Legislator Case Law & Legislation
408/2009 AI generated

408/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 408/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

408/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στις πιο πάνω ερμηνευτικές αρχές για να ανεύρει την αληθινή βούληση των μερών ή να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογής τους, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 408 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αιτούσας την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Αθηναϊκή Χαρτοποιία Ανώνυμος Εταιρία", η οποία εδρεύει στον ..., και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κυριακίδη.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: 1. Ψ1, κατοίκου ... και 2. ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΥΡΑ Ανώνυμος Εταιρία Διοίκησης και Διαχείρισης Επιχειρήσεων" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νομίμως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιος δικηγόρους τους: α) Ευθύμιο Καυκόπουλο και β) Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Ο Ιωάννης Καραγκούνης ανακάλεσε την από 24-10-2008 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι όπως δήλωσε δεν έχει ενημερωθεί επί της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-9-2002 και 11-9-2002 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16167/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 949/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2007 αίτησή της, με την από 4-11-2008 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση καθώς και με τους από 26-2-2008 και 30-6-2008 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 19-7-2007 αίτηση και οι από 30-6-2008 πρόσθετοι λόγοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αθηναϊκή Χαρτοποιία Ανώνυμος Εταιρία", για αναίρεση της 949/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι γενικοί κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βούλησης των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο διέγνωσε, έστω και έμμεσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων.

Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στις πιο πάνω ερμηνευτικές αρχές για να ανεύρει την αληθινή βούληση των μερών ή να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογής τους, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων.

Εξάλλου, έμμεση διάγνωση από το δικαστήριο κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει όταν αυτό, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της σύμβασης, λαμβάνει υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως με συσχετισμό του επίμαχου όρου της σύμβασης με άλλους όρους της ίδιας σύμβασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, αναφορικά με τις ένδικες, με αριθ.

καταθ. 32456/2002 και 32457/2002, αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη αναιρεσείουσας, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Η εναγομένη, κυρία του περιγραφόμενου στην απόφαση ακινήτου, 95 στρεμμάτων με τα σ' αυτό οικοδομήματα, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ... και ήταν βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης ποσού 2.934.702,80 ευρώ, υπέρ της εταιρίας "ΚΟΡΙΜΠΕΚΣ Α.Ε." και το οποίο είχε προσφέρει προς πώληση στο καταναλωτικό κοινό από το καλοκαίρι του 2001, προσυμφώνησε με τον πρώτο ενάγοντα, επιχειρηματία, και πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της δεύτερης ενάγουσας, που συστάθηκε νόμιμα τον μήνα Ιούνιο του 2002, με το ...

συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα σ' αυτόν, ή καθ' υπόδειξή του στη δεύτερη ενάγουσα, αντί τιμήματος 2.943.506,96 ευρώ, έναντι του οποίου ο πρώτος ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη, κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, το ποσό των 586.940,57 ευρώ.

Το υπόλοιπο τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής: α) 997.798,97 ευρώ με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, που θα γινόταν σε πρώτη ζήτηση του αγοραστή, αφού προηγουμένως η πωλήτρια θα περιόριζε, με δαπάνες και φροντίδα της, το βάρος της προσημείωσης από το ποσό των 2.934.702,80 ευρώ στο ποσό του 1.000.000 ευρώ και όχι αργότερα του ενός μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης.

β) Το υπόλοιπο ποσό του 1.358.767,62 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 15 συνεχείς μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες οι πρώτες 14, ποσού 93.910,49 ευρώ, και η τελευταία 44.020,54 ευρώ. Από τις δόσεις αυτές, η πρώτη θα καταβάλλονταν μετά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, την 30η ημέρα μετά την ολική άρση της προσημείωσης, και οι επόμενες την αντίστοιχη ημέρα των μηνών που θα ακολουθούσαν.

Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής καθεμίας των 15 δόσεων και ύστερα από 30 ημέρες καθυστέρησης από την κάθε μία, οι παραπάνω δόσεις καθίσταντο ληξιπρόθεσμες και η πωλήτρια είχε το δικαίωμα να επιδιώξει άμεσα την είσπραξή τους σε βάρος της περιουσίας του αγοραστή με τίτλο εκτελεστό το προσύμφωνο. Με το ίδιο προσύμφωνο συμφωνήθηκε, επίσης, ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφόταν όποτε το ζητούσε ο αγοραστής, επ' ονόματί του ή επ' ονόματι της δεύτερης ενάγουσας, ακόμη και πριν την εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος.

Στον αγοραστή παρασχέθηκε, με ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα, το δικαίωμα να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 235 ΑΚ, που θα ίσχυε και στην περίπτωση λύσης ή πτώχευσης της πωλήτριας, αφού προηγουμένως ο αγοραστής την καλούσε εγγράφως 3 ημέρες πριν τη σύνταξή του και η τελευταία αρνιόταν να προσέλθει και υπό τον όρο, ότι σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί ολοσχερώς το τίμημα, θα τίθενται σε εφαρμογή οι όροι του προσυμφώνου, δηλαδή, ότι το τίμημα θα εισπράττεται με τίτλο εκτελεστό το προσύμφωνο.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που η πωλήτρια δεν προέβαινε σε περιορισμό της προσημείωσης, ο αγοραστής θα είχε τη δυνατότητα να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος, για λογαριασμό της πωλήτριας, προς την υπέρ ης η προσημείωση υποθήκης "ΚΟΡΙΜΠΕΚΣ Α.Ε." και να προβεί στην εκτέλεση του προσυμφώνου με αυτοσύμβαση.

Ακόμη δόθηκε στον αγοραστή ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα (ατομικά ή ως εκπρόσωπος της δεύτερης ενάγουσας) να υπογράψει με αυτοσύμβαση τη συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης του τιμήματος, εφόσον προηγούνταν (μετά την εξόφληση) έγγραφη, προ 3 ημερών, πρόσκληση της πωλήτριας και η τελευταία δεν εμφανιζόταν ή αρνιόταν να υπογράψει.

Συμφωνήθηκε, ακόμη, για την περίπτωση που το οριστικό συμβόλαιο υπογραφόταν μετά την εξόφληση του τιμήματος, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να καταρτισθεί τούτο με αυτοσύμβαση, αποτελεί η προσκόμιση και επισύναψη των αποδείξεων, γραμματίων σύστασης παρακαταθήκης ή των παραστατικών τράπεζας, από τα οποία θα αποδεικνυόταν η πλήρης εξόφληση.

Η πωλήτρια αναγνώρισε, με το προσύμφωνο, ότι κανένας κίνδυνος δεν απειλεί τα συμφέροντά της με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, ότι τούτο δικαιολογείται από την καλή συναλλακτική πίστη και ήθη και ότι η με τέτοιο τρόπο υπογραφή του οριστικού συμβολαίου θα γίνει αποκλειστικά και μόνο για να εκπληρωθεί η υποχρέωση που αναλαμβάνει η πωλήτρια εταιρία με το προσύμφωνο απέναντι στον αγοραστή.

Επιπροσθέτως συμφωνήθηκε, ότι η πωλήτρια θα παρέμενε στο ακίνητο μέχρι την 30-12-2002, χωρίς αντάλλαγμα, σε περίπτωση δε που δεν παρέδιδε το πωλούμενο την ανωτέρω ημερομηνία, ο αγοραστής είχε το δικαίωμα να την αποβάλει, με τίτλο εκτελεστό το προσύμφωνο, ενώ για κάθε ημέρα που η πωλήτρια θα παρέμενε στο πωλούμενο ακίνητο μετά την ανωτέρω ημερομηνία, συμφωνήθηκε να καταβάλλει στον αγοραστή, ως ποινική ρήτρα, το ποσό του 1.000.000 ευρώ.

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο, ότι ο πρώτος ενάγων, με την προοπτική της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, ολοκλήρωσε τη διαδικασία σύστασης της δεύτερης ενάγουσας και κατέβαλε το μετοχικό της κεφάλαιο, ύψους 2.000.000 ευρώ, Η εναγομένη, που προέβη στον περιορισμό της προσημείωσης, στις 9-7-2002, έχοντας λάβει στο μεταξύ δάνειο ύψους 18.000.000 ευρώ, μετέβαλε γνώμη για την πώληση του ακινήτου της.

Έτσι, στις 21-8-2002, με την από 20-8-2002 εξώδικη δήλωση που επέδωσε στον πρώτο ενάγοντα, του δήλωσε ότι για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου τάχθηκε με το προσύμφωνο αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης, που έγινε στις 9-7-2002 (χωρίς ωστόσο να επικαλείται προγενέστερο, εντός του διαστήματος αυτού, συγκεκριμένο τρόπο και χρόνο γνωστοποίησης στον ενάγοντα ατομικώς του παραπάνω γεγονότος), θεωρεί πως έπαυσε να ισχύει το προσύμφωνο και του δήλωνε, ότι εξαιτίας της υπερημερίας του (χωρίς να επικαλείται τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά τα άρθρα 383, 385 ΑΚ), υπαναχωρεί και του προσφέρει το ποσό των 586.940, 57 ευρώ, που έλαβε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου.

Ο ενάγων, υπερασπιζόμενος την ισχύ του προσυμφώνου, αρνήθηκε να εισπράξει το ποσό αυτό, με το δε από 28-8-2002 εξώδικό τους, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 30-8-2002, οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για την ανωτέρω ενέργεια εκείνης και την κάλεσαν να συμπράξει για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση άρνησής ή μη εμφάνισής της θα προχωρούσαν στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, με αυτοσύμβαση.

Η εναγομένη, με την από 30-8-2002 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες στις 2-9-2002, ενέμεινε στην άποψή της, ότι με το προσύμφωνο είχε προβλεφθεί πως η παρέλευση μήνα από το περιορισμό της προσημείωσης, χωρίς την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, επέφερε την ανατροπή του προσυμφώνου και τους καλούσε να της γνωστοποιήσουν τραπεζικό λογαριασμό του προς απόδοση της ληφθείσας προκαταβολής.

Συγχρόνως, την ίδια ημέρα, με την ... πράξη της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα και εντολή που είχε χορηγήσει με το ... προσύμφωνο στον πρώτο ενάγοντα και στη δεύτερη ενάγουσα προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου, με αυτοσύμβαση, επικαλούμενη ότι "επήλθε ανατροπή του προσυμφώνου διότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση που είχε τεθεί με αυτό περί κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου εντός μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης λόγω αδιαφορίας του αγοραστή παρά τις οχλήσεις της και εντεύθεν δεν υφίσταται πλέον ο λόγος για τον οποίο παρασχέθηκε η σχετική πληρεξουσιότητα και εντολή".

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ο ισχυρισμός της εναγομένης για ύπαρξη διαλυτικής προθεσμίας, η παρέλευση της οποίας επέφερε την ανατροπή του προσυμφώνου, δεν αποδείχθηκε. Από την επισκόπηση του περιεχομένου του ... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, με το οποίο καθορίζονται και ρυθμίζονται λεπτομερώς τόσο οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όσο και οι συνέπειες της μη τήρησής τους, σαφώς προκύπτει, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι τούτο δεν περιέχει οποιαδήποτε διαλυτική προθεσμία.

Αντίθετα, ρητώς διαλαμβάνεται, ότι το οριστικό συμβόλαιο θα καταρτιστεί σε πρώτη ζήτηση του αγοραστή, ακόμη και πριν την εξόφληση του τιμήματος, χορηγώντας το δικαίωμα ανέκκλητης πληρεξουσιότητας προς αυτοσύμβαση και προβλέποντας υποχρέωση παράδοσης του ακινήτου σε συγκεκριμένο χρόνο από την εναγομένη.

Εξάλλου, από το περιεχόμενο του παραπάνω προσυμφώνου και τη ρητή διατύπωσή του, η οποία δεν καταλείπει καμία αμφιβολία ως προς τις συνέπειες που επέρχονται, όπου τα μέρη όρισαν υποχρεώσεις προς παροχή σε συγκεκριμένο χρόνο, κατά τα προεκτεθέντα, σαφώς προκύπτει, ότι δεν πρόκειται ούτε για σύμβαση ακριβόχρονης εκπλήρωσης.

Η προθεσμία δε που έχει τεθεί "όχι αργότερα από την πάροδο μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης από το ποσό των 2.934.702,80 € σε αυτό του 1.000.000 €" σκοπεί να προστατεύσει μόνο τα δικαιώματα του αγοραστή (και όχι "του πωλητή", όπως από κατάδηλη παραδρομή αναφέρεται στην απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από τις παραδοχές της που ακολουθούν) "...

ο οποίος και μόνο μπορεί να την επικαλεστεί. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από κανένα όρο του άνω προσυμφώνου, και τούτο διότι ο αγοραστής είχε δικαίωμα να προβεί στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, με αυτοσύμβαση, ακόμη και στην περίπτωση που ο πωλητής δεν προέβαινε στον περιορισμό της προσημείωσης ...".

Δέχθηκε, τέλος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι το προσύμφωνο που κατάρτισαν οι διάδικοι είναι ενεργό και τους δεσμεύει, συνακόλουθα η εναγομένη οφείλει, σε εκτέλεση αυτού, να εκπληρώσει την υποχρέωση που ανέλαβε με αυτό, να πωλήσει και να μεταβιβάσει την κυριότητα του ακινήτου της στους ενάγοντες, και, εφόσον αρνείται να πράξει τούτο, πρέπει να καταδικαστεί στη σχετική δήλωση βουλήσεως, οι δε τελευταίοι να καταβάλουν το τίμημα που συμφωνήθηκε, ότι η ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα που χορηγήθηκε από την εναγομένη στους ενάγοντες, για την κατάρτιση της ανωτέρω οριστικής σύμβασης, αποσκοπούσε στην παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος των εναγόντων και ότι, συνεπώς, η δήλωση ανάκλησης που έγινε από την εναγομένη, χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου προς τούτο λόγου, στερείται εννόμου αποτελέσματος και δεν έθιξε την εξουσία των εναγόντων να πωλήσουν και μεταβιβάσουν το ακίνητο με αυτοσύμβαση, ως πληρεξούσιοι και εντολοδόχοι της εναγομένης.

Με βάση τα περιστατικά αυτά έκανε δεκτές τις ένδικες αγωγές, αναγνώρισε ως άκυρη την από μέρους της εναγομένης ανάκληση της ανωτέρω εντολής και πληρεξουσιότητας και καταδίκασε την εν λόγω διάδικο σε δήλωση βουλήσεως περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως του προαναφερθέντος ακινήτου στους ενάγοντες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν δέχτηκε, ούτε έμμεσα ούτε σιωπηρά, ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις πιο πάνω δηλώσεις των συμβαλλομένων αναφορικά με τον όρο της σύμβασης "και όχι αργότερα του ενός μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης", για τον οποίο δέχθηκε, χωρίς να προσφύγει σε κανένα άλλο στοιχείο, εκτός από το γράμμα του όρου αυτού της σύμβασης, για την ανεύρεση της βούλησής τους, ότι η προθεσμία αυτή σκοπεί να προστατεύσει μόνο τα δικαιώματα του αγοραστή ο οποίος και μόνο μπορεί να την επικαλεστεί.

Δεν συνήγαγε δε ερμηνευτικώς, το Δικαστήριο της ουσίας, το είδος της προθεσμίας που περιέχει ο όρος αυτός της σύμβασης και ειδικότερα ότι αυτή δεν είναι διαλυτική, καθόσον η παραδοχή του για το είδος της προθεσμίας είναι σαφής και στηρίζεται στο γράμμα της σύμβασης, η δε περαιτέρω παραδοχή του, ότι το επίμαχο προσύμφωνο δεν περιέχει καμία διαλυτική προθεσμία, στηρίχθηκε αποκλειστικώς, σύμφωνα με τις παραδοχές του, στην επισκόπηση του γράμματος του προσυμφώνου, για το οποίο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι είναι σαφές, και όχι σε συσχετισμό με άλλους όρους της σύμβασης, όπως εκείνους με τους οποίους ορίσθηκε, ότι το οριστικό συμβόλαιο θα καταρτισθεί σε πρώτη ζήτηση του αγοραστή, ακόμη και πριν την εξόφληση του τιμήματος, τους οποίους επικαλέσθηκε το Εφετείο, μόνο προς επισήμανση του προστατευτικού τους για τον αγοραστή σκοπού και όχι για τον προσδιορισμό, με ερμηνεία, της φύσης της ανωτέρω προθεσμίας.

Έτσι δεν υπήρξε καμιά ανάγκη ούτε αιτία προσφυγής στις αρχές των πιο πάνω διατάξεων για να ερμηνεύσει το σαφές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, περιεχόμενο της επίμαχης σύμβασης πώλησης, ως προς τον ανωτέρω όρο. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τη διαπίστωση κενού στον ανωτέρω όρο, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχτηκε, ούτε έμμεσα ούτε σιωπηρά, ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις προαναφερθείσες δηλώσεις των συμβαλλομένων αναφορικά με την αναληφθείσα, με το ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, υποχρέωση της εναγομένης να πωλήσει και μεταβιβάσει το ακίνητο στους ενάγοντες, αλλά δέχθηκε, χωρίς να προσφύγει σε κανένα άλλο στοιχείο, εκτός από το γράμμα των όρων της σύμβασης, ότι με το προσύμφωνο αυτό, η εναγομένη συμφώνησε, με τον πρώτο ενάγοντα, να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα το επίδικο ακίνητο σ' αυτόν, ή καθ' υπόδειξή του, στη δεύτερη ενάγουσα, και ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφόταν όποτε το ζητούσε ο αγοραστής επ' ονόματί του ή επ' ονόματι της δεύτερης ενάγουσας.

Επομένως, δεν συνήγαγε ερμηνευτικώς ότι η αναληφθείσα ανωτέρω υποχρέωση της εναγομένης συνίστατο στην πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου σε αμφότερους τους ενάγοντες, αλλά ότι η υποχρέωση αυτή συνίστατο στην πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου σε οποιονδήποτε των εναγόντων, κατ' επιλογή του πρώτου εξ αυτών, όπως, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου που εκτίθενται στη δεύτερη σκέψη της πληττόμενης απόφασης, ιστορούσαν οι ενάγοντες με τις ένδικες αγωγές τους, με τη δεύτερη των οποίων ζητούσαν τη μεταβίβαση του ακινήτου σε αμφότερους.

Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράλειψης προσφυγής στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173, 200 ΑΚ για να ανεύρει την αληθινή βούληση των μερών ως προς το σημείο αυτό της δικαιοπραξίας ή να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογής τους, ο δε δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρ 559 αριθ 1, 19 ΚΠολΔ, που περιέχεται στο από 30-6-2008 δικόγραφο, όπως εκτιμάται, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ενάντια, είναι αβάσιμος.

Ωσαύτως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να καταδικάσει την εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως, περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως στους ενάγοντες του επίδικου ακινήτου, σε εκτέλεση του ... προσυμφώνου, δεν διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αντιφατικές διατάξεις, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή αυτής, ο δε περί τουναντίου ίδιος δεύτερος πρόσθετος λόγος, δεύτερο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρ 559 αριθ 17 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Αβάσιμος, επίσης είναι ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.9 ΚΠολΔ, που περιέχεται στο από 26-2-2008 δικόγραφο, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο, που καταδίκασε την εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως του προαναφερθέντος ακινήτου στους ενάγοντες, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε με την αγωγή, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, με τη δεύτερη των ένδικων αγωγών ζητήθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου σε αμφότερους τους ενάγοντες.

Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος, για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του ... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αναφορικά με το ζήτημα του προσδιορισμού των δικαιούχων στους οποίους η εναγομένη παρέσχε εντολή και πληρεξουσιότητα να την αντιπροσωπεύσουν και να καταρτίσουν, με αυτοσύμβαση, το οριστικό συμβόλαιο, καθόσον στο ανωτέρω προσύμφωνο αναφέρονται ως δικαιούχοι είτε ο πρώτος είτε η δεύτερη των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και όχι αμφότεροι, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, η παραδοχή του Εφετείου, ως προς τα πρόσωπα των ανωτέρω δικαιούχων , δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, ήτοι σε λανθασμένη ανάγνωση του ανωτέρω προσυμφώνου, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο εκτιμήθηκε ως αποδεικτικό μέσο, όπως πράγματι ήταν, για την αλήθεια του ανωτέρω γεγονότος, προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο αυτό.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 401 ΑΚ, αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί αποκλειστικά σε ορισμένο χρόνο ή αποκλειστικά μέσα σε ορισμένη προθεσμία, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει για μόνη την καθυστέρηση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του οφειλέτη.

Αν ο δανειστής προτιμά την απαίτηση της παροχής, οφείλει να το ανακοινώσει αμέσως στον οφειλέτη, αλλιώς δεν έχει την απαίτηση αυτή. Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι, "από το περιεχόμενο του παραπάνω προσυμφώνου και τη ρητή διατύπωσή του, η οποία δεν καταλείπει καμία αμφιβολία ως προς τις συνέπειες που επέρχονται, όπου τα μέρη όρισαν υποχρεώσεις προς παροχή σε συγκεκριμένο χρόνο, κατά τα προεκτεθέντα, σαφώς προκύπτει, ότι δεν πρόκειται ούτε για σύμβαση ακριβόχρονης εκπλήρωσης ...

η προθεσμία δε που έχει τεθεί "όχι αργότερα από την πάροδο μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης από το ποσό των 2.934.702,80 € σε αυτό του 1.000.000 €" σκοπεί να προστατεύσει μόνο τα δικαιώματα του αγοραστή, ο οποίος και μόνο μπορεί να την επικαλεστεί. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από κανένα όρο του άνω προσυμφώνου, και τούτο διότι ο αγοραστής είχε δικαίωμα να προβεί στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, με αυτοσύμβαση, ακόμη και στην περίπτωση που ο πωλητής δεν προέβαινε στον περιορισμό της προσημείωσης", διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, του είδους της επίδικης σύμβασης, για την οποία δέχθηκε ότι δεν ήταν σύμβαση ακριβόχρονης εκπλήρωσης, η δε προθεσμία που έχει τεθεί "όχι αργότερα από την πάροδο μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης από το ποσό των 2.934.702,80 €" σε αυτό του 1.000.000 € σκοπεί να προστατεύσει μόνο τα δικαιώματα του πωλητή, ο οποίος και μόνο μπορεί να την επικαλεστεί, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 401 ΑΚ, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, δεν συνέτρεχαν οι προς εφαρμογή αυτής όροι, και την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, από το άρθρ.559 αριθ. 1α και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει.

Επειδή, για την ίδρυση του από το άρθρ. 559 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, εφόσον για την εφαρμογή του νόμου απαιτείται η υποβολή στο δικαστήριο της ουσίας αίτησης , πρέπει η αίτηση αυτή να έχει υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, για την ίδρυση του από τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση αναφορικά με ένσταση του αναιρεσείοντος, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ένστασή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.1α και 19 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της παραβίασης του άρθρου 279 ΑΚ, περί αποσβεστικής προθεσμίας, καθώς και της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι, ενώ η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε, με τις προτάσεις της ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας, ότι η προθεσμία που τάχθηκε με το ...

συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, για σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, "όχι αργότερα του ενός μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης" ήταν αποσβεστική και ότι αυτή παρήλθε άπρακτη, στις 9-8-2002, με συνέπεια την απόσβεση του δικαιώματος των εναγόντων για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, ούτε διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, καμία αιτιολογία για το ζήτημα αυτό.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης προϋποθέτει, για το παραδεκτό του, να έχει προταθεί, από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, στο δικαστήριο της ουσίας το γεγονός που συνιστά προϋπόθεση της εφαρμογής του ανωτέρω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ότι η ανωτέρω προθεσμία, που τάχθηκε με το ... προσύμφωνο ήταν αποσβεστική και ότι αυτή παρήλθε άπρακτη με συνέπεια την απόσβεση του ως άνω δικαιώματος των εναγόντων.

Από την επισκόπηση όμως των από 19-12-2006 (σελ.2, 11, 12, 13) προτάσεων της εναγομένης, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι η εν λόγω διάδικος δεν προέβαλε την ένσταση αυτή από τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ, αλλά, ισχυριζόμενη ότι η ανωτέρω προθεσμία είχε διαλυτικό χαρακτήρα, προέβαλε την από το άρθρο 210 ΑΚ ένσταση, η οποία και απορρίφθηκε ως αβάσιμη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Με την ίδια αιτιολογία πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, οι λόγοι αναίρεσης έκτος, δεύτερο και πρώτο μέρος, από το άρθρ.559 αριθ. 8β και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους προβάλλεται, ότι το Εφετείο, α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας, ότι ο υπογράψας, για λογαριασμό της, το ...

προσύμφωνο, ήταν ειδικός αντιπρόσωπός, πληρεξούσιος και εντολοδόχος της και, συνεπώς, η περί πληρεξουσιότητας δήλωσή της για την υπογραφή του υπέκειτο στο συμβολαιογραφικό τύπο, διότι αφορούσε τη συνομολόγηση προσυμφώνου πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, και β) στέρησε από την πληττόμενη απόφασή του την αναγκαία νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα αυτό, για το οποίο δεν περιέλαβε καμία αιτιολογία.

Διότι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, προϋποθέτουν, για το παραδεκτό τους, να έχει προταθεί, από την ήδη αναιρεσείουσα, στο δικαστήριο της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, από δε την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών της εν λόγω διαδίκου προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε η ένσταση αυτή.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, αποδίδεται στο Εφετείο η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι απέρριψε, ως απαράδεκτο, τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης, περί έλλειψης της απαιτούμενης, από τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό αναίρεσης νομικές διατάξεις, τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ο οποίος υποβλήθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι ο ισχυρισμός αυτός υποβλήθηκε με την προσθήκη των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της αναιρεσείουσας και αφορούσε την έλλειψη εξουσίας αντιπροσώπευσης αυτής εκ μέρους του συμβληθέντος και υπογράψαντος για λογαριασμό της το άνω προσύμφωνο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των ανωτέρω, ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε από μέρους της ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός από μέρους αυτής Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ως πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τους ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσείουσας, ότι η προθεσμία, που τάχθηκε με το ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, για σύνταξη του οριστικού συμβολαίου "όχι αργότερα του ενός μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης" παρήλθε άπρακτη, στις 9-8-2002, εξαιτίας της αναφερόμενης στον λόγο αυτό υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόντων, οι οποίοι έτσι περιήλθαν σε υπερημερία, με συνέπεια η εναγομένη να υπαναχωρήσει από την επίδικη σύμβαση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι, από το ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, με το οποίο καθορίζονται και ρυθμίζονται λεπτομερώς τόσο οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όσο και οι συνέπειες της μη τήρησής τους, προκύπτει, ότι τούτο δεν περιέχει οποιαδήποτε διαλυτική προθεσμία, αλλά, αντίθετα, ρητώς διαλαμβάνει, ότι το οριστικό συμβόλαιο θα καταρτιστεί σε πρώτη ζήτηση του αγοραστή, ακόμη και πριν την εξόφληση του τιμήματος, χορηγώντας το δικαίωμα ανέκκλητης πληρεξουσιότητας προς αυτοσύμβαση και προβλέποντας υποχρέωση παράδοσης του ακινήτου σε συγκεκριμένο χρόνο από την εναγομένη, η δε προθεσμία που έχει τεθεί "όχι αργότερα από την πάροδο μηνός από τον περιορισμό της προσημείωσης από το ποσό των 2.934.702,80 € σε αυτό του 1.000.000 €" σκοπεί να προστατεύσει μόνο τα δικαιώματα του αγοραστή, ο οποίος και μόνο μπορεί να την επικαλεστεί και ότι, συνακόλουθα, η εναγομένη οφείλει, σε εκτέλεση αυτού, να εκπληρώσει την υποχρέωση που ανέλαβε με αυτό, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, εκ του πράγματος, ως αβάσιμοι.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 1, 19 ΚΠολΔ, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, αποδίδεται παραβίαση, ευθέως ή εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 383, 385 ΑΚ από το Εφετείο, το οποίο ενώ δέχθηκε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εναγομένης, περί υπερημερίας των εναγόντων, έκρινε, περαιτέρω ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των ανωτέρω άρθρων για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από την εναγομένη, χωρίς και να διαλαμβάνει αιτιολογίες στην απόφασή του για το ζήτημα αυτό.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι συνέτρεξε περίπτωση υπερημερίας των εναγόντων, ούτε απέρριψε ένσταση της εναγομένης περί υπαναχώρησής της από την επίδικη σύμβαση με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν προς τούτο οι προϋποθέσεις των άρθρων 383, 385 ΑΚ, αλλά, δέχθηκε, ότι η προθεσμία που τάχθηκε με το ...

συμβολαιογραφικό προσύμφωνο σκοπεί να προστατεύσει μόνο τα δικαιώματα του αγοραστή, ο οποίος μόνο μπορεί να την επικαλεσθεί και ότι η εναγομένη οφείλει, σε εκτέλεση αυτού να εκπληρώσει την υποχρέωσή της που ανέλαβε με αυτό, η δε αιτιολογία της απόφασης ότι η εναγομένη δήλωσε(προς τον συμβληθέντα με αυτήν πρώτο ενάγοντα) ότι εξαιτίας της υπερημερίας του υπαναχωρεί "(χωρίς να επικαλείται τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 383, 385 ΑΚ)" είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης.

Επειδή, συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, μετά δε την έκβαση αυτή της κύριας δίκης, πρέπει να απορριφθεί, ως άνευ αντικειμένου, η αίτηση της αναιρεσείουσας, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αθηναϊκή Χαρτοποιία Ανώνυμος Εταιρία", για αναίρεση της 949/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και την αίτηση της ίδιας διαδίκου, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ