Supreme Court dismisses appeal on merits, allowing partial appeal regarding legal gap finding and admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by annulling the lower court's finding of a legal gap while rejecting the appeal on the merits. The plaintiff argued for a legal gap to justify an analogy, but the court found no such gap existed. Consequently, the court ruled the appeal on the merits inadmissible and dismissed the claim as legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedΚΠολΔ 179 εδ. γ' και ΚΠολΔ 180: When a legal gap is found, the court must determine if it is unintentional; if the legislature omitted regulation due to indifference rather than oversight, no gap exists, and analogy cannot be applied to introduce private law rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 407 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 407/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ "Η Εθνική" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΑΠΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. Φ. - Γ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσιλιμίδο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1896/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5525/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 141/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 4287/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 29/10/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομοθετικό κενό υφίσταται, όταν μία σχέση δεν ρυθμίζεται ειδικώς, αν και η ρύθμισή της επιβάλλεται, παρουσιάζει δε ομοιότητες προς άλλη ρυθμιζόμενη περίπτωση, οι οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση των ξένων και κατ' αρχήν ασχέτων διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της δικαστικής διαγνώσεως μιας διαφοράς, η πλήρωση του κενού καλύπτεται με αναλογία, δηλαδή με την ανάλογη εφαρμογή της νομοθετικώς ρυθμισμένης περίπτωσης και τη δημιουργία ερμηνευτικώς ad hoc κανόνα δικαίου, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή της εφαρμοζόμενης ρυθμίσεως.
Προϋποθέσεις της αναλογίας είναι α) η ύπαρξη νομοθετικού κενού, το οποίο πρέπει να είναι ακούσιο, δηλαδή όταν ο νομοθέτης άφησε αρρύθμιστη μια περίπτωση, η οποία απαιτούσε ρύθμιση. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, δηλαδή με προσφυγή σε έναν άλλο κανόνα δικαίου, όταν ο νομοθέτης άφησε μία περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμισή της είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν επιθυμούσε να τη ρυθμίσει, β) η ομοιότητα του ρυθμισθέντος θέματος με το μη ρυθμισθέν και γ) η ταυτότητα του νομικού λόγου (ΑΠ 730/2018, ΑΠ 1926/2013, ΑΠ 1121/2010).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλομΑΠ 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, με το λόγο αυτόν αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλομΑΠ 15/2013, 2/2013, ΑΠ 2219/2014).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 § 20 του ν. 3029/2002, όπως συμπληρώθηκε με την § 7 του άρθρου 22 του ν. 3232/2004 ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.
με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου ταμείου. Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. ... Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι.
Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή...". Κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 και της παρ. 7 του άρθρου 22 ν. 3232/2004 εκδόθηκε η Φ.30300/9401/400/2004 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β' 713/13-5-2004).
Με το άρθρο 1 εδάφ. Α' της αποφάσεως αυτής, η οποία έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, αποφασίσθηκε η "μετατροπή του κλάδου προνοίας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρείας "Η Εθνική" σε Ν.Π.Ι.Δ.", με το εδάφ. Β' του ίδιου άρθρου εγκρίθηκε η εκπονηθείσα από 25-7-2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρείας "Η Εθνική" και με το εδάφ.
Γ' του άρθρου αυτού εγκρίθηκε το καταστατικό του νέου φορέα, το οποίο ενσωματώθηκε σ' αυτήν και στο οποίο μεταξύ άλλων ορίζεται: "Ιδρύεται αλληλοβοηθητικό Ταμείο πρόνοιας με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ "Η Εθνική" και διακριτικό τίτλο Α.Τ.Α.Π.Ε. εκ μετατροπής σε Ν.Π.Ι.Δ.
του Κλάδου Πρόνοιας του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής (ΤΑΠΕ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α'160)" (άρθρο 1). "Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή εφάπαξ βοηθήματος, στους ασφαλισμένους του, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού" (άρθρο 2). "Μέλη του ταμείου γίνονται αυτοδίκαια: (α) τα πρόσωπα τα οποία, κατά τη μετατροπή του Κλάδου Πρόνοιας του Τ.Α.Π.Ε.
στο παρόν Ν.Π.Ι.Δ. και τη δημοσίευση του καταστατικού αυτού, είναι ασφαλισμένα στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής, για όσο χρόνο απασχολούνται στην Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων "Η Εθνική" (χάριν συντομίας εφεξής Εθνική Ασφαλιστική) και ασφαλίζονται στον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής (χάριν συντομίας εφεξής Τ.Α.Π.Ε.)" (άρθρο 3 § 1 περ.
α'). "Τα ανωτέρω πρόσωπα αποκτούν την ιδιότητα του μέλους και συνακόλουθα του ασφαλισμένου του Ταμείου, αυτοδίκαια με την πλήρωση των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου..." (άρθρο 3 § 2). "Τα μέλη του Ταμείου δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος αποκλειστικά και μόνο στις πιο κάτω περιπτώσεις: α) Σε περίπτωση που αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους στην Εθνική Ασφαλιστική και δικαιούνται κύριας σύνταξης από το Τ.Α.Π.Ε., ή εφόσον έχουν συμπληρώσει δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης στο Ταμείο και αποχωρούν από την Εθνική Ασφαλιστική για οποιονδήποτε λόγο" (άρθρο 27 § 1 περ.
α'). Και με το άρθρο 39 "Μεταβατικές Διατάξεις" ορίσθηκε ότι: "...3. Στους πρώην ασφαλισμένους στον κλάδο πρόνοιας του Τ.Α.Π.Ε. εφόσον έχουν αποχωρήσει από την Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η Εθνική" μετά την 15-4-2004 και δεν τους έχουν καταβληθεί το εφάπαξ βοήθημα από το Τ.Α.Π.Ε. μέχρι την ημερομηνία σύστασης του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Πρόνοιας του Προσωπικού της Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η Εθνική" θα καταβάλλεται η παροχή από το ταμείο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εν λόγω καταστατικό, απαλλασσομένου του Τ.Α.Π.Ε.
από κάθε υποχρέωση καταβολής εφάπαξ βοηθήματος. Οι ανωτέρω θα πρέπει να παραιτηθούν τόσο του δικαιώματος αγωγής, όσο και του δικογράφου, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχουν καμία απαίτηση ή αξίωση κατά του Τ.Α.Π.Ε".
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με την από 22-5-2006 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη: α) εξέθετε ότι, κατά δυσμενή σε βάρος της διάκριση και χωρίς τη συνδρομή αιτίας γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δεν εφαρμόζεται γι' αυτήν το νομικό πλαίσιο του καταστατικού του εναγομένου, όπως καθορίστηκε και εγκρίθηκε από τα νομοθετήματα και υπουργικές αποφάσεις που επικαλείται, με αποτέλεσμα να μην της χορηγηθεί το υψηλότερο ποσό εφάπαξ βοηθήματος από 34.167,88 € που καθορίζεται από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 39 § 3 του καταστατικού του ΑΤΑΠΕ, με βάση την οποία χορηγήθηκε σε συναδέλφους της με τους οποίους παρείχε τις υπηρεσίες της στην ίδια εργοδότρια υπό όμοιες συνθήκες και περιστάσεις και ήταν ασφαλισμένοι στον αυτό ασφαλιστικό φορέα, υπαγόμενοι σε κοινό νομοθετικό καθεστώς και β) επικαλούμενη κενό στη ρύθμιση του καταστατικού του εναγομένου και δη στην ίδια μεταβατική διάταξη αυτού (άρθρ. 39 § 3) και αναιτιολόγητο καθορισμό του τεθέντος χρονικού ορίου (15-4-2004) με βάση το οποίο γίνεται αυθαίρετος και αδικαιολόγητος διαχωρισμός των ασφαλισμένων ΤΑΠΕ σε δύο κατηγορίες, ζήτησε κυρίως με βάση την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ανταποδοτικότητας, άλλως με βάση αντισυμβατική συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου, άλλως κατά τις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να διαγνωσθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει το υψηλότερο αυτό ποσό (34.167,88 €) του εφάπαξ βοηθήματος.
Επί της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε η 1896/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία, ασκηθείσης δε της από 25-7-2011 εφέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η 5525/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται στην ενάγουσα το άρθρο 30 του καταστατικού του αναιρεσείοντος και δεν υφίσταται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας για την ενάγουσα σε σχέση με τους αναφερόμενους συναδέλφους της και με βάση τις ίδιες παραδοχές ότι δεν υφίσταται αδικοπραξία των οργάνων του εναγομένου ούτε αδικαιολόγητος πλουτισμός του τελευταίου σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, και απέρριψε την έφεση κατ' ουσία.
Επί της αποφάσεως αυτής άσκησε αναίρεση η ενάγουσα και ο Άρειος Πάγος με την υπ' αρ. 141/2016 απόφαση του Β1 Τμήματος αναίρεσε αυτή για παραβάσεις του Εφετείου εκ του άρθρου 559 αριθμοί 1, 19 & 8 ΚΠολΔ, ήτοι ότι έσφαλε ευθέως περιοριζόμενη μόνο στη διάταξη του άρθρου 30 του καταστατικού του ΑΤΑΠΕ, ότι αιτιολόγησε ασαφώς και κατά ένα μέρος αντιφατικώς το εξαχθέν αποδεικτικό πόρισμα και ότι δεν έλαβε υπόψη το θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό και λόγο εφέσεως, ερειδόμενο επί της διάταξης του άρθρου 39 § 3 του καταστατικού του ΑΤΑΠΕ, στην οποία κατά το μέρος της με το οποίο τέθηκε χρονικός περιορισμός, σύμφωνα με τον οποίο στους πρώην ασφαλισμένους του ΤΑΠΕ θα καταβάλλεται η παροχή από το Ταμείο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εν λόγω καταστατικό "εφόσον έχουν αποχωρήσει από την ΑΕΕΓΑ "Η Εθνική" μετά την 15-4-2004", θεμελίωνε (κατά τον αγωγικό ισχυρισμό και λόγο έφεσης) την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 4 & 22 § 5 του Συντάγματος, επικαλούμενη ότι ο εν λόγω χρονικός περιορισμός τέθηκε αυθαίρετα με αναδρομικού χαρακτήρα διάταξη, μη συνδεόμενος με κανένα αντικειμενικό γεγονός (όπως σύνταξη αναλογιστικής μελέτης προσδιορισμού των αποθεματικών του ταμείου) που να έχει σχέση με τη σύσταση του νέου ταμείου, με αποτέλεσμα, με βάση αυτόν να γίνεται αυθαίρετος και αδικαιολόγητος διαχωρισμός των πρώην ασφαλισμένων του ΤΑΠΕ σε δύο ομάδες (στους πριν και μετά την 15-4-2004 αποχωρήσαντες), και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Και το Εφετείο της παραπομπής με την πληττόμενη απόφασή του (4287/2019) δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνώμενους (τώρα) αναιρετικούς λόγους: "Η ενάγουσα -εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε, την 1η-9-1961, από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε.", ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διάρκειας και από το Νοέμβριο του 1965 εντάχθηκε στο μόνιμο τακτικό προσωπικό της.
Το έτος 1997, η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως από την Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της ως άνω εργοδότριας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας, η οποία, από 9-9-1997, υπήχθη στην ασφάλιση του κλάδου πρόνοιας του ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ (Τ.Α.Π.Ε.)". Με την από 30-6-2003 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποίησε η ως άνω εργοδότρια εταιρεία στην ενάγουσα & εκκαλούσα, της δήλωσε ότι η εργασιακή της σύμβαση έληξε την ημερομηνία αυτή (30-6-03), βάσει των οριζομένων στην από 1-10-2002 ΣΣΕ μεταξύ της ίδιας (της εργοδότριας) και του σωματείου των εργαζομένων της με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ".
Η ενάγουσα, όμως, επειδή θεωρούσε ότι η εργασιακή της σύμβαση ίσχυε μέχρι 31-12-2006 και ότι επρόκειτο για άκυρη καταγγελία αυτής από την εργοδότρια, άσκησε την από 27-9-2003 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας δεν εκδόθηκε ποτέ απόφαση, διότι, την 12η-5-2005, καταρτίστηκε μεταξύ των εκεί διαδίκων (δηλ.
της ήδη ενάγουσας και της εργοδότριάς της) εξώδικος συμβιβασμός, κατά τον οποίο αφενός συμφωνήθηκε να καταβληθεί από την εργοδότρια στην ενάγουσα το ποσό των 204.330 ευρώ, σε ολοσχερή εξόφληση κάθε αξίωσης της τελευταίας από αποζημίωση απόλυσης και διαφορές αποδοχών, αφετέρου συνομολογήθηκε ότι η εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας λύθηκε την 30η-6-2003.
Εν τω μεταξύ, την 21η-4-2004, δηλαδή, πριν από την επίτευξη του εν λόγω συμβιβασμού και κατά τη διάρκεια της αντιδικίας της εργαζόμενης (ενάγουσας) με την εργοδότριά της, αφού είχε χωρήσει η ανωτέρω καταγγελία εκ μέρους της τελευταίας, ήτοι προτού να συμφωνηθεί αναδρομικά ως ημερομηνία λήξης της εργασιακής σχέσης η 30η-6-2003, η ενάγουσα υπέβαλε στο "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ (Τ.Α.Π.Ε)", αίτηση συνταξιοδότησης, με ημερομηνία έναρξης την 1η-5-2004 και χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος.
Προτού, όμως, κριθεί η αίτησή της αυτή και λάβει επ' αυτής απάντηση, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002..., ο κλάδος πρόνοιας του ως άνω Ταμείου μετατράπηκε, από 17-6-2004, στο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ -Η ΕΘΝΙΚΗ" και το διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Α.Π.Ε.", δηλαδή, το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείον).
Με την υπ' αρ. 996/23-8-2004 απόφαση της Διευθύντριας του εναγομένου, η ενάγουσα διαγράφηκε από 1-7-2003 από τον πίνακα των εν ενεργεία ασφαλισμένων και εγγράφηκε σ' αυτόν των συνταξιούχων του Ταμείου, όχι από την ίδια ημερομηνία, αλλά από 1η-5-2004, οπότε και άρχισε να λαμβάνει τη σύνταξή της, δηλαδή, με την 996/23-8-2004 απόφαση η από 21-4-2004 αίτησή της απαντήθηκε εν μέρει και δη μόνο ως προς το αίτημα συνταξιοδότησης, ως προς το οποίο κρίθηκε ότι θεμελιώνει τέτοιο δικαίωμα από 1η-5-2004.
Η δε ημερομηνία αυτή, ως το χρονικό σημείο θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος για την ενάγουσα, επικυρώθηκε, άλλως επαναλαμβάνεται, και με την 329/28-9-2004 απόφαση της Διευθύντριας του "Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ασφαλιστών & Προσωπικού Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων". Αναφορικά με το αίτημά της για τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος, τούτο αποφασίστηκε με την υπ' αρ. 10/14-10-2004 απόφαση του Διευθυντή του εναγομένου και υπολογίστηκε με βάση τα άρθρα 23, 71 και 72 του καταστατικού του Τ.Α.Π.Ε. -και όχι με βάση τις διατάξεις του καταστατικού του εναγομένου- στο ποσό των 13.528,47 ευρώ, το οποίο, ωστόσο, δεν κλήθηκε να το εισπράξει αμέσως, ούτε κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της, όπως συνήθιζε το εναγόμενο να πράττει, δια των οργάνων του, για τους ασφαλισμένους του.
Αντίθετα, η ενάγουσα προσκλήθηκε να το εισπράξει, ιδίοις χερσίν, τον Ιούλιο του 2005, δηλαδή, δύο περίπου μήνες μετά την επίτευξη του παραπάνω εξώδικου συμβιβασμού με την εργοδότριά της. Προσήλθε δε, να το εισπράξει, την 28η-7-2005. Ωστόσο, τούτο δεν συνέβη, διότι, αφού η ίδια εξέφρασε επιφύλαξη ως προς τον τρόπο υπολογισμού του, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του καταστατικού του δικαιοπαρόχου (ΤΑΠΕ) του εναγομένου και όχι με βάση τις μεταβατικές διατάξεις του καταστατικού του ίδιου του εναγομένου, δηλαδή, εν κατακλείδι ως προς το ύψος του, ο Διευθυντής του τελευταίου αρνήθηκε ρητά να της το καταβάλει, χωρίς η άρνηση του αυτή να στηρίζεται σε διάταξη του καταστατικού ή του νόμου.
Το δε εναγόμενο αρνείται μέχρι και σήμερα την υπαγωγή της ενάγουσας, ως προς τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος που αυτή δικαιούται, στις μεταβατικές διατάξεις του καταστατικού του και ειδικότερα στο άρθρο 39 παρ. 3..., λόγω του χρονικού σημείου αποχώρησης από την υπηρεσία της που συνομολογήθηκε με την εργοδότριά της, κατά τα ανωτέρω, το οποίο (30-6-2003) προηγείται του τεθέντος με την εν λόγω μεταβατική διάταξη του καταστατικού (15-4-2004).
Η διάταξη αυτή του καταστατικού του εναγομένου (άρθρο 39 παρ. 3), το οποίο εγκρίθηκε με την 3574/8-6-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν είναι αναδρομικής ισχύος, εφόσον το καταστατικό είχε συνταχθεί προγενέστερα, την 29η-1-2004, και αφορούσε μελλοντικό χρονικό σημείο έναρξης ισχύος της, δηλαδή, την 15η-4-2004.
Καθορίστηκε δε, η ημερομηνία αυτή όχι συγκυριακά, αλλά προκειμένου να συνταχθεί η απαιτούμενη αναλογιστική μελέτη, για να υποβληθεί στο αρμόδιο Υπουργείο προς έγκριση. Με την εν λόγω διάταξη δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, για την εφαρμογή της οποίας κατά τη ρύθμιση ασφαλιστικών παροχών, προϋποτίθεται άνιση μεταχείριση ομοειδών κατηγοριών ασφαλισμένων εντός του αυτού ασφαλιστικού φορέα..., εφόσον η διαφορετική μεταχείριση των εξελθόντων στη σύνταξη ως προς τον τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος δικαιολογείται μόνο από το χρόνο αποχώρησης τους από την υπηρεσία της εργοδότριας "ΕΘΝΙΚΗΣ" και υποβολής αιτήματος χορήγησης αυτού, ο δε χρόνος θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και συνακόλουθα ο χρόνος υποβολής της αίτησης για χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος, αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο για τη διαφορετική μεταχείριση των ασφαλισμένων σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής....
Σύμφωνα δε, με όλα όσα κατά τα ανωτέρω αποδεικνύονται για την περίπτωση της ενάγουσας, με βάση το συνομολογημένο με τον ως άνω εξώδικο συμβιβασμό με την εργοδότρια της χρόνο αποχώρησης από την υπηρεσία της, δηλαδή, την 30η-6-2003, prima facie δεν δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 39 παρ. 3 του Καταστατικού του εναγομένου.
Ωστόσο, η τελευταία αυτή διάταξη, ερμηνευόμενη υπό το φως της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής..., και λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης της ενάγουσας (όπου, ο κατά τα ανωτέρω πλασματικός χρόνος αποχώρησης από την υπηρεσία της αφίσταται του χρόνου θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος), πρέπει να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση.
Ειδικότερα, με βάση το χρόνο υποβολής της αίτησης της ενάγουσας για συνταξιοδότηση και λήψη του επίδικου βοηθήματος, δηλαδή, την 21η-4-2004, αλλά και με αυτόν της θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος και έναρξης της συνταξιοδότησής της, δηλαδή, την 1η-5-2004, δύναται και πρέπει να υπαχθεί αυτή στην επίμαχη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 3 του καταστατικού του εναγομένου, το κενό της οποίας (δηλ.
η παράλειψη πρόβλεψης για την περίπτωση απόστασης των χρονικών σημείων αποχώρησης από την υπηρεσία και θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος), με βάση όλα τα ανωτέρω, πρέπει να καλυφθεί ερμηνευτικά με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, αναλογικά εφαρμοζόμενο. Κατά συνέπεια, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή, ως νομικά (στηριζόμενη στη άνω συμβατική διάταξη) και ουσιαστικά βάσιμη και να επιδικαστεί στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό των 34.167,88 ευρώ".
Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 € εντόκως και αναγνωρίζοντας ότι οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 24.167,88 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την άνω μεταβατική διάταξη του άρθρου 39 § 3 του καταστατικού του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία στους πρώην ασφαλισμένους στον κλάδο πρόνοιας του ΤΑΠΕ, εφόσον έχουν αποχωρήσει από την ΑΕΕΓΑ "Η ΕΘΝΙΚΗ" μετά την 15-4-2004 και δεν τους έχει καταβληθεί το εφάπαξ βοήθημα από το ΤΑΠΕ θα καταβάλλεται η παροχή από το ΑΤΑΠΕ (αναιρεσείον), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εν λόγω καταστατικό, δεχόμενο ότι υπάρχει ακούσιο κενό, διότι [δήθεν] βούληση του κανονιστικού νομοθέτη ήταν, στην περίπτωση, όπως η ενάγουσα, όπου ο χρόνος αποχώρησης από την εργασία της στην ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ (30-6-2003) αφίσταται του χρόνου θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος (1-5-2004), [δηλαδή ο χρόνος αποχώρησης από την υπηρεσία είναι προγενέστερος της 15-4-2004 αλλά ο χρόνος συνταξιοδότησης μεταγενέστερος], να ληφθεί υπόψη για την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος όχι η ημεροχρονολογία αποχώρησης από την υπηρεσία αλλά η αντίστοιχη της θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Ειδικότερα, από τη νομοτεχνική δομή της εν λόγω διάταξης, δεν διαπιστώνεται ακούσιο κενό του (κανονιστικού) νομοθέτη, για το οποίο [δήθεν] υπάρχει πεδίο συμπλήρωσης με αναλογική εφαρμογή, καθόσον αποτελεί μεταβατική διάταξη που καθορίζει τον τρόπο που το ΑΤΑΠΕ θα καταβάλλει το εφάπαξ βοήθημα σε ασφαλισμένους του ΤΑΠΕ που αποχώρησαν από την υπηρεσία του εργοδότη μετά την 15-4-2004 χωρίς να λάβουν το εφάπαξ βοήθημα.
Θέτει δε ως μοναδικό κριτήριο, ο χρόνος αποχώρησης από την υπηρεσία του εργοδότη να είναι μετά την 15-4-2004, χωρίς να διακρίνει αν ο ασφαλισμένος θεμελιώνει ή όχι συνταξιοδοτικό δικαίωμα, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του οποίου ρυθμίζονται με άλλες διατάξεις. Το μοναδικό αυτό τιθέμενο κριτήριο (χρόνος αποχώρησης από την υπηρεσία) εσφαλμένα αλλοιώνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προσθέτοντας προϋποθέσεις που δεν αποτελούν περιεχόμενο της διάταξης ήτοι χρόνος θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος και χρόνος αίτησης για το εφάπαξ βοήθημα, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι [δήθεν} ο (κανονιστικός) νομοθέτης παρέλειψε να προβλέψει την περίπτωση απόστασης των χρονικών σημείων αποχώρησης από την υπηρεσία και θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Επομένως, ζήτημα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 39 § 3 του άνω καταστατικού του αναιρεσείοντος στην περίπτωση της αναιρεσίβλητης δεν τίθεται, διότι δεν υπάρχει κενό δικαίου που να χρήζει ρυθμίσεως και η αγωγή καθό μέρος θεμελιώνεται επί των ισχυρισμών αυτών είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση καθό μέρος έκρινε ότι υφίστατο κενό νόμου και εδέχθη την έφεση της αναιρεσίβλητης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017).
Με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, όπως όταν ο Άρειος Πάγος έκρινε δεσμευτικά για το Δικαστήριο της παραπομπής την αγωγή ως μη νόμιμη, οπότε δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδίκασης" της υπόθεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας ή η εισαγωγή με κλήση στο ίδιο Τμήμα του Αρείου Πάγου στην περίπτωση που αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από το ήδη δικάζον Τμήμα (ΟλομΑΠ 42/2005, ΟλομΑΠ 41/2002, ΟλομΑΠ 25/2001).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η ένδικη αγωγή κατά την αναιρεθείσα βάση της είναι μη νόμιμη και ότι με βάση τα άνω εκτιθέμενα στην αγωγή δεν υφίσταται αδικοπραξία των οργάνων του εναγομένου ούτε αδικαιολόγητος πλουτισμός του τελευταίου σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, οπότε οι επικουρικές βάσεις της αγωγής είναι επίσης μη νόμιμες, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το ίδιο Τμήμα του Αρείου Πάγου εισαγόμενη με κλήση λόγω της δεύτερης αναίρεσης δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει κατά τη νέα συζήτηση είναι η απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος τούτο ως μη νόμιμης.
Με δεδομένο δε ότι η εκδικασθείσα από το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έφεση της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, δεχόμενη μόνο την κρινόμενη αγωγική βάση, πρέπει, μετά απ' αυτά, να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση αυτής και συνακόλουθα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι υφίστατο κενό νόμου και εδέχθη την έφεση της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Τμήμα και να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού κατά το μέρος τούτο και μόνο έγινε δεκτή.
Η δικαστική δαπάνη για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας όπως και για την αναιρετική δίκη πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179 εδ. γ').
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4287/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που έκρινε ότι υφίστατο κενό νόμου και εδέχθη την έφεση της αναιρεσίβλητης.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο.
Απορρίπτει την έφεση κατ' ουσίαν.
Και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και για την αναιρετική δίκη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ