επωνυμία "Ελληνικά Θέρετρα ΑΕ", η οποία όμως υπήρξε διάδικος, ως 1η εναγομένη στη δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ασκήθηκε απαραδέκτως και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέα.

ΕΠΕΙΔΗ από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αριθ. 4 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (Ολ.ΑΠ 293/1981). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Εξ άλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες υπήχθησαν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είναι και οι διαφορές από διοικητικές συμβάσεις. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν.1406/1983 προβλέπεται ο χρόνος από του οποίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι οριζόμενες στο άρθρο 1 αυτού του νόμου διαφορές, μεταξύ των οποίων και εκείνες που ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση της διοικητικής συμβάσεως και σε οποιαδήποτε παρεπόμενη αξίωση εκ της συμβάσεως αυτής.

Είναι δε συμβάσεις διοικητικές εκείνες στις οποίες το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την ικανοποίηση αναγκών της δημόσιας υπηρεσίας ή του ΝΠΔΔ, που αναφέρονται στην άσκηση δραστηριότητας γενικού συμφέροντος ή κοινής ωφέλειας, το δε Δημόσιο ή ΝΠΔΔ είτε βάσει του νομοθετικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες περιλαμβάνονται στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει με τον συμβατικό δεσμό που συνάπτεται κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.

Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 17-7-1997 αγωγής της, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), εκθέτει σ' αυτή τα εξής: Ότι στις 18.1.1972 και 27.11.1973 συνήψε με την πρώτη εναγομένη, ΑΕ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΡΕΤΡΑ ΑΕ", τις υπ' αριθ. 4784 και 5132 συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου, για την εξυπηρέτηση των οποίων ετηρούντο στο κατάστημά της οι ...

και ... λογαριασμοί, ότι τα δάνεια χορηγήθηκαν σ' αυτή προς το σκοπό της αντιμετώπισης της απαιτηθησομένης δαπάνης, για την υπ' αυτής ολοκλήρωση της ανεγέρσεως τουριστικού συγκροτήματος στις ..., σε έκταση που εκμισθώθηκε από τον 2ο εναγόμενο Ε.Ο.Τ. στον ... δυνάμει της από 8.7.1979 συμβάσεως μισθώσεως, στα δε δικαιώματα και υποχρεώσεις του εν λόγω μισθωτού υπεισήλθε η από τον άνω ...

και άλλους συσταθείσα προς τον σκοπό αυτόν 1η εναγόμενη εταιρεία, η οποία και κατέστη μισθώτρια, ότι στις εν λόγω συμβάσεις συνεβλήθη ο δεύτερος εναγόμενος (ΕΟΤ) ως εγγυητής - αυτοφειλέτης, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό ήθελε αναγνωρίσει ως οφειλόμενο η πρωτοφειλέτιδα (πρώτη εναγομένη), ότι η τελευταία, μετά τις από 21.2.1992 επιστολές της, αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τα κατά την 15.12.1991 χρεωστικά σε βάρος της υπόλοιπα, που ανέρχονταν σε 66.996.549 και 26.642.514 δρχ.

αντίστοιχα ότι, λόγω αδυναμίας της πρωτοφειλέτιδας να εξοφλήσει τα ως άνω υπόλοιπα, δέχθηκε η ενάγουσα της εξόφλησης αυτών εντός τριετίας, μετά την έγγραφη προς τούτο συναίνεση του εγγυητή Ε.Ο.Τ., ότι στις 9.6.1994 λόγω της μη καταβολής των δύο πρώτων δόσεων, κατήγγειλε τις πιο πάνω συμβάσεις και μετέφερε τις οφειλές που ανέρχονταν σε 148.943.659 και 59.230.448 δρχ., αντίστοιχα, στην οριστική καθυστέρηση και ανοίχθηκαν οι λογαριασμοί ...

και ... και ότι, αν και γνωστοποίησε στους εναγομένους τα ως άνω χρεωστικά υπόλοιπα, οι τελευταίοι αρνούνται να τα καταβάλουν. Ζήτησε δε με αυτή (αγωγή) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η προκείμενη υπόθεση, λόγω του ως άνω αντικειμένου της, δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας προερχόμενη από διοικητική σύμβαση, αλλά απορρέει από έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου (έριδα των διαδίκων ως προς την καταβολή των υπολοίπων των άνω δανείων) και ως εκ τούτου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Επί πλέον, με το άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή περιέχει επαρκώς όλα τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Επομένως, οι 1ος και 2ο; λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθ. 4 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής και παρά τον νόμο δεν απέρριψε αυτή ως αόριστη, είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας δε δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, στο άρθρο 30 παρ. 1 του Ν.2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001, ορίσθηκε ότι "1.

Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών έχουν κλείσει οριστικά ή αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 15.4.1998, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων.......προσαυξανομένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτερο όριο....", ενώ στην παρ. 9 του ίδιου ως άνω άρθρου (30) ορίσθηκε ότι "δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου α)....., β)......, γ) οφειλές εκ πρωτοφειλής ή εξ εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή τον ....ΟΑΕ.

Με την εν λόγω ρύθμιση επιχειρήθηκε, σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου, η αντιμετώπιση του μεγάλου κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος της υπέρμετρης επιβαρύνσεως, από τραπεζικό δανεισμό, πολλών δανειοληπτών, ιδίως εμπόρων, βιοτεχνών, επαγγελματιών και εταιρειών, γιαυτό περιορίσθηκε μόνο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα και εξαιρέθηκε ρητά το Δημόσιο και το ΝΠΔΔ, είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση.

Εξάλλου, με το άρθρο 12 του Ν.2636/1998 ιδρύθηκε ΑΕ με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ", η οποία με το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν.2837/2000 μετονομάσθηκε σε "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα" ΑΕ, στην οποία ανατέθηκε κατ' άρθρο 13 παρ.6 Ν.2636/1988 η διοίκηση και διαχείριση των εις αυτό αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων και επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, ενώ με το άρθρο 23 του εν λόγω νόμου, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το Ν.2837/2000, ορίσθηκε α) ποιές οφειλές αναλαμβάνει να εξοφλήσει η ιδρυθείσα ως άνω ΑΕ, από αυτές που είχαν δημιουργηθεί από τις εκμεταλλεύσεις των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., των οποίων η διοίκηση και διαχείριση ανατέθηκε σ' εκείνη (ΑΕ), β) ποιές απαιτήσεις του ΕΟΤ, από περιουσιακά στοιχεία και επιχειρηματικές μονάδες του, εκχωρούνται αυτοδικαίως στην τελευταία και γ) ποιές εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από την ως άνω ΑΕ στο όνομα και για λογαριασμό της.

Ειδικότερα, στο άρθρο 23 του Ν.2636/1998 στο οποίο προστέθηκαν οι παράγραφοι 6, 7, 8, και 9, με το Ν.2837/2000, ορίζονται τα εξής: ......6. Οποιαδήποτε οφειλή του ΕΟΤ προς το Δημόσιο, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς Κύριας και Επικουρικής Ασφαλίσεως, ΝΠΔΔ και Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας που έχει δημιουργηθεί από τις εκμεταλλεύσεις των επιχειρηματικών μονάδων, αναλαμβάνεται και εξοφλείται από την εταιρεία (ΑΕ Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα). 7.

Απαιτήσεις του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) από περιουσιακά στοιχεία και επιχειρηματικές μονάδες του ΕΟΤ των οποίων η διοίκηση και διαχείριση έχει ανατεθεί στην Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 6 του Ν.2636/1998 ανεξάρτητα από το χρόνο γενέσεως αυτών, εκχωρούνται αυτοδικαίως στην Α.Ε.

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ. 8. Εκκρεμείς δίκες για τις απαιτήσεις αυτές συνεχίζονται από την εταιρεία στο όνομα και για λογαριασμό της". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η ΑΕ Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα αναδέθηκε το χρέος του ΕΟΤ, που είχε δημιουργηθεί από τις εκμεταλλεύσεις των επιχειρηματικών μονάδων, μόνο έναντι των ρητά αναφερομένων (άρθρο 23 παρ. 6) νομικών προσώπων (Δημοσίου και ΝΠΔΔ), ενώ, αντίθετα, εκχωρήθηκαν αυτοδικαίως σ' εκείνη (ΑΕ) οι απαιτήσεις του ΕΟΤ από περιουσιακά στοιχεία και επιχειρηματικές μονάδες, η διοίκηση και διαχείριση των οποίων ανατέθηκε σ' αυτή, ανεξάρτητα από το χρόνο γενέσεώς τους, ως προς τις οποίες και μόνον (εκχωρηθείσες απαιτήσεις) συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες στο όνομα και για λογαριασμό της, υποκαθιστάμενη στη θέση του αρχικού ενάγοντος (ΕΟΤ), λόγω της ειδικής ως άνω διαδοχής, όχι δε και για τις οφειλές του ΕΟΤ, που είχαν δημιουργηθεί από τις εκμεταλλεύσεις των άνω επιχειρηματικών μονάδων, προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποίαν οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πραγματικές σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 11/2003).

Εν προκειμένω, ο 2ος εναγόμενος (αναιρεσείων), προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίσθηκε με το εφετήριο 1) ότι οι οφειλές προς την ενάγουσα για τις οποίες εγγυήθηκε, υπήχθησαν στη ρύθμιση του άρθρου 30 Ν. 2789/00, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/01, και ότι το ποσό της συνολική οφειλής των 806.000.000 δρχ της πρωτοφειλέτιδος, με τη ρύθμιση, περιορίσθηκε στο ποσό των 207.047.421 δρχ, το οποίο και κατέβαλε η πρωτοφειλέτιδα ΑΕ με την επωνυμία "Ελληνικά Θέρετρα ΑΕ" (1η εναγομένη) και έτσι εξοφλήθηκε η ένδικη απαίτηση και η ανηγείσα με την κρινόμενη αγωγή δίκη στερείται αντικειμένου και πρέπει να καταργηθεί, 2) ότι δεν εξαιρούνται από τη ρύθμιση οι οφειλές του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ από εγγύηση, γιατί αν αυτός (ΕΟΤ) καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο, αφαιρουμένου του ποσού που καταβλήθηκε από την πρωτοφειλέτιδα με τη ρύθμιση, το ποσό αυτό θα μετακυληθεί πάλι στην πρωτοφειλέτιδα, σύμφωνα με το άρθρο 858 ΑΚ και έτσι αναιρείται ο σκοπός του νόμου, 3) ότι με τη ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 9 του Ν. 2189/2000 εισάγεται άνιση μεταχείριση σε βάρος του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, ως εγγυητών σε σχέση με τους πρωτοφειλέτες των δανείων, με αποτέλεσμα η ευθύνη τους έναντι του δανειστή να είναι μεγαλύτερη σε σχέση με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη και 4) ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν εφαρμόζεται το άρθρο 30 παρ. 9 περ.

γ του Ν. 2789/00, διότι την ένδικη οφειλή για την οποία έχει εγγυηθεί ο ΕΟΤ (ΝΠΔΔ) την έχει αναλάβει αυτοδικαίως η ΑΕ με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα" που είναι ΝΠΙΔ και, ως ειδικός διάδοχος, συνεχίζει τη δίκη στη θέση εκείνου. Το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, απέρριψε τους άνω ισχυρισμούς ως νόμω αβάσιμους, δεχθέ ότι :

α) ναι μεν έγινε η ως άνω ρύθμιση η οποία είναι υποχρεωτική για τις Τράπεζες, μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης (ΝΠΙΔ), πλην όμως η ρύθμιση αυτή δεν καταλαμβάνει και τον αναιρεσείοντα ΕΟΤ που είναι ΝΠΔΔ, αφού εξαιρέθηκαν ρητά από αυτή (ρύθμιση) οι οφειλές του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, είτε προέρχονται από πρωτοφειλή ή εγγύηση, και άρα στην κρινόμενη υπόθεση ο εγγυητής ΕΟΤ εξακολουθεί να ευθύνεται για το υπόλοιπο της οφειλής, κατά το άρθρο 30 παρ. 9 περ.

γ' Ν.2789/00, η παράγραφος δε αυτή δεν τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν. 2912/01, β) η διάταξη με την οποία εξαιρούνται από τη ρύθμιση το Δημόσιο και το ΝΠΔΔ είναι ρητή, ειδική και σαφής, από δε το άρθρο 858 ΑΚ προκύπτει ότι ο εγγυητής ο οποίος ικανοποίησε το δανειστή δικαιούται να στραφεί με αγωγή κατά του πρωτοφειλέτη και να ζητήσει να του πληρώσει το ποσό που κατέβαλε στον δανειστή, μόνο αν έχει δικαίωμα αναγωγής κατ' αυτού, δηλαδή εφόσον μεταξύ αυτού και του πρωτοφειλέτη υφίσταται έννομη σχέση, η οποία παρέχει σ' αυτόν σχετικό δικαίωμα, εν προκειμένω όμως ο αναιρεσείων ΕΟΤ δεν επικαλείται ότι μεταξύ αυτού και της πρωτοφειλέτιδος (1ης εναγομένης) υπάρχει έννομη σχέση η οποία του παρέχει το δικαίωμα να στραφεί αναγωγικώς κατ' αυτής, σε περίπτωση ικανοποίησης της ενάγουσας, γ) η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 30 παρ. 9 Ν. 2789/00 ως προς το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ για τη ρύθμιση των οφειλών των δανειοληπτών δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας του νόμου έναντι των πολιτών.

Ειδικότερα, με την θέσπιση της ως άνω εξαιρέσεως (άρθρο 30 παρ. 9 περ. γ' Ν.2189/2000) δεν εισάγεται άνιση μεταχείριση του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ ως εγγυητών, αφού αυτή (εξαίρεση) δεν περιορίζεται μόνο στην ευθύνη των ως άνω νομικών προσώπων ως εγγυητών, αλλά επεκτείνεται και στην ευθύνη αυτών ως πρωτοφειλετών, και ως εκ τούτου είτε πρωτοφειλέτης είτε εγγυητής είναι το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, η ευθύνη παραμένει η ίδια και δεν μεταβάλλεται με την ως άνω ρύθμιση.

Ούτε η άνω εξαίρεση αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος, αφού με αυτή ουδείς περιορισμός επιβάλλεται στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητος του ατόμου, καθώς και στη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, ούτε ακόμη (αντίκειται) στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αφού με την εν λόγω εξαίρεση δεν θίγονται προστατευόμενα περιουσιακά δικαιώματα και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα του Δημοσίου και του ΝΠΔΔ και δ) για την ένδικη οφειλή εξακολουθεί να ευθύνεται ο ΕΟΤ που είναι ΝΠΔΔ και όχι η ως άνω ανώνυμη εταιρεία στην οποία εκχωρήθηκαν μόνον αξιώσεις και για τις οποίες και μόνο συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες στο όνομα και για λογαριασμό της, ενώ οι οφειλές, πλην των ρητά αναφερόμενων περιπτώσεων του άρθρου 43 παρ. 6 Ν. 2636/98, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2837/2000, για τις οποίες δεν πρόκειται στην κρινόμενη υπόθεση, εξακολουθούν να βαρύνουν τον ΕΟΤ ο οποίος και εξακολουθεί να νομιμοποιείται για τη συνέχιση και περαίωση των εκκρεμών δικών.

Με τις εκτεθείσες κρίσεις του, το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, τις προαναφερθείσες διατάξεις και επομένως οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντες 3ος, 4ος και 5ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ στο άρθρο 12 του Ν. 2601/1998 που ισχύει από 15-4-98 (άρθρο 20 αυτού) ορίζονται τα ακόλουθα: 1ο. Από την ισχύ του παρόντος νόμου οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα και καθυστερούμενοι τόκοι ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο, είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείου είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισ. Ν.ΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ και του Εισαγωγικού Νόμου αυτού. 2ο. Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν.

Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατά ελάχιστο όριο. 3ο. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1083/1980, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως την παρ. 3, σε συνδυασμό με την παρ. 2, προκύπτει ότι, επί προϋφιστάμενων του Ν. 2601/1998 συμβάσεων δανείων, που έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός των καθυστερουμένων τόκων ανά εξάμηνο κατά ελάχιστο όριο.

Τούτο αναφέρεται και στην Εισηγητική έκθεση του νόμου επί του άρθρου 12, όπου ειδικότερα σημειώνεται ότι "προκύπτει συνεπώς ότι με τις προτεινόμενες διατάξεις αντιμετωπίζεται συνολικά το θέμα του ανατοκισμού των με καθυστέρηση τόκων, που οφείλονται σε Τράπεζες κατατίθεται τέρμα στις υπερβολές που παρατηρήθηκαν, λαμβανομένων όμως υπόψη και των μέχρι σήμερα ισχυόντων, αλλά και των όσων εδέχοντο τα δικαστήρια πριν από την τελευταία απόφαση του Αρείου Πάγου (δηλ των όσων αντιθέτων εδέχοντο πριν από τις αποφάσεις 8 και 9 της ΟλΑΠ).

Τέλος, κατά την παρ. 7 του ίδιου άρθρου η ισχύς των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (15-4-1998), ενώ με το ίδιο άρθρο (παρ. 5 β') καταργήθηκε ρητά η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 8 του Ν. 1083/1980. Περαιτέρω, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ) μπορεί να συντελεσθεί με την εφαρμογή διατάξεων που δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν, με τη μη εφαρμογή διατάξεων που έπρεπε να εφαρμοσθούν, καθώς και με την εσφαλμένη εφαρμογή τους.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, καταδίκασε τον 2ο εναγόμενο (αναιρεσείοντα) και την 1η εναγομένη ΑΕ με την επωνυμία "Ελληνικά Θέρετρα" να καταβάλουν στην ενάγουσα ( αναιρεσίβλητη), τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά δανείων, οι συμβάσεις των οποίων είχαν καταγγελθεί από τη δημοσίευση του Ν. 2601/98, με το ανώτατο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας από 8-6-1994 και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του πραναφερθέντος άρθρου 12 του Ν. 2601/1998, επειδή δεν υπήρχε συμφωνία περί ανατοκισμού.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ο εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 6ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι εσφαλμένα υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει τόκους επί τόκων από χρόνο πέραν της ισχύος του εν λόγω νόμου που δεν έχει αναδρομική δύναμη, είναι αβάσιμος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του (αναιρεσίβλητη) κατά το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ). Παρά όμως το σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης έστω και αν αυτή νίκησε δεν πρέπει να επιδικασθούν δικαστικά έξοδα υπέρ αυτής και σε βάρος της προσθέτως παρεμβάσης υπέρ του αναιρεσείοντος, εφ' όσον η πρώτη (αναιρεσίβλητη) δεν υποβλήθηκε σε κάποια πρόσθετη εξ αιτίας της παρέμβασης δαπάνη (άρθρ. 183 και 182 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση.

Απορρίπτει την από 20-4-2006 αίτηση του Ε.Ο.Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 8008/05 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την από 7-9-09 πρόσθετη παρέμβαση . Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ