Legislator Case Law & Legislation
407/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding bank loan termination and interest calculation.

Case Number 407/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Patras regarding a dispute over a bank loan termination. The appellants argued that the bank abused its right by refusing to convert a short-term loan to long-term after regulatory approval, despite their good faith cooperation. The court rejected this, noting the appellants had already defaulted and showed poor financial standing in 2009, justifying the bank's decision to close the account and demand full payment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The court held that a creditor's right to terminate a loan and claim full payment is not an abuse of right when the debtor has demonstrated insolvency and failed to meet obligations prior to termination.

Keywords

AI generated
abuse of right loan termination defaulted debt civil appeal interest calculation

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 407 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 407/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Α., 2) Ι. Μ. του Α., 3) Α. Μ. του Σ. και 4) Δ. συζύγου Α. Μ., το γένος Ι. Σ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Πουρνάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2010 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 668/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-1-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 49/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα η Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "..." (που δεν είναι τώρα διάδικος) μαζί με τους λοιπούς ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την ακύρωση της 571/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αντίδικό τους αναιρεσίβλητη τράπεζα, το κατάλοιπο, πλέον τόκων και εξόδων, που προέκυψε μετά την καταγγελία, την 7-4-2010, συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της ανωτέρω τράπεζας, ως πιστοδότριας και της πρώτης των ανακοπτόντων, ως πιστολήπτριας, την καταβολή του οποίου (καταλοίπου) είχαν εγγυηθεί οι εξ αυτών δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτη.

Ως λόγο ακυρώσεως προέβαλαν μεταξύ άλλων ότι, κατά παράβαση του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004 και της εγκριτικής αποφάσεως του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που όριζαν ότι η χρηματοδότηση, που θα δινόταν στην πρώτη των ανακοπτόντων με σκοπό την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό της βιομηχανικής της μονάδας, θα είχε τη μορφή μακροπροθέσμου δανείου με προνομιακό επιτόκιο και περίοδο χάριτος δύο ετών, η καθ' ης η ανακοπή δεν διεχώρισε το δάνειο των 492.292,70 € από τις λοιπές χορηγήσεις προς την πιστολήπτρια, αλλά αντιθέτως ενοποίησε το λογαριασμό αυτού του δανείου, που κατά το χρόνο της καταγγελίας είχε υπόλοιπο 512.809,48 €, στον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό, που εκτοκιζόταν μάλιστα με υψηλότερο από το ως άνω επιτόκιο.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών με την 668/2013 οριστική του απόφαση δέχθηκε το λόγο αυτό της ανακοπής ως ουσία βάσιμο και ακύρωσε εν όλω τη διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας δηλώθηκε ότι μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως και πριν από την άσκηση της εφέσεως η ως άνω Ε.Π.Ε.

κηρύχθηκε σε πτώχευση. Εν συνεχεία με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών αφενός απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση εν σχέσει με την εφεσίβλητη εταιρεία, λόγω της αυτοδίκαιης αναστολής των καταδιωκτικών μέτρων κατ' άρθρο 25 του Πτωχ. Κώδικα και αφετέρου έγινε δεκτή και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους, ακυρώθηκε δε εν μέρει μόνο η ανακοπή, ήτοι κατά το ποσό των 512.809,48 €, επειδή κρίθηκε ότι ο προβαλλόμενος λόγος αφορούσε μόνο στο ποσό αυτό και όχι στο συνολικώς επιτασσόμενο ποσό, ενώ οι λοιποί λόγοι της ανακοπής ήταν αβάσιμοι.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι εν μέρει ηττηθέντες τέσσερις εφεσίβλητοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς, εφόσον η πληττόμενη απόφαση κατέστη ως προς όλους τελεσίδικη, δηλ. και ως προς την πρώτη ανακόπτουσα, με την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως (ΚΠολΔ 553 § 1).

ΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Μέσω δε του λόγου αυτού, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ελέγχεται και η παραβίαση των κανόνων περί αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 661/2013, ΑΠ 862/2011).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι από δίκη, που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτου είτε του εγγυητού, προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του ετέρου μόνο επωφελές και μόνο αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους.

Από αυτήν την περιορισμένη και συγκυριακή καθ' υποκείμενο επέκταση του ευμενούς μόνο δεδικασμένου δεν έπεται ότι μεταξύ τους, δηλαδή μεταξύ πρωτοφειλέτου και εγγυητού, υπάρχει γενικώς και εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδομένης αποφάσεως και στους δύο).

Αντίθετη εκδοχή, θα διεύρυνε κατ' αποτέλεσμα το άρθρο 328 ΚΠολΔ και θα υπερέτεινε αδικαιολογήτως το γράμμα και τον σκοπό της διατάξεως του άρθρου 76 § 1 περ. β' του ΚΠολΔ, θα ήταν δε και ασυμβίβαστη προς την κατά το ουσιαστικό δίκαιο αυτοτέλεια της άμυνας του καθενός (άρθρο 853 ΑΚ). Επί πλέον η απόλυτη αυτή άποψη θα κατέληγε συχνά σε διαδικαστικές δυσχέρειες και θα επέφερε εκ προοιμίου και γενικώς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και απαράδεκτα (ΑΠ 1598/2000, ΑΠ 1223/1995).

Εκ τούτων παρέπεται ότι, όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού, υφίσταται μεταξύ τους αναγκαία ομοδικία, καθ' ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, όντος αδιαφόρου αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από την νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 1281/2017, 1280/2017).

Εξάλλου, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι, είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, είτε κατά της υπάρξεως της απαιτήσεως (ΟλΑΠ 10/1997). Όταν δε με το λόγο της ανακοπής αμφισβητείται η ύπαρξη ή το ύψος της απαιτήσεως, ο λόγος αυτός έχει αρνητικό χαρακτήρα, αφού ο καθ' ου η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος (ΑΠ 908/2005), έχει το υποκειμενικό βάρος, κατά το γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 § 1 ΚΠολΔ, για την απόδειξη, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της υπάρξεως και του ύψους της απαιτήσεώς του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον ο πρωτοφειλέτης και ο εγγυητής του ασκούν ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος τους με βάση το κατάλοιπο συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό που καταγγέλθηκε από τον δανειστή, υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθ' ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη και η έκταση της κύριας σε βάρος τους οφειλής (ΑΠ 1946/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την πληττόμενη απόφαση, αφού έκρινε ότι οι αρχικά ανακόπτοντες δεν συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης αυτών, λόγω του ότι ασκήθηκε μετά την κήρυξη της τελευταίας σε κατάσταση πτωχεύσεως και η επίδικη απαίτηση καταλαμβάνεται από την αναστολή των ατομικών διώξεων, ενώ τη δέχθηκε ως βάσιμη για τους λοιπούς εφεσίβλητους, ακυρώνοντας εν μέρει τη διαταγή πληρωμής.

Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, μεταξύ των αρχικώς ανακοπτόντων δεν υπήρχε εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως και διέταξε τη χωριστή συζήτηση της εφέσεως ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι το δικαστήριο της ουσίας, με το να διατάξει τη χωριστή συζήτηση της εφέσεως ως προς τους τέσσερις εφεσίβλητους-ανακόπτοντες, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, λόγω της υπάρξεως μεταξύ όλων των ανακοπτόντων αναγκαστικής ομοδικίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας ασχολείται αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους με την έρευνα ως προς τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει θετική ή αρνητική κρίση ως προς αυτό (ΑΠ 1685/2018, ΑΠ 835/2009).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 328 ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ του δανειστή και του πρωτοφειλέτη και απορρίπτει την αγωγή επειδή το χρέος είναι ανύπαρκτο, αποτελεί δεδικασμένο και υπέρ του εγγυητή. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζονται ότι εφόσον με την πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών ακυρώθηκε εν όλω η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης καθ'ο μέρος εστρέφετο κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη ως προς αυτήν και το ευνοϊκό δεδικασμένο της εκτείνεται και στους ήδη αναιρεσείοντες εγγυητές της, οπότε θα έπρεπε να απορρίψει την έφεση και ως προς αυτούς για ουσιαστικό λόγο, μη πράττοντας δε τούτο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, εφόσον το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δεν ερεύνησε αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου ούτε περιέλαβε σχετική θετική ή αρνητική κρίση, ώστε να τίθεται θέμα αποδοχής ή μη της υπάρξεως δεδικασμένου. Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, η ακύρωση της διαταγής πληρωμής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έγινε λόγω ανυπαρξίας του χρέους αλλά λόγω μη διαχωρισμού του δανείου των 492.292,70 € από τις λοιπές χορηγήσεις της αναιρεσίβλητης προς την πιστολήπτρια και επομένως δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 328 ΚΠολΔ για την επέκταση του δεδικασμένου και στους εγγυητές.

IV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για να επιτραπεί αναίρεση, λόγω του ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της. Επομένως δεν επιτρέπεται αναίρεση αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό, εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στο άρθρο 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1124/2008).

Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση γιατί το διατακτικό της περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες εντοπίζονται στο ότι αφ'ενός απορρίπτει την έφεση ως προς την 1η εφεσίβλητη (και άρα επικυρώνει τελεσίδικα ως προς αυτή την ολική ακύρωση της διαταγής πληρωμής) και αφ'ετέρου ακυρώνει εν μέρει τη διαταγή πληρωμής ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτος, γιατί υπό τα εκτιθέμενα δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των επιμέρους διατάξεων της αποφάσεως.

V. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Με την έννοια αυτή, κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν και συγκροτούν την ιστορική βάση της ενστάσεως καταχρήσεως αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό κατά την προδιαληφθείσα έννοια της λέξεως "πράγμα" και η παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναιρέσεως (ΑΠ 934/2009, ΑΠ 1703/2008).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και δημιουργήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με την πληττόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την ιστορική βάση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως όσον αφορά το δικαίωμα καταγγελίας της αναιρεσίβλητης, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τα περιστατικά έχουν ως εξής: α) στο παρελθόν η εταιρεία ήταν μια υγιής και δυναμικά αναπτυσσόμενη επιχείρηση με επαρκή ακίνητη περιουσία, β) είχε υπάρξει προφορική δέσμευση των στελεχών της αναιρεσίβλητης τράπεζας για μετατροπή των δανείων της εταιρείας από βραχυπρόθεσμα σε μακροπρόθεσμα, μετά την ένταξή της στον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004, γ) από τις 22-11-2008 και εντεύθεν η αναιρεσίβλητη παραβίασε χωρίς σπουδαίο λόγο τη νόμιμη υποχρέωσή της να μετατρέψει το αναπτυξιακό δάνειο σε μακροπρόθεσμο, με επιτόκιο και περίοδο χάριτος που αναφερόταν στην από 21-3-2008 επιστολή της, καθώς και τη δέσμευσή της να μετατρέψει το συνολικό δανεισμό σε μακροπρόθεσμο, δ) η συμπεριφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα την επιτοκιακή επιβάρυνση των δόσεων των δανείων και συνακόλουθα την εκτίναξη του κόστους εξυπηρέτησης αυτών σε δυσανάλογο ύψος, πράγμα το οποίο δεν ήταν ανεκτό κατά την καλή πίστη και ε) η επικαλούμενη υπερημερία της εταιρείας είναι απότοκη των ως άνω παραλείψεων της αναιρεσίβλητης που δε συμμορφώθηκε προς το νόμο και την ως άνω συμφωνία και αρνήθηκε κάθε διακανονισμό με την εταιρεία.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Με το από 5-11-2001 συμφωνητικό, που καταχωρίστηκε στα βιβλία εμπορικών εταιριών του Πρωτοδικείου Πατρών με αριθμό 636/ΕΠΕ 143/7-11-2001, οι δεύτερος έως και πέμπτη των εφεσιβλήτων (ήδη πρώτος έως και τέταρτη των αναιρεσειόντων) συνέστησαν την πρώτη εφεσίβλητη εταιρία περιορισμένης ευθύνης (που δεν μετέχει τώρα στη δίκη), με έδρα τον Δήμο ...

και σκοπό την παραγωγή ειδών καραμέλας και συναφών ειδών και διαχειριστή τον τέταρτο των εφεσιβλήτων. Η πρώτη εφεσίβλητη μάλιστα ίδρυσε βιομηχανική μονάδα ζαχαρωδών προϊόντων, στον ως άνω δήμο, εμβαδού 500 τ.μ. και για τη χρηματοδότησή της συνεργάστηκε με την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα. Ειδικότερα, με τη με αριθμό ...530/2-2-2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, η εκκαλούσα χορήγησε στην πρώτη εφεσίβλητη πίστωση μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ.

Στην ως άνω σύμβαση συμβλήθηκαν εγγράφως οι λοιποί εφεσίβλητοι, ως εγγυητές, και εγγυήθηκαν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εκ μέρους της πιστούχου και την καταβολή του τυχόν χρεωστικού οριστικού καταλοίπου. Με τις από 5-5-2004, 14-7-2004, 25-10-2004, 10-4-2006, 29-6-2006, 26-1-2007 και 3-10-2007 πρόσθετες πράξεις, μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, αυξήθηκε το όριο της πιστώσεως κατά 180.000, 50.000, 50.000, 50.000, 650.000, 45.000, 455.000 ευρώ και ανήλθε στο συνολικό ποσό των 1.500.000 ευρώ, ενώ σε όλες τις ανωτέρω πράξεις συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι λοιποί εφεσίβλητοι.

Πέραν των ως άνω συμβάσεων, αρχικής και αυξητικών του ποσού της πιστώσεως, η εκκαλούσα χορήγησε στην πρώτη εφεσίβλητη στις 12-7-2006, με τρεις συμβάσεις δάνεια, για τη χρηματοδότηση των παγίων εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού της, ύψους 55.992,12, 200.000 και 344.007,88 ευρώ, αντίστοιχα, στις ως άνω δε συμβάσεις συμβλήθηκαν εγγράφως ως εγγυητές οι δεύτερος έως και πέμπτη των εφεσιβλήτων.

Η πίστωση συμφωνήθηκε να εξυπηρετείται με ανοικτό λογαριασμό, έναν ή περισσότερους και η εκκαλούσα συμφωνήθηκε να έχει το δικαίωμα μονομερώς και οποτεδήποτε, να διαχωρίζει το λογαριασμό σε περισσότερους ή να συνενώνει πολλούς λογαριασμούς σε έναν, είτε αυτοί τηρούνται δυνάμει της συμβάσεως αυτής ή με βάση άλλες συμβάσεις πιστώσεως ή άλλες συναλλαγές μεταξύ της πιστούχου και της τράπεζας, ακόμη και μετά το οριστικό κλείσιμο ενός από αυτούς, καθώς και να κοινοποιεί ενιαία επιταγή προς πληρωμή (...).

Η πρώτη εφεσίβλητη επεδίωξε το έτος 2008 να υπαχθεί στις διατάξεις του αναπτυξιακού Ν. 3299/2004 για να επιδοτηθεί από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος στην υλοποίηση των επενδυτικών της σχεδίων. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ 7 του ως άνω νόμου, εάν για την υλοποίηση της επενδύσεως επρόκειτο να ληφθεί δάνειο, αυτό έπρεπε να πληροί τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η δε σχετική έγκριση του δανείου από την τράπεζα έπρεπε να επισυναφθεί στα δικαιολογητικά της αιτήσεως του επενδυτή.

Για το λόγο αυτό η πρώτη εφεσίβλητη ζήτησε από την εκκαλούσα, από το αρμόδιο υποκατάστημα Πατρών, να της εγκρίνει δάνειο που θα πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και η τελευταία ενέκρινε τη χορήγηση του δανείου αυτού και παρέδωσε την από 21-3-2008 επιστολή με το εξής περιεχόμενο: "Θέμα: Επιστολή εγκρίσεως τραπεζικού δανείου.

Κύριοι, Έχουμε την τιμή να σας γνωρίσουμε ότι, σύμφωνα με τα έως σήμερα αξιολογηθέντα οικονομικά στοιχεία και τα ισχύοντα τραπεζικά κριτήρια, εγκρίνουμε δάνειο στην επιχείρηση "... ΕΠΕ" ποσού Ευρώ τετρακόσιες ενενήντα δύο χιλιάδες διακόσια ενενήντα δύο και 70/100 (492.292,70 €) για την κάλυψη σε ποσοστό 31% των δαπανών του ενενδυτικού προγράμματος που αφορά στην επέκταση - εκσυγχρονισμό υφιστάμενης μονάδας παραγωγής ειδών καραμέλας και λοιπών ζαχαρωδών προϊόντων με τους κάτωθι βασικούς όρους:

Μορφή δανείου: μακροπρόθεσμο τοκοχρεολυτικό, Ποσό: ευρώ 492.292,70, Διάρκεια: δεκαπέντε (15) έτη, Πηγή κεφαλαίων: ίδια διαθέσιμα Τραπέζης, Επιτόκιο: Κυμαινόμενο με βάση το επιτόκιο EURIBOR τριμήνου πλέον περιθωρίου 2,50% (πλέον οι σύμφωνα με το νόμο επιβαρύνσεις και εισφορές), Περίοδος χάριτος: Δύο (2) έτη, Τρόπος εξοφλήσεως:

Τριμηνιαίες δόσεις, Εξασφαλίσεις: Συμπληρωματική Β' Προσημείωση ποσού 250.000 ευρώ επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της εταιρίας. Προσωπικές εγγυήσεις κ.κ. Μ. Α., Δ., Σ. και Ι.. Μετά την υπαγωγή της επενδύσεως στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3299/2004 θα επαναξιολογηθούν τα οικονομικά στοιχεία της επιχειρήσεως και το χρηματοδοτικό σχήμα της επενδύσεως και ενδεχομένως να αναθεωρηθούν οι όροι του δανείου".

Ακολούθως στις 11-4-2008 η πρώτη εφεσίβλητη υπέβαλε προς την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος αίτηση για την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3299/2004, για ποσό συνολικής δαπάνης 1.588.041,10 ευρώ, προσκομίζοντας μεταξύ άλλων και την ως άνω επιστολή της εκκαλούσας για την έγκριση του δανείου που αντιστοιχεί σε ποσοστό 31% επί του συνολικού ποσού (492.292,70 ευρώ).

Η Περιφέρεια χορήγησε στην πρώτη εφεσίβλητη τη με αριθμό ΔΙΣΑΔΕ/2228/30-4-2008 βεβαίωση επιλεξιμότητας για την επενδυτική της πρόταση. Τελικώς στις 22-11-2008 εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΙΣΑΔΕ/7433/Π09/5/5/116/Ε/Ν 3299/2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, με την οποία εγκρίθηκε η υπαγωγή της πρώτης εφεσίβλητης στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου για το ποσό των 1.340.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 589.600 ευρώ θα κατέβαλε η Περιφέρεια, αναλόγως με την πρόοδο των εργασιών.

Στο άρθρο 5 της ως άνω αποφάσεως αναφέρεται ότι η χρηματοδότηση του επενδυτικού σχεδίου θα χρηματοδοτηθεί κατά ποσοστό 31%, δηλαδή κατά το ποσό των 415.400 ευρώ, με μακροπρόθεσμο τραπεζικό δάνειο, τετραετούς τουλάχιστον διάρκειας, με τη μορφή του δανείου ή ομολογιακού δανείου, αποκλειομένου του αλληλοχρέου λογαριασμού, που έχει ληφθεί για την πραγματοποίηση του συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου, όπως αυτό προκύπτει από τη δανειακή σύμβαση και να έχει εγκριθεί από τη χρηματοδοτούσα τράπεζα.

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατόπιν της από 6-11-2008 γνωμοδοτήσεως της Περιφερειακής Γνωμοδοτικής Επιτροπής Δυτικής Ελλάδος, η οποία περιέχει τους ως άνω όρους και γνωστοποιήθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη με το με αριθμό 7244/13-11-2008 έγγραφο της Περιφέρειας, αντίγραφο του οποίου κατέχει και η εκκαλούσα. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ της εγκρίσεως του δανείου από την εκκαλούσα και της εγκρίσεως της επενδύσεως από την Περιφέρεια, μεταξύ της εκκαλούσας ως πιστώτριας, της πρώτης εφεσίβλητης ως πιστούχου και των λοιπών εφεσιβλήτων ως εγγυητών, υπογράφηκαν οι εξής συμβάσεις:

Στις 7-3-2008 πρόσθετη πράξη της με αριθμό ...530/2-2-2008 συμβάσεως πιστώσεως για αύξηση του ποσού της πιστώσεως κατά 500.000 ευρώ, ώστε να ανέλθει αυτή στο ποσό των 2.000.000 ευρώ, στις 29-4-2008 ομοίως πρόσθετη πράξη στην ως άνω πίστωση, για αύξηση αυτής κατά το ποσό 710.000 ευρώ, ώστε να ανέλθει στο ποσό των 2.710.000 ευρώ και η με αριθμό 650/7-3-2008 πρόσθετη πράξη, σύμφωνα με την οποία η τράπεζα, από το ποσό της πιστώσεως που υπήρχε κατά την ημερομηνία εκείνη (2.000.000 ευρώ), είχε το δικαίωμα το ποσό των 1.500.000 ευρώ να το χορηγεί για την κάλυψη των ταμειακών αναγκών της πιστούχου και να λειτουργήσει μεταξύ τους τρεχούμενος αλληλόχρεος λογαριασμός, με τους ειδικότερους όρους της πράξεως.

Για την από 7-3-2008 πρόσθετη πράξη αυξήσεως της πιστώσεως κατά 500.000 ευρώ, λειτούργησε μεταξύ της εκκαλούσας και της πρώτης εφεσίβλητης ο με αριθμό ...5360 -...5773 λογαριασμός, στον οποίο κατατέθηκαν σταδιακώς διάφορα ποσά από την εκκαλούσα και αυτός στις 6-11-2008 είχε χρεωστικό υπόλοιπο 428.486,37 ευρώ, ενώ στις 16-3-2010 ο ως άνω λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 499.600,04 ευρώ, πλέον μη λογιστικοποιημένων τόκων ύψους 13.209,44 ευρώ και συνολικώς υπόλοιπο ύψους 512.809,48 ευρώ.

Η πρώτη εφεσίβλητη άρχισε άμεσα να πραγματοποιεί αγορές βιομηχανικού εξοπλισμού, ενόψει της εγκρίσεως της επενδύσεως και εξοφλούσε τα ποσά των τιμολογίων με δίγραμμες επιταγές που είχαν πληρώτρια την εκκαλούσα. Στις 31-7-2009 η πρώτη εφεσίβλητη απέστειλε επιστολή προς την εκκαλούσα, στην οποία ανέφερε ότι την 23-7-2009 πραγματοποιήθηκε έλεγχος από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος για την πιστοποίηση του 72% του επιχορηγούμενου έργου και κατά τον έλεγχο των εγγράφων ζητήθηκε η σύμβαση του μακροπρόθεσμου δανείου ύψους 415.400 ευρώ, του οποίου έγινε χορήγηση από την τράπεζα και επειδή το δάνειο αυτό βρισκόταν σε βραχυπρόθεσμη οφειλή, ζητούσε να χορηγηθεί βεβαίωση ότι το δάνειο αυτό μετατράπηκε σε μακροπρόθεσμο, έστω και κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ώστε να λάβει η εταιρία το 50% του ποσού από την Περιφέρεια, για να ολοκληρωθεί η επένδυση.

Σε απάντηση της ως άνω επιστολής η εκκαλούσα απέστειλε στην πρώτη εφεσίβλητη την από 17-8-2009 επιστολή της στην οποία αναφέρει τα εξής: "Προκειμένου να εξεταστεί το από 31-7-2009 αίτημά σας για τη μετατροπή βραχυπρόθεσμου δανείου σε μακροπρόθεσμο, το οποίο χορηγήθηκε στα πλαίσια υλοποίησης επένδυσης, η οποία έχει υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004, καθώς και τη χορήγηση καρνέ επιταγών πρέπει να αποδεχθείτε τους κάτωθι όρους: 1...2.

Να καταβάλετε άμεσα το ποσό των 43.447 ευρώ μετρητοίς έναντι του συνόλου των υφιστάμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 130.343 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από τόκους Α' και Β' τριμήνου 2009 των λογαριασμών κεφαλαίου κινήσεως ύψους 22.170 ευρώ και δόσεις Μ/Μ Δανείων ύψους 34.991 ευρώ, πλέον τόκων- πλέον ποσού 73.182 ευρώ, το οποίο αφορά το υπερβάλλον ποσό που εκταμιεύθηκε έναντι Μ/Μ Δανείων ύψους 415.400, στα πλαίσια του τελικώς εγκεκριμένου χρηματοδοτικού σχήματος επενδύσεως, η οποία υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3299/2004. 3..., 4..., 5...".

Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σαφώς ότι η εκκαλούσα χορήγησε δάνειο στην πρώτη εφεσίβλητη, με τους όρους που ανέφερε στην από 21-8-2008 επιστολή της, οι οποίες πληρούσαν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 § 7 Ν. 3299/2004, δηλαδή μακροπρόθεσμο, διάρκειας δεκαπέντε ετών, με περίοδο χάριτος δύο ετών, καταβλητέο σε τριμηνιαίες δόσεις, ενώ το ποσό αρχικώς ανήλθε σε 488.582 (415.400 ευρώ που ήταν το τραπεζικό δάνειο σύμφωνα με την απόφαση της Περιφέρειας + 73.182 ευρώ που κατατέθηκε επιπλέον στο λογαριασμό, διότι η αρχική πρόβλεψη ήταν το δάνειο να ανέρχεται στο ποσό των 492.292,70 ευρώ) ευρώ.

Για τη χορήγηση του δανείου αυτού δεν υπογράφηκε έγγραφη σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και της δανειολήπτριας, που να περιέχει τους όρους αυτούς, επειδή δεν είχε ακόμη ληφθεί η απόφαση από την Περιφέρεια για την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου της πρώτης εφεσίβλητης, αλλά επειδή η πρώτη εφεσίβλητη επιθυμούσε να αρχίσει την προμήθεια του βιομηχανικού εξοπλισμού, υπογράφηκε η από 7-3-2008 πρόσθετη πράξη στη με αριθμό ...530/2-2-2004 σύμβαση πιστώσεως, περί αυξήσεως αυτής κατά το ποσό των 500.000 ευρώ και τηρήθηκε ο με αριθμό ...5360 -...5773 λογαριασμός, στον οποίο, όπως προεκτέθηκε, κατατέθηκαν σταδιακώς διάφορα ποσά και το κατάλοιπο του ανήλθε μαζί με τους τόκους, τα έξοδα και τις προμήθειες στις 16-3-2010 στο ποσό των 512.809,48 ευρώ.

Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε χορήγησε στην πρώτη εφεσίβλητη μακροπρόθεσμο δάνειο με τους όρους που προβλέπονταν στον αναπτυξιακό νόμο, αλλά υποσχέθηκε ότι θα χορηγήσει τέτοιο δάνειο, επιφυλασσόμενη να εξετάσει τους όρους χρηματοδοτήσεως ξανά μετά την έγκριση του σχεδίου από την Περιφέρεια, τελικώς όμως αρνήθηκε τη χορήγησή του, διότι επιδεινώθηκαν οι οικονομικοί δείκτες της πρώτης εφεσίβλητης, ενώ το ποσό που χορηγήθηκε και περιλαμβάνεται στον προαναφερόμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, αφορά αύξηση του ποσού της αρχικής συμβάσεως πιστώσεως και δεν σχετίζεται με δάνειο για τη χρηματοδότηση του επενδυτικού σχεδίου της πρώτης εφεσίβλητης στα πλαίσια του αναπτυξιακού νόμου.

Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας αποδεικνύεται αβάσιμος από ουσιαστική άποψη (...). Με αίτηση της εκκαλούσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 571/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, σε βάρος των εφεσιβλήτων, της πρώτης ως πιστούχου και των λοιπών ως εγγυητών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, η απαίτηση της εκκαλούσας προέρχεται από τη με αριθμό ...530/2-2-2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, μεταξύ της εκκαλούσας και της πρώτης εφεσίβλητης, στην οποία συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι λοιποί εφεσίβλητοι, σε συνδυασμό με τις από 5-5-2004, 14-7-2004, 25-10-2004, 10-4-2006, 29-6-2006, 26-1-2007, 3-10-2007, 7-3-2008 και 29-4-2008 πρόσθετες πράξεις, για τις οποίες τηρήθηκαν οι με αριθμό ...5060-...4059, ...5247-...45634, ...5052-...38080, ...518-...1967, ...5079-...4100, ...5360-...5773 και ...5706 λογαριασμοί, αντίγραφα των οποίων προσκομίστηκαν και ο αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε οριστικώς, με καταγγελία, στις 17-3-2010, με χρεωστικό υπόλοιπο 2.082.005,80 ευρώ, υποχρεώθηκαν δε οι καθ' ων η διαταγή πληρωμής να καταβάλουν εις ολόκληρον στην αιτούσα το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από 18-3-2010 και νόμιμο τόκο επί των τόκων ανά εξάμηνο, καθώς και δικαστική δαπάνη ύψους 53.962,35 ευρώ.

Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους εφεσίβλητους στις 19-5-2010 και οι τελευταίοι άσκησαν εμπρόθεσμα στις 9-6-2010 την υπό κρίση ανακοπή..... Με τον τρίτο λόγο ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλούσα ασκεί τα δικαιώματά της από σύμβαση πιστώσεως καταχρηστικώς κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, διότι ενώ είχε συμφωνήσει με την πρώτη εφεσίβλητη να διευκολύνει την αποπληρωμή του συνολικού δανείου, με τη μετατροπή του από βραχυπρόθεσμο σε μακροπρόθεσμο, όπως προκύπτει και από την από 21-3-2008 επιστολή της, μόλις εκδιδόταν η απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας για την υπαγωγή της εταιρίας στον αναπτυξιακό νόμο και ενώ είχαν μεταξύ τους μακροχρόνια συνεργασία, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν προέκυψε κάποιο πρόβλημα, παρότι εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα, αρνήθηκε τελικώς τη μετατροπή του δανείου σε μακροπρόθεσμο, καθώς και τη χορήγηση οποιουδήποτε άλλου ποσού από τον Οκτώβριο του 2008 και η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εκκαλούσας τους ζημίωσε σε μεγάλο βαθμό, αφού έπληξε τη συναλλακτική τους δραστηριότητα, ενώ οι ίδιοι έχουν καταβάλει ήδη στην εκκαλούσα το ποσό των 842.219,79 ευρώ έναντι των συνολικών τους δανείων και το έτος 2009 εμφάνισαν για πρώτη φορά δυσμενή οικονομικά στοιχεία.

Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού ακόμη και εάν υποτεθεί ότι όσα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες- εφεσίβλητοι είναι αληθή, δεν μπορούν να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση της αξιώσεως της εκκαλούσας, αφού αυτή μπορεί να επιλέξει το χρόνο κατά τον οποίο θα κλείσει τον αλληλόχρεο λογαριασμό και θα προβεί σε έκδοση διαταγής πληρωμής, συνεκτιμώντας την επί μακρό χρονικό διάστημα τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων και τη διάρκεια του χρόνου κατά τον οποίο έχουν παύσει οι καταβολές από την πιστούχο ή τους εγγυητές.

Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση οι ανακόπτοντες εκθέτουν ότι ήδη από το έτος 2009, δηλαδή πριν από τον Απρίλιο του 2010 που έκλεισε ο αλληλόχρεος λογαριασμός, εμφάνισαν δυσμενή οικονομικά στοιχεία και δεν ήταν συνεπείς στις καταβολές τους, γεγονός που δικαιολογεί το κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού, ενώ η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση, ενόψει των δυσμενών αυτών οικονομικών στοιχείων, να μετατρέψει το δάνειο από βραχυπρόθεσμο σε μακροπρόθεσμο, διευκολύνοντας τους ανακόπτοντες στην αποπληρωμή του".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο απέρριψε το λόγο της ανακοπής που στηριζόταν σε καταχρηστικότητα, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της ενστάσεως καταχρήσεως.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν αυτοί ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Ιανουαρίου 2017 αίτηση των Σ., Ι. και Α. Μ. και της Δ. σύζ. Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο νυν Αντιπρόεδρος του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και μετασχών της συνθέσεως

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ