Legislator Case Law & Legislation
408/2007 AI generated

408/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 408/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 408 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 408/2007

Legislator headnote

AI generated

408/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 408 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 408/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 408 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 408/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Παπαγγελή.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βαρδάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 92/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 8 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομη και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο. Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται... ", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται... ". Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όπως ήδη έχει προεκτεθεί, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενόμενης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361. Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ' ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. 'Ετσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα. Κατά τις αρχές του έτους 1999 ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κορινθίας αίτηση για χορήγηση άδειας μηχανολογικής και κτιριακής εγκαταστάσεως οινοποιείου - εμφιαλωτηρίου στον ...... στην ίδια θέση όπου κατά τα προηγούμενα έτη λειτουργούσε από τον πατέρα του μικρή εγκατάσταση οινοποιείου. Με την .....απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας χορηγήθηκε στον ενάγοντα άδεια μηχανολογικής και κτιριακής εγκαταστάσεως οινοποιείου - εμφιαλωτηρίου στο δημοτικό διαμέρισμα ..... Ακολούθως με την ..... απόφαση της Διευθύνσεως Βιομηχανίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κορινθίας χορηγήθηκε σ' αυτόν άδεια λειτουργίας του πιο πάνω οινοποιείου του, μέγιστης δυναμικότητας 150 τόνων, αφού υποβλήθηκαν τα προβλεπόμενα από το νόμο πιστοποιητικά. Η εναγομένη, (ήδη αναιρεσίβλητη) η οποία έχει μόνιμη κατοικία με την οικογένειά της σε πολύ μικρή απόσταση (20 μέτρων περίπου) από το ως άνω οινοποιείο, κατά το χρονικό διάστημα από 21-9-1999 έως 4-8-1000 υπέβαλε προς τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και αρχές (Διεύθυνση Βιομηχανίας Κορινθίας, Διεύθυνση Υγείας και Πρόνοιας Κορινθίας, Δήμαρχο ..... , ΔΕΗ Κορίνθου, Πολεοδομία Κορίνθου, Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημοσίας Διοικήσεως - Δ.Ο.Υ. Κορίνθου) επανειλημμένες αναφορές και αιτήσεις, ζητώντας να πληροφορηθεί αν η επιχείρηση του ενάγοντος λειτουργούσε χωρίς νόμιμη άδεια και αναφέροντας ότι λόγω μη τηρήσεως των σχετικών αστυνομικών και υγειονομικών διατάξεων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες (ηχορύπανση, οχλήσεις) για την υγεία της, καθώς και ότι αυτός προβαίνει και σε παραβάσεις και άλλων διατάξεων. Όμως από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ουδόλως αποδείχθηκε ότι στις πιο πάνω αναφορές και αιτήσεις, περιέχονται αναληθείς ειδήσεις ή ψευδή γεγονότα, δεδομένου ότι κύριο αντικείμενό τους είναι η υποβολή αιτημάτων προς τις δημόσιες υπηρεσίες να προβούν σε έλεγχο, ενώ σε όσες περιπτώσεις αναφέρονται και σε γεγονότα, αυτά ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα και είναι αληθινά. Ειδικότερα, όσον αφορά στις από 21-9-1999, 28-9-1999 και 29-9-1999 αιτήσεις της εναγομένης προς τη Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κορινθίας, αποδεικνύεται, ότι κατά το χρόνο υποβολής τους, ο ενάγων δεν είχε λάβει ακόμη άδεια λειτουργίας του οινοποιείου του, την οποία τελικά έλαβε, κατά τα ως άνω, στις 5-10-1999. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται, από το ότι η πιο πάνω υπηρεσία σε έγγραφά της αναφέρει, ότι κατά τις αυτοψίες που διενεργήθηκαν δεν διαπιστώθηκε η λειτουργία του οινοποιείου, δεδομένου ότι οι σχετικοί έλεγχοι διενεργήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της υποβολής των αιτήσεων, κατά τον οποίο ο ενάγων κάθε φορά είχε προβεί σε προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχειρήσεώς του, ενώ αυτή λειτουργούσε κατά τους προαναφερόμενους χρόνους της υποβολής των αιτήσεων. Εξάλλου, όσον αφορά στις λοιπές αιτήσεις και αναφορές προς τις προαναφερόμενες υπηρεσίες, σχετικά με τη μη τήρηση από τον ενάγοντα των αστυνομικών και υγειονομικών διατάξεων, την παράνομη ηλεκτροδότηση της επιχείρησής του, την εκτέλεση μη προβλεπόμενων οικοδομικών εργασιών, καθώς και άλλες παραβάσεις, αποδεικνύεται ότι και αυτές περιέχουν αληθινά γεγονότα, αφού οι σχετικοί έλεγχοι και πάλι διενεργήθηκαν με αρκετή καθυστέρηση σε μεταγενέστερους χρόνους, κατά τους οποίους ο ενάγων είχε φροντίσει προσωρινά να συμμορφωθεί. Μετά την πιο πάνω αδράνεια των υπηρεσιών της διοίκησης να ελέγξουν τη νομιμότητα της λειτουργίας της επιχείρησης του ενάγοντος, η εναγομένη άσκησε την από 16-3-2000 αίτηση προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, για ακύρωση των προαναφερόμενων διοικητικών πράξεων. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 2133/26-6-2002 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκαν: α) η .... απόφαση του Υφυπουργού Αναπτύξεως, β) η .... απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, γ) η ..... άδεια μηχανολογικής και κτιριακής εγκαταστάσεως του Νομάρχη Κορινθίας και δ) η ..... άδεια λειτουργίας του Νομάρχη Κορινθίας, για το λόγο ότι ο ....., όπου ευρίσκεται το επίδικο οινοποιείο με μηχανολογική εγκατάσταση κινητηρίου δυνάμεως 96,40 ΗΡ, καθώς και η κατοικία της εναγομένης, αποτελούν οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 και οριοθετηθέντα με την ..... απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας και ισχύει γι' αυτόν το από 3-5-1985 προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ Δ΄ 181) για οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, σύμφωνα και με το .... έγγραφο της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κορινθίας. Με τα δεδομένα αυτά, δέχτηκε το Εφετείο, οι ως άνω προσβαλλόμενες πράξεις, με τις οποίες επιτρεπόταν η εγκατάσταση του επίδικου οινοποιείου εντός του παραπάνω οικισμού κρίθηκαν ως μη νόμιμες, ερειδόμενες επί ανίσχυρων διατάξεων και συνεπώς ακυρωτέες. Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, η εναγομένη ζήτησε από τη Διεύθυνση Βιομηχανίας Κορινθίας την εφαρμογή της και τη σφράγιση του οινοποιείου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και για έλλειψη άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας της μονάδας. Πλην όμως η πιο πάνω υπηρεσία αρνείτο αδικαιολόγητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα έτος τη συμμόρφωσή της, όπως επισημαίνεται και στο σχετικό ..... έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, τελικά δε προέβη στη σφράγιση αυτή στις 13-10-2003. Έτσι, με βάση τα προεκτιθέμενα, λόγω της αλήθειας των πιο πάνω γεγονότων, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης με τις παραπάνω αιτήσεις και αναφορές. Εξάλλου, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή μη των αναφερόμενων σ' αυτές γεγονότων, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε και η επικαλούμενη τέλεση από την εναγομένη της αξιόποινης πράξης της δυσφήμισης, αφού στην περίπτωση αυτή ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της αίρεται κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ, καθόσον αυτή έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματός της, που δεν είναι αντίθετο με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη και ειδικότερα για την προστασία του δικαιώματος υγείας και ησυχίας της. τα ως άνω δε εκτιθέμενα στις αιτήσεις και αναφορές της εναγομένης είχαν σχέση με τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από τη λειτουργία του οινοποιείου του ενάγοντος, χωρίς να υπερβαίνουν το προς τούτο αναγκαίο μέτρο. Επίσης, με βάση τα ως άνω εκτεθέντα, προέκυψε ότι η εναγομένη δεν είχε σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή δεν προκύπτει πρόθεση αυτής που να κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, χωρίς να προβεί στην κατάθεση σχετικών μηνύσεων, υπέβαλε τις πιο πάνω αιτήσεις και αναφορές, με λιτό και ουδέτερο περιεχόμενο, χωρίς να περιλαμβάνει σ' αυτές προσωπικούς χαρακτηρισμούς του ενάγοντος και όχι από λόγους προσωπικής αντιδικίας με αυτόν, ούτε με σκοπό να προκαλέσει την επαγγελματική καταστροφή τούτου, αλλά για να ενεργοποιήσει τις δημόσιες υπηρεσίες και αρχές να εξετάσουν το σύννομο της λειτουργίας του οινοποιείου του και να λάβουν μέτρα για την άρση των δυσμενών συνεπειών απ' αυτό (οχλήσεις από αναθυμιάσεις και ζυμώσεις του μούστου, μη αποχέτευση των λυμάτων, λειτουργία σε ώρες κοινής ησυχίας κλπ). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το ότι η εναγομένη, πριν την επέκταση του ως άνω οινοποιείου του ενάγοντος ως προς τη δυναμικότητά του το έτος 1999, οπότε και έγινε βιοτεχνία μεσαίας όχλησης, ουδέποτε είχε υποβάλει αναφορά ή καταγγελία κατά του πατέρα αυτού (ενάγοντος) για το μικρό οινοποιείο που λειτουργούσε για χρονικό διάστημα δέκα πέντε (15) περίπου ετών στην ίδια θέση. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της εναγομένης τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως ή άλλης συναφούς πράξεως σε βάρος του ενάγοντος. Επιπλέον, για τους ίδιους ως άνω λόγους δεν στοιχειοθετείται σε βάρος της εναγομένης ούτε και η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης λόγω ελλείψεως των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής. Περαιτέρω, ανεξάρτητα από την ποινική πλευρά της υποθέσεως, ως γενεσιουργό λόγο της επικαλούμενης υποχρέωσης της εναγομένης προς αποζημίωση του ενάγοντος, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη της πρώτης ούτε και κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 920 ΑΚ. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ως προς τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά της συντάκτου των αιτήσεων και αναφορών, αφού αυτές υποβλήθηκαν για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματός της, αλλά ούτε και υπαιτιότητα με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας, αφού περιέχουν αληθινά γεγονότα. Εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε πρόθεση της εναγομένης να ζημιώσει τον ενάγοντα είτε παράνομα (914 ΑΚ), είτε κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη (ΑΚ 919), δηλαδή ενεργώντας αντίθετα προς τις ιδέες που πρέπει να διέπουν κατά τη σύγχρονη γενική αντίληψη την κοινωνική συμπεριφορά του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ανθρώπου. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ισχυρίστηκε ή διέδωσε αναληθείς ειδήσεις, ούτε σε κάθε περίπτωση είχε τη γνώση ή την υπαίτια άγνοια που απαιτεί το άρθρο 920 ΑΚ ως προς την ενδεχόμενη αναλήθεια των αιτήσεων και αναφορών της. Τέλος, όσον αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προϋπόθεση της οποίας αποτελεί ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής τής προσωπικότητας και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του δράστη, πρέπει να σημειωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν προέκυψε η συνδρομή περιστατικών που να θεμελιώνουν τις ως άνω προϋποθέσεις και συνεπώς η επικαλούμενη από τον ενάγοντα οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητάς του δεν δημιουργεί αξίωση αποζημιώσεως. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, προβάλλοντας προσβολή της προσωπικότητάς του, συκοφαντική του δυσφήμιση και έκθεση σε κίνδυνο του επαγγέλματός του από τις πιο πάνω αναφορές και αιτήσεις της αναιρεσίβλητης, ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αποδιδόμενη σ' αυτήν συμπεριφορά και στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το εφετείο δεν παραβίασε καμμία από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 920, 932, 57 και 59 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος και από τον ίδιο αριθμό, κατά την αιτίαση, ότι το Εφετείο "κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτές, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχθείσα, ότι οι αιτήσεις - αναφορές της αντιδίκου προς τις Δημόσιες Υπηρεσίες, δεν ήσαν καταγγελίες στρεφόμενες ευθέως εναντίον μου, περιέχουσες μάλιστα αναληθή γεγονότα, προκειμένου να παραπλανήσουν τις υπηρεσίες, προς επιβολή υπ' αυτών κυρώσεων εις βάρος μου", είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο λόγο αυτόν (και στο αναιρετήριο) ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβίασε το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του.

ΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να καθορίζεται, εκτός άλλων, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή στοιχείο, αναγκαίο για την επάρκειά τους, λείπει, και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (Ολ ΑΠ 20/2005, 32/96, 27/98). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά λέξη, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση "στερείται νομίμου βάσεως, διότι περιέλαβε αιτιολογίες ασαφείς και ανεπαρκείς επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστη αναιρετέα για τον από το άρθρο 559 αριθ.19 λόγο αναιρέσεως". Όμως ο λόγος αυτός, αναφορικά με τις προβαλλόμενες πλημμέλειες, προεχόντως είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιο είναι το στοιχείο που λείπει από την απόφαση και που ωστόσο είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας, ούτε σε τι συνίσταται η ασάφεια των αιτιολογιών.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 παρ. 4 και 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το δικαστήριο της ουσίας, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο αυτό εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχτηκε, ως περιεχόμενο του εγγράφου, διαφορετικό από εκείνο που περιέχει. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι οι αιτήσεις και αναφορές της αναιρεσίβλητης προς τις Δημόσιες Υπηρεσίες περιέχουν αληθή γεγονότα, ενώ αυτές περιέχουν ψευδή γεγονότα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, χωρίς όμως να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, καθώς και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό τους το δικαστήριο της ουσίας, ώστε να κριθεί αν το Εφετείο εσφαλμένως τα ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς τους δέχτηκε περιεχόμενο, προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό, είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου τους, η οποία όμως δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναίρεσης.

IV. Με τον τρίτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα που αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη ύστερα από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

V.Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 92/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ