Legislator Case Law & Legislation
408/2008 AI generated

408/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 408/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

408/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις της απόφασης, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης εκτός αν το πόρισμα δεν είναι σαφές και εντεύθεν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής τους που αποκλείει την εφαρμογή της.

Keywords

AI generated
cessation of gainful employment redundancy abandonment of employment inflicted job loss termination of benefits severance pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 408 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 408/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ1, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντώνιο Μαλεβίτη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "S & Β ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-2-2004 και 19-2-2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 735/2005 και 736/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1475/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2006 αίτησή της και τους από 14-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 13-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης, η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό της πόρισμα, στο οποίο η απόφαση στήριξε το νομικό συμπέρασμά της.

Ελλείψεις της απόφασης, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης εκτός αν το πόρισμα δεν είναι σαφές και εντεύθεν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής τους που αποκλείει την εφαρμογή της.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει τον χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιορισθεί με συμφωνία των μερών ή μη διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που λογίζεται ως μη γενομένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ.

Δεν θεωρείται όμως καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα - ενάγουσα προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη εταιρεία στις 3.5.1999 ως βοηθός λογιστή και άσκησε τα καθήκοντα αυτά μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2003, οπότε η εναγομένη τα αφαίρεσε, την κατέστησε απλή υπάλληλο, και στις 17.2.2004 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της.

Η απόλυση της ενάγουσας οφείλεται αποκλειστικά στην παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και ειδικότερα στη μη τήρηση του προβλεπόμενου από το νόμο οκταώρου εργασίας. Απουσίαζε αδικαιολόγητα από την υπηρεσία της και δεν χρησιμοποιούσε την κάρτα σήμανσης προσέλευσης και αποχώρησης από την εργασία της, προσέρχονταν και αποχωρούσε, οπότε εκείνη ήθελε, το δε έτος εργάστηκε περίπου το 1/3 του ωραρίου της.

Της είχαν γίνει επανειλημμένως συστάσεις και παρατηρήσεις από τους προϊσταμένους της, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έτσι στις 22.12.2003 της επιδόθηκε η από 15.12.2003 εξώδικη δήλωση της εναγομένης με την οποία την καλούσε να συμμορφωθεί προς τους συμβατικούς όρους και κυρίως με την τήρηση του ωραρίου της και την προειδοποίησε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης θα ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά της.

Η ενάγουσα δεν έδειξε προθυμία για συμμόρφωση, συνέχιζε την αντισυμβατική συμπεριφορά της και η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση. Η καταγγελία αυτή συνδέεται με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία συνιστά παράβαση των όρων εργασίας της και δεν οφείλεται στην άσκηση κατά της εναγομένης της από 2.2.2004 αγωγής της, αφού και στο παρελθόν η ενάγουσα είχε ασκήσει εναντίον της και άλλες αγωγές, χωρίς αυτή να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας δεν υπερβαίνει τα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και συνεπώς δεν ήταν καταχρηστική και άκυρη και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε τα αντίθετα, απέρριψε την από 19.2.2004 αγωγή, με την οποία η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας οφείλεται στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων, που αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, και όχι σε λόγους εκδίκησης, επειδή διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματα με την από 2.2.2004 αγωγή της, λόγω της αφαίρεσης των καθηκόντων της βοηθού λογιστή, που αποτελούσε βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας, αφού το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι η αναιρεσείουσα πλημμελώς ασκούσε τα καθήκοντά της και πριν και μετά το Σεπτέμβριο του έτους 2003, που της αφαιρέθηκαν τα ανωτέρω καθήκοντα.

Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς τις αδικαιολόγητες απουσίες της αναιρεσείουσας δεν απαιτούνταν να προσδιορίζονται αναλυτικά οι ημέρες της απουσίας της, ούτε δημιουργείται αντίφαση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λόγω των αδικαιολόγητων απουσιών της τον Ιανουάριο του έτους 2004 η αναιρεσίβλητη περιέκοψε από τις αποδοχές της το ποσό των 307,83 ευρώ για πρώτη φορά και ότι το έτος 2003 εργάστηκε στο 1/3 του νομίμου ωραρίου της.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζεται σε αυτόν και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή του αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 22.12.2003 εξώδικη απάντηση της αναιρεσείουσας στην από 15.12.2003 εξώδικη πρόσκληση της αναιρεσίβλητης, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε, χωρίς να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση αυτή δεν θεμελιώνει το λόγο αυτό της αναιρέσεως.

Με τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε την επόμενη ημέρα από την επίδοση της από 2.2.2004 αγωγής της και δεν οφείλονταν σε συνεχή παράβαση του ωραρίου εργασίας της, γιατί στην περίπτωση αυτή θα είχε απολυθεί μετά από έγγραφη προειδοποίηση χωρίς αποζημίωση.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεών της, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ήταν καταχρηστική και άκυρη. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η αναιρεσείουσα τον Ιανουάριο του έτους 2004, κατά διαστήματα, απουσίασε από την εργασία της και έτσι δεν της καταβλήθηκε από το μισθό της το ποσό των 307,83 ευρώ.

Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι είναι αληθινό το ανωτέρω πραγματικό περιστατικό, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.9.2006 αίτηση αναίρεσης και τους από 14.11.2007 προσθέτους λόγους της Χ1 για αναίρεση της 1475/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ