407/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 407 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated407/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 407 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 407 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 407/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-12-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5525/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1147/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 13-9-2010 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1552/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2352/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 24-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 30-1-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 2352/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 30-1-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α’ ΚΠολΔ) υπ’ αριθμ. 2352/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά από αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1147/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, την από 26-1-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και της υπ’ αριθμ. 5525/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχτεί την από 26-3-2008 αγωγή εξ αναγωγής της τελευταίας (αναιρεσείουσας) κατά της πρώτης (αναιρεσίβλητης), δέχτηκε κατ’ ουσίαν την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ως άνω αγωγή εξ αναγωγής.
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με την αναίρεση της αποφάσεως εξαφανίζεται αυτή και αναβιώνει η εκκρεμοδικία της αγωγής ή εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε. Η αναιρεθείσα απόφαση αποβάλλει, κατά το αναιρεθέν μέρος της, κάθε ισχύ και θεωρείται ως άκυρη, με αποτέλεσμα να καταλύονται όλες οι έννομες συνέπειές της, οι δε διάδικοι να επανέρχονται στην υφισταμένη προ της αναιρεθείσας αποφάσεως κατάσταση. Εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του Εφετείου, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση. Επομένως, οι προτάσεις, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτή, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το Εφετείο. Ο ενάγων τέλος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει με τις προτάσεις του της νέας, μετά την αναίρεση, συζητήσεως της εφέσεως νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ. Επίσης κατά το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεστούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Ως νέα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα αλλά απαράδεκτα, είναι δε αδιάφορο, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή το αντιπαρήλθε σιωπηρά και υπό την προϋπόθεση ότι η κρίση περί του απαραδέκτου δεν ήταν εσφαλμένη. Η διάταξη εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες, κατ’ άρθρο 591 ΚΠολΔ. Για να ληφθούν υπόψη τα νέα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση και προσκόμισή τους στο Εφετείο. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεσμεύον το δικαστήριο της παραπομπής προς το οποίο η μη συμμόρφωση του ίδιου δικαστηρίου να θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα, το σχετικό από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης δεν επιλύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρέθηκε για τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β’ και 14 περ. γ’ λόγους, επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επικαλέστηκε ο διάδικος με τις προτάσεις του που υπέβαλε ενώπιόν του και δεν κήρυξε απαράδεκτα τα αποδεικτικά αυτά μέσα οπότε, εάν το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει στο ίδιο σφάλμα, δηλ. της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση ενώπιόν του, και της μη κήρυξης ως απαράδεκτων των εν λόγω μη νομίμως επικληθέντων με τις προτάσεις της μετ’ αναίρεση συζήτησης αποδεικτικών μέσων, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναίρεσης (από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β’ και 14 περ. γ’ ) και όχι ο από το άρθρο 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ (ΑΠ 780/2009, ΑΠ 1840/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε, μετ’ αναίρεση, η υπόθεση (έφεση) της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας για περαιτέρω εκδίκαση, έχει υποπέσει στη νομική πλημμέλεια του αριθμού 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με το να δεχτεί ως νόμιμα προσκομισθέν και παραδεκτό το αναφερόμενο στο λόγο αυτό έγγραφο, δηλ. την υπ’ αριθμ. ... άδεια ικανότητας οδήγησης εκδοθείσα από την πολιτεία ... της Αυστραλίας και ακολούθως να λάβει αυτό υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αντί να μην λάβει τούτο ολωσδιόλου υπ’ όψιν ως απαράδεκτο και να το κηρύξει ως τέτοιο, συμμορφούμενο με την ως άνω αναιρετική απόφαση, όπως όφειλε, καθόσον με την εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε η προεκδοθείσα επί της ένδικης αγωγής υπ’ αριθμ. 1147/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τους προβλεπόμενους από τους αριθμούς 11β’ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν και της μη κήρυξης απαράδεκτου αποδεικτικού μέσου μη προταθέντος και συγκεκριμένα του ως άνω εγγράφου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προεκδοθείσα της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 1147/2010 απόφασή του, αφού δέχτηκε, την από 26-1-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ’ αριθ. 5525/ 2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί την από 26-3-2008 αγωγή εξ αναγωγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας "...." κατά της αναιρεσίβλητης Γ. Π., με την οποία (αγωγή) η πρώτη ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία, με την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτριας του με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου, το οποίο είχε ασφαλίσει στη δικαιοπάροχό της ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας είναι καθολική διάδοχος με συγχώνευση δ’ απορροφήσεως, να της καταβάλει το ποσό των 125.218,97 ευρώ, το οποίο αυτή κατέβαλε σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην τραυματισθείσα τρίτη Γ. Κ. Α. σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο συγκρούσθηκαν το ως άνω δίκυκλο μοτοποδήλατο, οδηγούμενο από τον Α. Π., στερούμενο της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας οδήγησης μοτοποδηλάτου και το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον Ε. Χ., οι οποίοι κρίθηκαν συνυπαίτιοι του εν λόγω ατυχήματος με τις ως άνω αποφάσεις, λόγω εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη του ως άνω μοτοποδηλάτου, με ρητό όρο του ασφαλιστήριου συμβολαίου, της περίπτωσης κατά την οποία η ζημία προκαλείται από οδηγό του εν λόγω μοτοποδηλάτου που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια ικανότητος οδηγού, ακολούθως (το Εφετείο) δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε τελικά την ως άνω αγωγή της αναιρεσείουσας. Με την υπ’ αριθμ. 1552/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε, κατ’ αποδοχή της από 13-9-2010 αίτησης της αναιρεσείουσας, η ως άνω υπ’ αριθμ. 1147/2010 απόφαση του Εφετείου με την αιτιολογία ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 περ. β’ και 14 περιπ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν και της μη κήρυξης απαράδεκτου αποδεικτικού μέσου μη προσκομισθέντος, αντίστοιχα, με το να λάβει υπόψη, στην πρώτη περίπτωση, την επικληθείσα από την αναιρεσίβλητη το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων της με αρ. ... άδεια ικανότητας οδήγησης εκδοθείσα από την πολιτεία ... της Αυστραλίας, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο οδηγός του ζημιογόνου μοτοποδηλάτου δεν στερείτο της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα και συνακόλουθα μη απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την ασφαλιστική κάλυψη του εμπλακέντος στο ατύχημα μοτοποδηλάτου ιδιοκτησίας της, και με το να μην κηρύξει απαράδεκτο, στη δεύτερη περίπτωση, ως προς το παραπάνω έγγραφο, του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση από την αναιρεσίβλητη και ακολούθως αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση. Τα μοναδικά δε ζητήματα που λύθηκαν με την ως άνω υπ’ αριθμ. 1552/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν αφενός το παράνομο της λήψης υπόψη από το Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση του ως άνω εγγράφου (υπ’ αριθμ. ... άδειας ικανότητας οδήγησης εκδοθείσας από την πολιτεία ... της Αυστραλίας) για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκλησή του με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιόν του και αφ’ ετέρου το απαράδεκτο του ίδιου αποδεικτικού στοιχείου, λόγω επικλήσεως αυτού το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων της αναιρεσίβλητης. Η κρίση όμως αυτή του Αρείου Πάγου δεν αφορά, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα επίλυση νομικού ζητήματος, η οποία να δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής και προς την οποία η μη συμμόρφωση του ίδιου δικαστηρίου να θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα, τον σχετικό από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, αφού σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, μετά την αναίρεση της απόφασης αυτής στο σύνολό της οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, δικαιούμενοι να υποβάλλουν εκ νέου στο δικαστήριο της παραπομπής τα αποδεικτικά τους μέσα, με επίκληση αυτών στις προτάσεις τους της νέας, μετ’ αναίρεση συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η διάταξη αυτή που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, ασχέτων προς τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11β’ ΚΠολΔ, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ικανός λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, στο οποίο με τη 1552/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε, μετ’ αναίρεση, η υπόθεση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να κρίνει ως παραδεκτώς προσκομισθείσα την επικληθείσα το πρώτον από την αναιρεσίβλητη με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την αναιρεθείσα υπ’ αριθμ. 1147/2010 απόφαση "με αρ. ... πρώτης εκδόσεως την 1-3-1989 άδεια οδηγήσεως χωρίς περιορισμό (κατηγορία C) που είχε εκδοθεί από την πολιτεία ... της Αυστραλίας" αλλά και τη διεθνή άδεια οδήγησης, η οποία δεν προσκομίστηκε, και ακολούθως στηριζόμενο στα έγγραφα αυτά να αποφανθεί ότι "από τα αποδεικτικά μέσα που έχουν αναφερθεί δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα, ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Α. Π. κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν εφοδιασμένος με τις επικαλούμενες από την εναγόμενη αυστραλιανή άδεια οδήγησης και διεθνή άδεια οδήγησης και ότι οι άδειες αυτές κάλυπταν και την οδήγηση μοτοποδηλάτου" αντί να μην λάβει αυτά ολωσδιόλου υπόψη ως απαράδεκτα και να τα κηρύξει ως τέτοια, σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης με το παραπάνω περιεχόμενο είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για την προβολή αυτού, εφόσον, με βάση τα εκτιθέμενα απ’ αυτή, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη τα πιο πάνω έγγραφα, δηλ. της κατοχής από τον ως άνω οδηγό του ανήκοντος σ’ αυτήν μοτοποδηλάτου νόμιμης άδειας οδήγησης, η οποία κάλυπτε και την οδήγηση μοτοποδηλάτου (αυστραλιανής άδειας οδήγησης και διεθνούς άδειας οδήγησης) απορρίφθηκε ως αβάσιμος, και δεν οδήγησε σε επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποτέλεσμα, ώστε να προκύπτει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την προβολή του λόγου αυτού όπως διατυπώνεται, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον μεν αφορά στην αυστραλιανή άδεια οδήγησης, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των υποβληθεισών, κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση, ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση προτάσεων της αναιρεσίβλητης, η τελευταία είχε επικαλεστεί νομίμως το εν λόγω έγγραφο, καθόσον δε αφορά στη χωρίς άλλη ειδικότερη αναφορά επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα διεθνή άδεια οδήγησης, από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με τις προτάσεις τους στο παρόν Δικαστήριο επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τις ομολογίες αυτών (άρθρα 261, 352 ΚΠολΔ)", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο αιτιολογικό της οποίας το Εφετείο ουδόλως κάνει αναφορά σε διεθνή άδεια οδήγησης του οδηγού του μοτοποδηλάτου Α. Π., ούτε μνημονεύει τέτοιο έγγραφο, καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αναφερόμενη στο λόγο αυτό διεθνή άδεια οδήγησης, την οποία ουδόλως επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της που υπέβαλε κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως ενώπιόν του και συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση κηρύξεως απαραδέκτου των αναφερόμενων στο λόγο αυτό εγγράφων.
Κατά το άρθρο 11 § 1 του Ν. 489/76 "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ’ άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ’ αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2496/1997 συνάγεται ότι μπορεί στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, η οποία καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου, να περιληφθούν όροι περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις, άσχετα αν οι όροι αυτοί δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσουν ένσταση κατά του τρίτου που ζημιώθηκε. Μια τέτοια περίπτωση προβλεπόταν στο άρθρο 25 περ. 6 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου που ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (23-4-2007) και ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100/14-5-2007), σύμφωνα με την οποία αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό που δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί προβλεπομένη άδεια οδηγήσεως. Η διάταξη αυτή ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 589/1976, αφού με αυτή δεν καθορίζεται γενικός όρος της ασφαλιστικής σύμβασης αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή. Όμως η απαλλακτική αυτή ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή μπορούσε να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε με τη συμπερίληψή του σ’ αυτή δημιουργείτο δεσμευτικότητα του όρου αυτού. Η συνομολόγηση του εν λόγω όρου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ’ αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο. Περαιτέρω, με το άρθρο 96 του Ν. 2094/1992 (Κ.Ο.Κ) που ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος, ορίζονταν τα εξής: 1. Για την οδήγηση μοτοποδηλάτων απαιτείται άδεια οδήγησης, η οποία χορηγείται κατά τις κείμενες διατάξεις, σε αυτούς που έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, καθορίζονται οι αρμόδιες κατά τόπους Αστυνομικές Αρχές για την έκδοση άδειας οδηγού δίτροχων ή τρίτροχων με βοηθητικό κινητήρα (μοτοποδήλατα), ο τρόπος εξέτασης των υποψηφίων για την απόκτηση της άδειας αυτής, η διαδικασία έκδοσης, ως και ο τύπος των αδειών αυτών. 2. Για την οδήγηση μοτοποδηλάτου από αλλοδαπούς, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το 16° έτος της ηλικίας τους και δεν διαμένουν στην Ελλάδα, δεν απαιτείται η κατά την προηγούμενη παράγραφο άδεια. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου ως άνω Ν. 2492/1992 "Για την εφαρμογή του παρόντος κώδικος νοούνται ως:.. Μοτοποδήλατο: Το δίτροχο ή τρίτροχο όχημα που είναι εφοδιασμένο με κινητήρα εσωτερικής καύσης, του οποίου ο κυλινδρισμός δεν υπερβαίνει τα 50 κυβικά εκατοστά ή με ηλεκτροκινητήρα, ισχύος μέχρι 2,5 KW και μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα που δεν υπερβαίνει τα 50 χιλιόμετρα την ώρα". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 1599/1986, όπως ο νόμος αυτός ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν. 1988/1991 "Η ταυτότητα των αλλοδαπών αποδεικνύεται: 1α. Από το διαβατήριό τους ή άλλο έγγραφο, βάσει του οποίου επιτρέπεται η είσοδός τους στη χώρα", κατά δε το άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου Νόμου "Η ταυτότητα και τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6 αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τα στοιχεία που αναφέρουν" (μεταξύ των οποίων και η ιθαγένεια του κατόχου τους). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι δεν έχει εφαρμογή ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα όρος του ασφαλιστηρίου περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη της περίπτωσης κατά την οποία το ασφαλισμένο όχημα οδηγείτο από οδηγό στερούμενο της απαιτούμενης από το νόμο άδειας οδήγησης, και ότι επομένως η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία δεν είχε δικαίωμα αναγωγής κατά της αντισυμβαλλομένης της, ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος (μοτοποδηλάτου), εφόσον ο οδηγός αυτού κατά το ατύχημα, ως αλλοδαπός, έχων συμπληρώσει το 16° έτος της ηλικίας του και διαμένων μόνιμα στο εξωτερικό δεν ήταν υποχρεωμένος από το νόμο, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος διάταξη του άρθρου 96 παρ. 2 του ν. 2094/1992 (Κ.Ο.Κ.) να έχει εφοδιαστεί με άδεια για την οδήγηση μοτοποδηλάτου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα αναφορικά με την ιδιότητα του οδηγού του ως άνω μοτοποδηλάτου ως αλλοδαπού και το χαρακτήρα του οδηγούμενου απ’ αυτόν δικύκλου ως μοτοποδηλάτου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το καλοκαίρι του έτους 1994 η εναγομένη Γ. Π. φιλοξένησε προσωρινά στο σπίτι της στην Αθήνα τον εξάδελφό της Α. Π., ο οποίος γεννήθηκε στην Αυστραλία το έτος 1971 και κατοικούσε μόνιμα στο Σίδνεϋ Αυστραλίας. Την περίοδο της φιλοξενίας η εναγομένη είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, κατά τον ορισμό του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... της οποίας η ενάγουσα (....) τυγχάνει καθολική διάδοχος με συγχώνευση δι’ απορροφήσεως. Στις 26-7-1994 και περί ώρα 16.00 ο Α. Π. οδηγούσε το ως άνω μοτοποδήλατο, στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβαίνουσα η φίλη του Γ. Κ. Α., μόνιμη κάτοικος και υπήκοος Καναδά, και εκινείτο στη Λεωφόρο Μαραθώνος με κατεύθυνση από Ραφήνα προς Αθήνα. Όταν το εν λόγω μοτοποδήλατο έφθασε σε απόσταση 300 μ. περίπου από τη διασταύρωση της Λεωφ. Μαραθώνος με την οδό που οδηγεί προς Ραφήνα, συγκρούσθηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που οδηγούσε ο Ε. Χ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....". Η σύγκρουση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να ανατραπεί το μοτοποδήλατο και να τραυματισθεί η ως άνω συνεπιβάτισσα Γ. Κ. Α.. Η τελευταία άσκησε κατά των ανωτέρω (οδηγών, ιδιοκτητριών και ασφαλιστικών εταιρειών) την από 7-9-1997 (αριθμ. καταθ. 8852/1997) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού της που προκλήθηκε κατά το οφειλόμενο στη συγκλίνουσα αμέλεια των ως άνω οδηγών παραπάνω τροχαίο ατύχημα. Επί της αγωγής αυτής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων (Α. Π. και Γ. Π.) ως προς τους οποίους θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3875/1998 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία αφού κρίθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια των οδηγών των προαναφερομένων οχημάτων, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 9408/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ότι το ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια των δύο οδηγών, και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 14.400.158 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η δικαιοπάροχος της εδώ ενάγουσας, ασφαλιστική εταιρεία, σε εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης και ύστερα από εξώδικη συμφωνία με την παθούσα και τους συνεναγομένους της, με την οποία συμφωνία καθόρισαν το ποσοστό συνυπαιτιότητας σε 50% για καθένα από τους ανωτέρω οδηγούς, κατέβαλε στην ενάγουσα Γ. Κ. Α. το συνολικό ποσό των 12.475.127 δραχμών ή των 36.610,79 ευρώ, ήτοι το ήμισυ του επιδικασθέντος κατά τα ανωτέρω κεφαλαίου πλέον του ημίσεως των τόκων και εξόδων. Στη συνέχεια η παθούσα άσκησε την από 27-5-2001 (αριθ. καταθ. 4800/2002) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εδώ ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", του Ε. Χ., της εταιρείας "..." και της εταιρείας "..." ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας ...". Επί της αγωγής αυτής, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εν λόγω εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν το ποσό των 123.909.802 δραχμών ως αποζημίωση για μεταγενέστερες της πρώτης αγωγής ζημίες και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1819/2004 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε η αγωγή ως προς τους εναγομένους Ε. Χ. και "..." λόγω παραιτήσεως από το δικόγραφό της ως προς αυτούς, αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 10.006,09 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί εφέσεως της παθούσας - ενάγουσας κατά της ως άνω απόφασης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 7706/2006 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 90.006,09 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ενώ επέβαλε σε βάρος των εν λόγω εναγομένων μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, ποσού 5.400 ευρώ. Η ως άνω δικαιοπάροχος της εδώ ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης και ύστερα από εξώδικη συμφωνία, τόσο με την ίδια την παθούσα όσο και με τη συνεναγομένη της ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία καθορίσθηκε το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου των οδηγών σε ποσοστό 50%, κατέβαλε στην ενάγουσα το 1/2 του επιδικασθέντος ποσού, ήτοι έναντι του κεφαλαίου το ποσό των 45.003,04 ευρώ, έναντι των τόκων το ποσό των 26.037,45 ευρώ και έναντι της δικαστικής δαπάνης το ποσό των 2.700 ευρώ και συνολικά το ποσό των 73.740,69 ευρώ. Τέλος η ίδια παθούσα άσκησε κατά των παραπάνω εναγομένων την από 17-4-2007 αγωγή, με την οποία ζήτησε να της επιδικαστούν για περαιτέρω ζημίες από τον ένδικο τραυματισμό της, τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 370/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ’ αυτής, και με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην παθούσα - ενάγουσα, το ποσό των 26.368 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επέβαλε δε σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας που όρισε στο ποσό των 800 ευρώ. Η ως άνω δικαιοπάροχος της εδώ ενάγουσας, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης και μετά από συμφωνία με την παθούσα και τους συνεναγομένους της, κατέβαλε σε αυτήν (παθούσα - ενάγουσα) το 1/2 του επιδικασθέντος ποσού και συγκεκριμένα, έναντι του κεφαλαίου κατέβαλε το ποσό των 13.184 ευρώ, έναντι των οφειλομένων τόκων το ποσό των 1.283,45 ευρώ και έναντι της δικαστικής δαπάνης το ποσό των 400 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 14.867,49 ευρώ. Από τα αποδεικτικά μέσα που έχουν αναφερθεί δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Α. Π. κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν εφοδιασμένος με τις επικαλούμενες από την εναγομένη αυστραλιανή άδεια οδήγησης και διεθνή άδεια οδήγησης και ότι οι άδειες αυτές κάλυπταν και την οδήγηση μοτοποδηλάτου. Αποδείχθηκε όμως ότι ο παραπάνω οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν Αυστραλός υπήκοος. Με την ιδιότητά του αυτή είχε υποβάλει στις αρμόδιες αρχές της Αυστραλίας αίτηση για έκδοση διαβατηρίου και στις 4-6-1992 εκδόθηκε στο όνομά του το με αριθμό ... διαβατήριο των εν λόγω Κρατικών Αρχών, το οποίο, εκτός από ταξιδιωτικό έγγραφο, χρησιμεύει και ως στοιχείο ταυτότητας και ιθαγενείας αυτού (κατόχου). Η εναγομένη δεν προσκομίζει αντίγραφο του ως άνω διαβατηρίου, πλην όμως επικαλείται και προσκομίζει την από 4-8-1994 έκθεση απολογίας κατηγορουμένου με διερμηνέα, που συνέταξε ο ανθυπαστυνόμος Μ. Φ., παρισταμένου ως β’ ανακριτικού υπαλλήλου του αρχιφύλακα Γ. Κ., στην οποία βεβαιώνεται ότι ο τότε κατηγορούμενος Α. Π. και οδηγός του επίμαχου μοτοποδηλάτου, είναι κάτοχος του παραπάνω με αριθμό .../4-6-1992 διαβατηρίου, που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες Αρχές της Αυστραλίας. Από την ως άνω έκθεση απολογίας, που συνέταξαν οι ως άνω ανακριτικοί υπάλληλοι στα πλαίσια της διενεργούμενης αστυνομικής προανακρίσεως, αποδεικνύεται, κατά τα άρθρα 449 παρ. 1 και 2, 453 παρ. 1 εδ. 2 και 436 παρ. 1 περ. δεύτερη του ΚΠολΔ, ότι ο Α. Π. είναι κάτοχος του ως άνω αυστραλιανού διαβατηρίου. Εξάλλου η ως άνω από 4-8-1994 έκθεση απολογίας κατηγορουμένου, που είχε προσκομιστεί νόμιμα και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ) ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν οι συντάκτες της. Έτσι το στοιχείο στην ως άνω έκθεση ότι ο Α. Π. είναι κάτοχος του υπ’ αριθμ. .../4-6-1992 διαβατηρίου Αυστραλίας είναι από εκείνα την αλήθεια των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν οι συντάκτες του και αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά της οποίας επιτρέπεται ανταπόδειξη. Από όσα έχουν αναφερθεί αποδεικνύεται ότι ο Α. Π. κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν υπήκοος Αυστραλίας και κατοικούσε μόνιμα στη εν λόγω χώρα, ενόψει δε των δεδομένων αυτών και του γεγονότος ότι είχε συμπληρώσει το 16° έτος της ηλικίας του, δεν ήταν υποχρεωμένος να έχει άδεια οδηγήσεως μοτοποδηλάτου. Επομένως, ως αλλοδαπός και μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, νόμιμα οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας της εναγομένης, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος διάταξη του άρθρου 96 παρ. 2 του ν. 2094/1992 (Κ.Ο.Κ.). Και ναι μεν η διάταξη της περ. 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 AYE, κατά την οποία αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές που προξενούνται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια οδήγησης, είχε αποτελέσει όρο του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δυνάμει του οποίου η εναγομένη είχε ασφαλίσει το ως άνω μοτοποδήλατο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας η ενάγουσα τυγχάνει καθολική διάδοχος, πλην όμως, εφόσον για τον οδηγό Α. Π. δεν προβλεπόταν από το νόμο άδεια για την οδήγηση μοτοποδηλάτου, γιατί ήταν αλλοδαπός και διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό, νόμιμα οδηγούσε το ως άνω μοτοποδήλατο και έχει δημιουργηθεί η υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας προς αποζημίωση της παθούσας, χωρίς δικαίωμα αναγωγής κατά της αντισυμβαλλομένης ιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου μοτοποδηλάτου (εναγομένης). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι έχει εφαρμογή ο ως άνω όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ότι εξαιρείται της ασφαλιστικής καλύψεως το εν λόγω όχημα και στη συνέχεια έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Α. Π. ήταν υπήκοος Αυστραλίας και διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό και δεν ήταν υποχρεωμένος από το νόμο να έχει εφοδιαστεί με άδεια για την οδήγηση του μοτοποδηλάτου, όπως η εναγομένη ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη με σχετικό λόγο της έφεσής της. Κατά συνέπεια, αφού γίνει δεκτός ο ως άνω λόγος της κρινόμενης έφεσης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη των εναγομένων. Ακολούθως αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικαστεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή ως προς την τότε εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 2 του ν. 2094/1992 (Κ.Ο.Κ.) που ίσχυε κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, και την οποία εφάρμοσε, αφού με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής διατάξεως, δέχθηκε, αφ’ ενός μεν ότι το ανήκον στην κυριότητα, νομή και κατοχή της αναιρεσίβλητης με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα ήταν "δίκυκλο μοτοποδήλατο, κατά τον ορισμό του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ)", αφ’ ετέρου δε ότι ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος του εν λόγω μοτοποδηλάτου Α. Π., γεννήθηκε στην Αυστραλία το έτος 1971, κατοικούσε μόνιμα στο Σίδνεϋ Αυστραλίας, ήταν Αυστραλός υπήκοος και ότι με την ιδιότητα του Αυστραλού υπηκόου είχε υποβάλει στις αρμόδιες αρχές της Αυστραλίας αίτηση για έκδοση διαβατηρίου και στις 4-6-1992 εκδόθηκε στο όνομά του το με αριθμό ... διαβατήριο των εν λόγω Κρατικών Αρχών, του οποίου ήταν κάτοχος και το οποίο, εκτός από ταξιδιωτικό έγγραφο, χρησιμεύει και ως στοιχείο ταυτότητας και ιθαγενείας αυτού (κατόχου), για την πληρότητα δε των αιτιολογιών του δεν ήταν απαραίτητο, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, να αναφέρει ειδικότερα ότι ο οδηγός του ζημιογόνου δίκυκλου οχήματος Α. Π., ενόψει του ότι ήταν στενός συγγενής εξ αίματος της αναιρεσείουσας, είχε μόνο την Αυστραλιανή ιθαγένεια στερούμενος παντελώς της Ελληνικής, την οποία είχε με βεβαιότητα η αναιρεσίβλητη,
ούτε να αναφέρει τα κατ’ ιδίαν χαρακτηριστικά στοιχεία και τεχνικές προδιαγραφές που πληρούσε το ως άνω όχημα, ώστε να χαρακτηριστεί ως μοτοποδήλατο, όπως άλλωστε και η ίδια η αναιρεσείουσα το χαρακτηρίζει με την ένδικη αγωγή της, αρκούσης της αναφοράς ότι αυτό ήταν "δίκυκλο μοτοποδήλατο, κατά τον ορισμό του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ)", εφόσον τα περιστατικά αυτά ανάγονται στην πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και συνεπώς με την επίκληση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας αναφορικά με τις εν λόγω αιτιάσεις πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, το εξαγόμενο από τις οποίες παραπάνω πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 436 Κ.Πολ.Δ. αν το έγγραφο που προσκομίστηκε αναφέρεται σε άλλο έγγραφο, προσάγεται και αυτό, εκτός αν εκείνο που προσκομίστηκε αντικατέστησε το έγγραφο που αναφέρεται ή περιλαμβάνει όλο το ουσιώδες περιεχόμενό του. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι το αναφέρον έγγραφο έχει την πλήρη απόδειξη του αναφερόμενου εγγράφου, χωρίς την προσαγωγή του αναφερόμενου, όταν συντάχθηκε για να αντικαταστήσει το αναφερόμενο ή όταν η όλη ουσιώδης έννοια του αναφερόμενου εγγράφου επαναλαμβάνεται στο αναφέρον. Προκειμένου όμως το δικαστήριο να προσδώσει σε μόνο το αναφέρον έγγραφο την αποδεικτική δύναμη του αναφερόμενου πρέπει να βεβαιώνει τη συνδρομή ενός από τους παραπάνω νόμιμους όρους, ήτοι ή ότι το αναφέρον έγγραφο συντάχθηκε για να αντικαταστήσει το αναφερόμενο ή ότι το αναφέρον έγγραφο επαναλαμβάνει την όλη ουσιώδη έννοια του αναφερόμενου. Η βεβαίωση της συνδρομής των όρων αυτών μπορεί να συνάγεται και από μόνη την αναφορά του ανωτέρω άρθρου του ΚΠολΔ, εφόσον προκύπτει από τη σημείωση μιας των δύο περιπτώσεων του ότι κατ’ εφαρμογήν αυτής κρίνει ότι το αναφέρον έγγραφο είναι εκτιμητέο ως έχον την αποδεικτική δύναμη του αναφερόμενου εγγράφου, η βεβαιούμενη δε συνδρομή μιας των προϋποθέσεων του άρθρου τούτου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικού γεγονότος είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλ. χωρίς τη βεβαίωση αυτή, εάν το αναφερόμενο έγγραφο έχει ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, εφόσον η δύναμη αυτή αποδοθεί από το δικαστήριο μόνο στο αναφέρον έγγραφο, τότε τούτο υποπίπτει στη με τη διάταξη της ΚΠολΔ 559 αριθ. 12 ελεγχομένη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 1100/1999). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 11 περ. α’ αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Α. Π. ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος Αυστραλός υπήκοος, λαμβάνοντας υπόψη, με την επίκληση του εδ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το με αρ. .../4-6-1992 διαβατήριο του οδηγού του μοτοποδηλάτου που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές της Αυστραλίας, το οποίο αναφέρεται στην από 4-8-1994 έκθεση απολογίας κατηγορουμένου με διερμηνέα του οδηγού του μοτοποδηλάτου Α. Π. την οποία συνέταξε ο ανθυπαστυνόμος Μ. Φ. παριστάμενου ως β’ ανακριτικού υπαλλήλου του αρχιφύλακα Γ. Κ., στην οποία έκθεση και στα στοιχεία ταυτότητας του κατηγορουμένου αναφέρεται ότι αυτός είναι κάτοχος του με αρ. .../4-6-1992 διαβατηρίου που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές της Αυστραλίας, στηριζόμενη στο άρθρ. 436 Κ.Πολ.Δ. και κυρίως στο εδ. β’ τούτου, αν και το πιο πάνω έγγραφο δεν προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη όπως και η ίδια η προσβαλλόμενη μνημονεύει, και επί πλέον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ισχύος των εξαιρέσεων του εδ. β’ της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου, εφόσον ο εκδότης του αναφέροντος εγγράφου (έκθεσης απολογίας) δεν είναι ίδιος με τον εκδότη του αναφερόμενου (διαβατηρίου) ή διάδοχός του όχι τρίτος, όπως διατείνεται ότι ήταν αναγκαίο για να τυγχάνει εφαρμογής η εξαίρεση του εδ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 436 ΚΠολΔ, αφ’ ενός μεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 436 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, αφ’ ετέρου δε παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο του οποίου δεν επιτρέπεται η χρήση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Από τους αμέσως παραπάνω λόγους, ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αφορά σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά σε παραβίαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 436 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Εξάλλου, καθόσον αφορά στον τέταρτο, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, και κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου στην ως άνω έκθεση, είχαν καταχωρηθεί τα στοιχεία ταυτότητας του τότε κατηγορουμένου Α. Π., όπως αυτά προέκυπταν από το με αριθμ. .../4-6-1992 διαβατήριο που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές της Αυστραλίας, του οποίου ο προαναφερόμενος ήταν κάτοχος. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με την επίκληση στην προσβαλλόμενη απόφαση του εδ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 436 ΚΠολΔ, συνάγεται σαφής παραδοχή (βεβαίωση) του Εφετείου ότι το αναφέρον έγγραφο (έκθεση απολογίας) περιλαμβάνει όλο το ουσιώδες περιεχόμενο του αναφερόμενου εγγράφου (διαβατηρίου) και συνεπώς συνέτρεχε η δεύτερη περίπτωση των προϋποθέσεων ισχύος των εξαιρέσεων του εδ. β’ της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 436 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την εκτίμηση του αναφέροντος εγγράφου (έκθεσης απολογίας) ως έχοντος την αποδεικτική δύναμη του αναφερόμενου εγγράφου (διαβατηρίου), χωρίς την προσκομιδή του τελευταίου. Επομένως και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι "ο Α. Π. κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν υπήκοος Αυστραλίας και κατοικούσε μόνιμα στην εν λόγω χώρα και ότι εν όψει του γεγονότος ότι είχε συμπληρώσει το 16° έτος της ηλικίας του δεν ήταν υποχρεωμένος να έχει άδεια οδηγήσεως, και νόμιμα οδηγούσε το δίκυκλο" παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού ουδόλως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε, προς απόκρουση της αγωγής νομότυπα ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής αυτής ως προς την άσκησή της εναντίον της ούτε άλλον αυτοτελή ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο να υποστηρίζει ότι ο οδηγός του δικύκλου μοτοποδηλάτου ιδιοκτησίας της νομίμως οδηγούσε τούτο και δεν απαιτείτο να έχει άδεια οδηγήσεως του συγκεκριμένου τύπου οχήματος κατά το χρόνο του ατυχήματος, διότι πληρούσε σωρευτικά τις προϋποθέσεις του άρθρου 96 παρ. 2 του ν. 2094/1992 (Κ.Ο.Κ.). Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα φερόμενα ως ληφθέντα υπόψη, παρά το νόμο, περιστατικά, δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ειδικότερα άρνηση του δικαιώματος αναγωγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά της αναιρεσίβλητης ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου μοτοποδηλάτου και αντισυμβαλλομένης της στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και, συνεπώς, δεν συνιστούν πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 26-1-2009 έφεσης της αναιρεσίβλητης, αυτή πρόβαλε τον ως άνω ισχυρισμό, επικαλούμενη αυτολεξεί: "Σε κάθε περίπτωση με βάση το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο της σύγκρουσης (άρθρο 96 του Νόμου 2094/1992) για την οδήγηση μοτοποδηλάτου από αλλοδαπούς, που είχαν συμπληρώσει το 16° έτος της ηλικίας τους και δε διέμεναν στην Ελλάδα, δεν απαιτούνταν άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου. Κατόπιν των ανωτέρω προκύπτει ότι η ρήτρα αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που επικαλείται τόσο η προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια απόφαση όσο και η από 26-3-2008 αγωγή της αντιδίκου δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση", τον ισχυρισμό δε αυτό επανέλαβε και με τις από 26-11-2013 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του μετ’ αναίρεση δικάζοντος Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά απ’ αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2352/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ