Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to specify Article 559 Civil Procedure Code violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final eviction order issued by the Piraeus Court of First Instance. The appellant argued procedural errors but failed to clearly identify which specific grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure were violated in the written appeal. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were too vague to determine the exact legal defect without referencing the specific article or substantive law provision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must explicitly state the specific legal ground violated under Article 559 and the substantive law provision breached, otherwise it is inadmissible for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 407 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 407/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Ψ. του Β., κατοίκου Π. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ", που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μυλωνά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4656/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2017 μη οριστική και 135/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 25-5-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ.390/42/25-5-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), υπ' αριθμ. 135/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 2-3-2021 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 25-5-2021 (άρθρα 552,553 παρ.1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ.Ολ. 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π.100/2019, Α.Π. 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (Α.Π. 376/2022, Α.Π. 563/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 1040/2010, Α.Π. 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.ΑΠ 20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Α.Π. 376/2022, Α.Π. 1265/2017, Α.Π. 674/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, και οι τρεις λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η υπ'αριθμ. 135/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, ενάριθμα, σε ποιο λόγο αναίρεσης υπάγονται οι επικαλούμενες με τους λόγους αυτούς αιτιάσεις, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (ενώ μάλιστα δεν αναφέρεται και το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ζητά την αναίρεσή της. (Α.Π. 376/2022, Α.Π. 374/2020, Α.Π. 718/2020, Α.Π. 527/2020, Α.Π. 27/2020). Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης, οι λόγοι αυτοί είναι και πάλι απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα ορισμένο άρθρο, ορισμένου νόμου (ΑΠ.Ολ 18/2005), καθώς επίσης δεν παρατίθενται, καθόλου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Δήμου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/3006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (Α.Π. 469/2023, Α.Π. 77/2022, Α.Π. 1207/2019, Α.Π. 1061/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 25-5-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 390/42/25-5-2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 135/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ