Legislator Case Law & Legislation
407/2022 AI generated

Supreme Court annuls labor court ruling on lump-sum severance, remanding case for full calculation without statutory cap.

Case Number 407/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a lump-sum severance payment dispute between former bank employees and their employer. The court found the lower court erred by applying an unconstitutional salary cap and failing to use the correct transitional calculation method for employees who left within five years of the new statute's enactment. Consequently, the case was remanded to the same court for a new trial with a different judge to recalculate the amount properly.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court judgment if it incorrectly applies an unconstitutional statutory cap to severance calculations, remanding the case for a full recalculation using the correct transitional provisions.

Keywords

AI generated
lump-sum severance unconstitutional cap transitional provisions remand for retrial labor dispute statutory interpretation severance calculation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 24 of the new Statute
Article 34 of the old Statute
Article 17 of the new Statute
Article 57 paragraph 3 of Law 2084/1992

Cited Case Law

AI generated
Constitutional Court Decisions 3, 4 and 5/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 407 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 407/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) …και 13)…., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βυτινιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την, από 12-2-2010, αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 438/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3397/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την, από 12-7-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Η από 12-7-2019 και με ειδικό αριθ. κατάθεσης 740/20-8-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της, με αριθ. 3397/5-7-2018, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της ασκηθείσας εφέσεως των αναιρεσειόντων και τότε εκκαλούντων κατά της, με αριθ. 438/2017, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 12-2-2010 και με αριθ. κατάθεσης 347/17-2-2010, αγωγής των αναιρεσειόντων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 20-8-2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 5-7-2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 12/02/2010 αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στις 9-10-1975, 9-6-1982, 22-10-1984, 1-6-1981,16-1-1984, 28-11-2005, 14-11-1983, 8-7-1981, 8-7-1981, 8-6-1981, 18-1-1985, 9-1-1985, 19-10-1984 και 25-1-1985 αντίστοιχα και αποχώρησαν από την υπηρεσία τους σ' αυτή, λόγω συνταξιοδότησης στις 20-12- 2007, 16-6-2006, 4-9-2005, 30-11-2007, 2-1-2006, 28-11-2005, 17-9- 2005, 28-11-2006. 2-3-2007, 2-7-2006, 5-12-2009, 5-8-2008 και 30-7- 2007 αντίστοιχα.

Ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους είχαν ασφαλιστεί στο Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Πρώην Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος", δικαιούμενοι, κατά την αποχώρησή τους, εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζόμενου κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 34 του παλαιού Καταστατικού του εν λόγω Ταμείου.

Ότι, δυνάμει της υπ' αριθ. Φ.80000/23358/1-107 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Εργασίας & Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, αποφασίστηκε η μετατροπή του κλάδου πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ και, επιπροσθέτως εγκρίθηκε το Καταστατικό αυτού, στο άρθρο 17 του οποίου ορίστηκε νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων.

Ότι, στο ίδιο Καταστατικό του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, περιλήφθηκε η μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 , στην οποία ορίζεται ότι για όσους αποχωρήσουν από την Αγροτική Τράπεζα υπαλλήλους εντός πενταετίας από την έναρξη της εφαρμογής του νέου Καταστατικού δεν θα λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πρόβλεψη πλαφόν ν. 2084/1992).

Ότι, κατά την αποχώρησή τους, το εναγόμενο τους χορήγησε τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο χρηματικά ποσά ως εφάπαξ βοήθημα, το ύψος των οποίων υπολόγισε ως ακολούθως: Αφού υπολόγισε το εφάπαξ βοήθημα που αυτοί θα λάμβαναν βάσει του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού, καθώς και το ανώτατο ποσό, βάσει του πλαφόν του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, το οποίο, όμως, κρίθηκε αντισυνταγματικό, δυνάμει των υπ' αριθ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, στη συνέχεια υπολόγισε το εφάπαξ βοήθημα βάσει του άρθρου 17 του νέου καταστατικού και τελικά κατέβαλε σε αυτούς το μεγαλύτερο από τα δύο ποσά που προέκυπταν βάσει των υπολογισμών αφενός κατ1 άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 2084/1992, αφετέρου κατ' άρθρο 17 του νέου καταστατικού και δη αυτό που προέκυπτε από τον τελευταίο αυτό υπολογισμό κατ' άρθρο 17, καίτοι το ποσό εφάπαξ βοηθήματος βάσει του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού ήταν μεγαλύτερο.

Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο, τους χορήγησε εφάπαξ βοήθημα, με υπολογισμό του πλαφόν που προβλέπεται από την αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, με συνέπεια το καταβληθέν στον καθένα ποσό να είναι μεγαλύτερο μεν του ως άνω πλαφόν, μικρότερο όμως από εκείνο που ο καθένας δικαιούται κατά τον υπολογισμό που προβλεπόταν στο άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού, κατά το οποίο έπρεπε να υπολογιστεί η εφάπαξ παροχή του καθενός από τους ενάγοντες.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό οι ενάγοντες, επικαλούμενοι τις προαναφερόμενες διατάξεις του παλαιού και νέου καταστατικού του εναγομένου Ταμείου και προτάσσοντας ως βάση των αγωγικών αξιώσεών τους την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και μετέπειτα, εφεσίβλητο, να τους καταβάλει την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του ποσού που καταβλήθηκε στον καθένα από αυτούς και εκείνου που δικαιούνται βάσει του υπολογισμού κατ' άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού, όπως τα επιμέρους ποσά διαλαμβάνονται για κάθε ενάγοντα στο αγωγικό δικόγραφο, με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα υποχρέωσης καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος στον καθένα, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 438/2017 απόφασή του απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή των εναγόντων. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3397/2018 απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (άρθρο 4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (άρθρο 22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.

Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων, είτε και του εργοδότη που απασχολεί αυτούς, ανεξαρτήτως μάλιστα του ύψους των εισφορών του εργοδότη.

Τούτο δε διότι και οι εισφορές του εργοδότη καταβάλλονται με αφορμή τη σχέση εργασίας που συνδέει αυτόν με τους ασφαλισμένους αφού οι ασφαλιστικές εισφορές του εργοδότη αποτελούν τμήμα του μισθού και υπολογίζονται επί των αποδοχών των εργαζομένων, όπως και οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν αυτοί.

Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή, νομοθετικά, ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση τον χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.

Εξ άλλου, η Φ46/3239/23.2.1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 108), με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι: "η ασφάλιση που ασκείται από το Ταμείο ενεργείται από τους παρακάτω δύο οικονομικά αυτοτελείς και ξεχωριστούς μεταξύ τους κλάδους α) τον Κλάδο Συντάξεων...

και β) τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοηθήματα - έξοδα κηδείας )" και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι: α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης (ρύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην ΑΤΕ, β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην ΑΤΕ, γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών του εταιριών.

Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".

Εξάλλου, η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει, ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος με τις εξής προϋποθέσεις: α)... β) εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε τουλάχιστον ετών 2.

Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του Ι5ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3.

για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ... ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση τον μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας βαθμού θέσεως επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4.

Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής: Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος μέσα στον δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%.

Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος"· Περαιτέρω, το άρθρο 57 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α' 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993" Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίζει ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης Πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους"· Εξάλλου, ο ίδιος ν. 2084/1992 στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992", ορίζει τα εξής: "1 .

Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: 1) ... 2) ...., 3) Αγροτικής... και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας "...", που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.

Η, κατά τα άνω, μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης Πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, 2) ... 3)...

Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά.

Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγουμένης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων".

Από τις εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις προκύπτει ότι το παρεχόμενο από το αναιρεσίβλητο Ταμείο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν καθόλο το χρόνο ασφάλισης των εναγόντων μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους.

Ειδικότερα, το κεφάλαιο αυτό σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε την 1.1.1993 και έως την έξοδο των εργαζομένων από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες.

Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ' έως ε' του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονται ως πόροι του Ταμείου, πλην των ασφαλιστικών εισφορών, και άλλα έσοδα (οι πρόσοδοι, γενικά, της περιουσίας του και κάθε χαριστική παροχή προς αυτό), τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορεί να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στον σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του Ταμείου.

Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Εξάλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ήδη δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης σταθμίσεως, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (ΑΕΔ 3, 4, 5/2007, ΟλΑΠ 17/2005).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2020, 6/2019, 4/2018, 6/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με τις παρακάτω παραδοχές: Ότι η αγωγή παρίσταται ως μη νόμιμη διότι, το δικαιούμενο εφάπαξ βοήθημα υπολογίστηκε σύμφωνα με το καθεστώς των άρθρων 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, 17 και 24 παρ. 5 του νέου καταστατικού του εναγομένου - εφεσίβλητου Ταμείου κι όχι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, η οποία κηρύχθηκε αντισυνταγματική σε χρόνο μεταγενέστερο της συνταξιοδότησης των πρώτου, τρίτης, τέταρτης, ενδέκατης, δωδέκατου και δέκατου τρίτου των εναγόντων - εκκαλούντων και προγενέστερο της συνταξιοδότησης των λοιπών, με συνέπεια το καταβληθέν στους ενάγοντες ποσό, για την ανωτέρω αιτία, να είναι μεγαλύτερο του πλαφόν που ορίζεται στην προαναφερόμενη, κηρυχθείσα αντισυνταγματική, διάταξη.

Ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ταμείο, κατά τον τελικό προσδιορισμό του εφάπαξ βοηθήματος, απέστη από το προϊσχύσαν πλαφόν και υπολόγισε το ύψος αυτού, με τον τρόπο, ο οποίος καθορίζεται πλέον στο άρθρο 17 του νέου καταστατικού και επιβάλλεται από την, κατά νόμο, αναλογιστική μελέτη για την βιωσιμότητα του Ταμείου.

Επομένως, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για εφαρμογή της ως αντισυνταγματικής κριθείσας επιβολής ανωτάτου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα, αφού τα καταβληθέντα στους ενάγοντες - εκκαλούντες εφάπαξ βοηθήματα είναι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υψηλότερα του ανωτάτου ορίου του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, αλλά για ειδική ρύθμιση του νέου καταστατικού του εναγομένου - εφεσίβλητου Ταμείου, στα πλαίσια της καταστατικής ελευθερίας και της εξασφάλισης της αναλογιστικής του ισορροπίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, ως και εκείνο του άρθρου 24 παρ. 5 του καταστατικού του, με το οποίο καθορίζεται το ελάχιστο και όχι το ανώτατο ποσό, το οποίο μπορεί να καταβληθεί από το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ταμείο στους ασφαλισμένους που αποχωρούν από την τράπεζα εντός του χρονικού διαστήματος από 9/2/2004 έως 9/2/2009 και που τέθηκε με σκοπό να ενισχυθούν οι ασφαλισμένοι εκείνοι, οι οποίοι σε διάστημα μιας πενταετίας από την έναρξη εφαρμογής του νέου καταστατικού, θα ελάμβαναν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν εάν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992), οι δε ενάγοντες καταλαμβάνονται από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του καταστατικού του εφεσίβλητου, διότι όπως εκτίθεται στην αγωγή, αυτοί αποχώρησαν από την υπηρεσία τους μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω καταστατικού (09/02/2004).

Επομένως, το πρωτοβάβμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε, αφού, με βάση την εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη του ισχύοντος καταστατικού του εφεσίβλητου, οι εκκαλούντες δεν δικαιούνται την αιτηθείσα διαφορά ποσού εφάπαξ και ο υπολογισμός του τελευταίου έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπόψη ο προβλεπόμενος από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 περιορισμός.

Όμως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που αναφέρονται στην αρχή της παραγράφου αυτής μείζονα σκέψη. Τούτο δε διότι: α) σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή αλλά και β) υπό τα δεδομένα που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον οι αναιρεσείοντες αποχώρησαν εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 24 του ανωτέρω Καταστατικού πενταετίας, ο υπολογισμός του ύψους του καταβλητέου σ' αυτούς "εφάπαξ" έπρεπε να γίνει πλήρης, ήτοι αφενός μεν χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084|1992, δηλαδή χωρίς το πλαφόν του παραπάνω άρθρου, το οποίο κρίθηκε όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή της αποφάσεως αυτής, ως αντισυνταγματικό, με τις με αριθμούς 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, που δημοσιεύτηκαν στις 16/4/2007, αφετέρου δε με εφαρμογή της μεταβατικής ως άνω διατάξεως του άρθρου 24 του νέου καταστατικού και του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού, το οποίο ίσχυε πριν την, κατά το έτος 2004, ισχύ του νέου, αφού, σύμφωνα με την εν λόγω (μεταβατική) διάταξη, ο υπολογισμός του ύψους του εφάπαξ έπρεπε να γίνει με τον "παλαιό τρόπο" (βασικός μισθός Χ14 Χ 250%) και όχι κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του νέου Καταστατικού (μ.ο πενταετίας τακτικών αποδοχών Χ 398 (12 Χ 0,900).

Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου και του Συντάγματος, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας παραγράφου, είναι βάσιμοι.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι χρειάζεται διευκρίνιση της υπόθεσης, κατά το ουσιαστικό μέρος της, πρέπει να παραπεμφθεί αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3397/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ