407/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 407 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 407/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χρ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 407 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 407/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ανώνυμος Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα και κατέθεσε προτάσεις καθώς και τη δήλωση διόρθωσης του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης ως προς το όνομα του συζύγου της πέμπτης αναιρεσίβλητης Γ. συζ. Ν. Ξ. (ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού της Δ. Ν. Ξ.) από το εσφαλμένο "Κ." που έχει αναγραφεί από παραδρομή στο ορθό "Ν.".
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. θυγ. Ι. Τ., ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ορφανής πατρός ανήλικης θυγατέρας της Κ. - Α. θυγ. Κ. Ξ., 2. Μ. θυγ. Ι. Τ., ατομικά, 3. Ν. Κ. Ξ., ατομικά , 4. Γ. σύζ. Ν. Ξ., το γένος Δ. Π., ατομικά, 5. α) Ν. Κ. Ξ. και β) Γ. συζ. Ν. Ξ. (το ορθό αντί Κ. του εσφαλμένου- βάσει της δηλώσεως διόρθωσης της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας) και (αντί του εσφαλμένου Γ., βάσει της δηλώσεως διόρθωσης της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων), ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού τους Δ. Ν. Ξ., 6. Α. θυγ. Ν. και Γ. Ξ., 7. Ε. θυγ. Ν. και Γ. Ξ., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Σπηλιοπούλου, η οποία δήλωσε ότι ο 8ος των αναιρεσιβλήτων Δ. Α. Π., απεβίωσε την 16-2-2011 και κληρονομήθηκε από την αναιρεσίβλητη Γ. Ξ. σύζυγος Ν., το γένος Δ. Π. και η οποία συνεχίζει την δίκη. Η πληρεξούσια δικηγόρος τους κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5555/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2957/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 11-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των τριών (3) αιτήσεων αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως αυτών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία κατ'άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αποβιώσει κάποιος διάδικος εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση η δίκη διακόπτεται, η διακοπή δε επέρχεται εκτός των λοιπών περιπτώσεων με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και απ'αυτόν που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος του διαδίκου και τέλος η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, εμφανίσθηκε η πληρεξουσία δικηγόρο του ογδόου αναιρεσιβλήτου (Δ. Π. του Α.) Μαρία Π. Σπηλιοπούλου και δήλωσε ότι στις 16-2-2011 απεβίωσε ο προαναφερόμενος αναιρεσίβλητος και ότι συνεχίζει τη δίκη ως νόμιμη και μοναδική κληρονόμος αυτού η θυγατέρα του Γ. σύζυγος Ν. Ξ., το γένος Δ. Π.. Περαιτέρω από τα έγγραφα που προσκόμισε στο Δικαστήριο αυτό και επικαλέσθηκε η Γ. (κατ' επιτρεπτή διόρθωση αυτού από το αρχικά αναφερόμενο όνομα Γ.) σύζυγος Ν. Ξ., η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την προμνημονευόμενη δικηγόρο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../20-10-2011 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά-Χατζάκη, και ειδικότερα: 1)την υπ' αριθμ. 90Β'/17-2-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Χαλανδρίου Αττικής, 2)το υπ' αριθμ. 2859/2-3-2011 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δ. Π. του Α. του Δήμου ... και 3)τα υπ' αριθμ. 64313/24-10-2011 και 18125/24-11-2011 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης και περί μη αποποίησης της κληρονομίας του ως άνω προσώπου αντίστοιχα, προκύπτει ότι ο αναφερόμενος ως όγδοος αναιρεσίβλητος στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, διάδικος και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απεβίωσε στις 16-2-2011 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη θυγατέρα του Γ. σύζυγο Ν. Ξ., ως μόνη πλησιέστερη συγγενή του που δεν αποποιήθηκε την κληρονομία του και ότι αυτή συνεχίζει την προκειμένη αναιρετική δίκη ως υπεισερχομένη στη θέση του. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η δήλωση της ως άνω κληρονόμου του Δ. Π. του Α. και να προχωρήσει η διαδικασία με την υπεισέλευση της Γ. συζύγου Ν. Ξ. στη θέση του αποβιώσαντος ογδόου αναιρεσιβλήτου Δ. Π. του Α..
Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 περ.β ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανωτέρω δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν (οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης). Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η τοιαύτη αναφορά πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη σε τρόπο, ώστε να προκύπτει από αυτήν ο εκ νέου επικαλούμενος ισχυρισμός, ο οποίος είχε προβληθεί κατά την προηγούμενη συζήτηση και επαναλαμβάνεται κατά τη νέα με αναφορά στις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης (Ολ.ΑΠ 9/2000). Ειδικότερα, αν ο διάδικος είχε νικηθεί πρωτοδίκως, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο προσθέτων λόγων πρέπει να γίνεται. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AE AZ" που είναι εναγόμενη στην από 10-2-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής και των λοιπών συνεναγομένων προσώπων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2957/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την από τον αριθμ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα για το ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από το άρθρο 10 παρ.1 και 3 του ν. 489/1976 ένσταση περί περιορισμού της ευθύνης της για αποζημίωση των τότε εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ και περί συμμέτρου ικανοποιήσεως των απαιτήσεων τους, που υπερέβαιναν συνολικά το ασφάλισμα (τα 500.000 ευρώ). Πλέον συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σ'αυτήν (απόφαση) επισημαίνεται, όσον αφορά την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, ότι "Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία δεν προβάλλει ένσταση περιορισμού της ευθύνης της έως του οριζομένου στην ασφαλιστική σύμβαση ποσού (των 500.000 ευρώ), αλλά ούτε ισχυρίζεται τη συνδρομή νόμιμης περιπτώσεως για την σύμμετρη (ανάλογη) ικανοποίηση των περισσοτέρων ζημιωθέντων τρίτων από το επίδικο ατύχημα και ήδη εναγόντων". Η αναιρεσείουσα όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 12-1-2008 εφέσεως της κατά της υπ' αριθμ. 5555/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επισκοπεί παραδεκτά ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) δεν προσέβαλε με λόγο εφέσεως τη σιωπηρή απόρριψη της ως άνω ενστάσεως της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις από 25-1-2010 προτάσεις της που κατέθεσε στο Εφετείο Αθηνών τόσο επί της από 12-1-2009 έφεση αυτής όσο και επί της από 6-4-2009 έφεσης των αντιδίκων της κατά της προμνημονεύμενης πρωτόδικης αποφάσεως, αυτή αναφέροντας κατά λέξη "Επειδή προσάγουμε και επικαλούμαστε επίσης επικυρωμένο αντίγραφο των πρακτικών της επικαλούμενης και επί πλέον επικυρωμένο αντίγραφο των προτάσεων μας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο με τις παρούσες και στις οποίες επίσης αναφερόμαστε για αποφυγή επαναλήψεων" δεν επανέφερε σύννομα την ως άνω ένσταση περί περιορισμού της ευθύνης της και συμμέτρου ικανοποιήσεως των απαιτήσεων των αντιδίκων της μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως της προμνημονευόμενης ασφαλιστικής εταιρίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί επίσης με απαράδεκτος, διότι οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με τη μη προβολή της προαναφερόμενης ενστάσεως δεν αναφέρονται σε κρίση επί της ουσιαστικής βασιμότητας της εν λόγω ενστάσεως, ώστε να είναι δυνατή η ίδρυση του λόγου αυτού. Εξάλλου, το Εφετείο μη απαντώντας ειδικότερα στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας ότι ο θανών Κ. Ξ. κατά το χρόνο του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος δεν οδηγούσε τη δική του δίκυκλη μοτοσυκλέτα αλλά εκείνη του φίλου του Μ. Ζ., της οποίας δεν γνώριζε όλα τα χαρακτηριστικά της για την ευχερή οδήγηση της, με την παραδοχή ότι αυτός δεν παραβίασε κάποια διάταξη του ΚΟΚ κατά την οδήγηση αυτής και ότι οδηγούσε με την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή την ως άνω μοτοσυκλέτα, γι' αυτό και έκρινε ότι δεν συντέλεσε στην πρόκληση του επιδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού ο ως άνω ισχυρισμός δεν αναφέρεται σε "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (στην ευδοκίμηση της ένστασης του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος), αλλά σε πραγματικό επιχείρημα.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Ακόμη η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος (άρθρο 300 ΑΚ) υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τις πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος. Αντιθέτως με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων. Τούτο γιατί η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως αφορώσα εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά για τις συνθήκες του θανάσιμου τραυματισμού του Κ. Ξ. από το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα: "Στις 14.3.2006 και περί ώρα 17.35' ο Κ. Ξ. (πατέρας της πρώτης αναιρεσίβλητης, μνηστήρας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τέκνο των τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, αδελφός των πέμπτου, έκτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων και εγγονός του ήδη αποβιώσαντος όγδοου αναιρεσιβλήτου) οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εκινείτο με κανονική ταχύτητα στην περιοχή Χαλανδρίου Αττικής και επί της διπλής κατευθύνσεως οδού Αποστολοπουλου με κατεύθυνση από Μαρούσι προς Ν. Ψυχικό. Κατά την ίδια χρονική στιγμή και επί της άνω οδού με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Ν. Ψυχικό προς Μαρούσι εκινείτο το υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο των εναγομένων, που είχε προστηθεί στην οδήγηση του από την ιδιοκτήτρια και κάτοχο του, δεύτερη εξ αυτών ανώνυμη εταιρία και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις από την κυκλοφορία του σε τρίτους προξενούμενες υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στην τρίτη εξ αυτών ασφαλιστική εταιρία, Τη στιγμή κατά την οποία η μοτοσυκλέτα έφθασε στη διασταύρωση της οδού Αποστολοπουλου με την οδό Επτανήσου, το αντιθέτως κινούμενο ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατά τρόπο αιφνίδιο και εξ εγγυτάτης (περί τα 10 μέτρα) αποστάσεως επιχείρησε αλλαγή της κατευθύνσεως του, πραγματοποιώντας αριστερή στροφή, προκειμένου να κινηθεί επί της οδού Επτανήσου. Κατά την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας το οποίο έχει πλάτος 3,5 μέτρων και ενώ βρισκόταν σε κάθετη θέση σε σχέση με την επί του ρεύματος τούτου κινούμενη μοτοσυκλέτα, απέφραξε την πορεία της, προκαλώντας έτσι την πτώση της μοτοσυκλέτας με το εμπρόσθιο μέρος της στο εμπρόσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του (μεταξύ του δεξιού τροχού και της δεξιάς πόρτας), με αποτέλεσμα, πλην των βλαβών που υπέστησαν τα οχήματα, να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Κ. Ξ.. Αποκλειστικά υπαίτιος του δυστυχήματος είναι ο εναγόμενος Δ. Ν., οδηγός του υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις να επιδείξει. Συγκεκριμένα ο παραπάνω εναγόμενος οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και ειδικότερα παρ' ότι από απόσταση 50 περίπου μέτρων αντιλήφθηκε την επί του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας κίνηση της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Κ. Ξ., δεν διέκοψε εντελώς την πορεία του και δεν επέτρεψε σ' αυτήν να διέλθει από την προαναφερόμενη διασταύρωση παρ' ότι είχε προτεραιότητα. Αντιθέτως και ενώ η μοτοσυκλέτα απείχε ελάχιστα από το αυτοκίνητο που οδηγούσε, αυτός (εναγόμενος οδηγός) στρέφοντας το κεφάλι του πίσω και αριστερά, δηλαδή στην αντίθετη όσον αφορά την κίνηση της μοτοσυκλέτας κατεύθυνση πραγματοποίησε αριστερή στροφή, διασχίζοντας καθέτως το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και παρεμβαλλόμενος στον άξονα πορείας της μοτοσυκλέτας, την οποία και εντελώς απέκλεισε. Απότοκη συνέπεια της μη επιδείξεως εκ μέρους του εναγομένου οδηγού της οφειλομένης κατά τα ανωτέρω επιμέλειας και προσοχής, η οποία κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόταν με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, σε συνδυασμό με τους ανωτέρω νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που τηρούνται στις συναλλαγές, την κοινή λογική και πείρα και την οποία κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση του παραπάνω εναγομένου θα κατέβαλε ήταν η πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης και η επέλευση των προαναφερόμενων επιζήμιων σε πρόσωπα και πράγματα συνεπειών. Τον οδηγό της υπ' αρ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Κ. Ξ. ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει στην επέλευση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ότι δεν ασκούσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας ή ότι εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, μεγαλύτερη του ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ωρ, την οποία δήθεν ανέπτυξε επιχειρώντας υπέρβαση προπορευόμενου οχήματος. Ο ίδιος οδηγός, παρά την άμεση πέδηση στην οποία προέβη (μήκους 10 μέτρων) δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, εξαιτίας της μικρής αποστάσεως από την οποία παρεμβλήθηκε στην πορεία του το ΙΧΕ αυτοκίνητο και της ελλείψεως σχετικής χρονικής δυνατότητας. Επομένως, τα από τους εναγόμενους πρωτοδίκως υποστηριζόμενα και με λόγο εφέσεως επαναφερόμενα σε απόκρουση των αγώγιμων απαιτήσεων περί του ως άνω περιεχομένου συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος οδηγού Κ. Ξ. στην επέλευση της ένδικης θανατηφόρου για τον ίδιο συγκρούσεως δεν επαληθεύονται και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, προκύπτουν και τα ακόλουθα ουσιώδη. Αποτέλεσμα του προπεριγραφόμενου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο Κ. Ξ. να πάθει βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας και συγκεκριμένα, κατάγματα ρινικών-ζυγωματικών οστών, κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού, εγκάρσιο διαχωριστικό κάταγμα βάσεως, διερχόμενο δια του βόθρου της υποφύσεως, λοξώς φερόμενα γραμμοειδή κατάγματα οροφής οφθαλμολογικών κογχών, καθολική τραυματική υπαραχνοειδή και ενδοκοιλιακή συλλογή αίματος και αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου, κάταγμα αμφοτέρων των κλείδων, κάταγμα σώματος 1ης- 5ης δεξιάς και 1ης - 2ης αριστερής πλευράς με παρεκτοπισμένα οστικά άκρα, αμφίπλευρο αιμοθώρακα (αριστερά), εκτεταμένη αιμορραγική θλάση (τραυματική βλάβη) μεσοκοιλιακού διαφράγματος και ενδοκαρδίου υπενδοκαρδιακής ζώνης αριστερής κοιλίας, αμφίπλευρες παρεγχυματικές θλάσεις και διασχίσεις πνευμόνων, ρήξη δεξιού λοβού (διαφραγματική επιφάνεια) ήπατος, αμφίπλευρες θλάσεις νεφρών και περινεφρικό αιμάτωμα δεξιά, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε στις 19.301 της αυτής μέρας ο θάνατος. Δεν αποδεικνύεται η επίσης πρωτοβαθμίως προβληθείσα και στο δεύτερο βαθμό επίσης επαναφερόμενη με ιδιαίτερο λόγο των υπό κρίση εφέσεων των εναγομένων, ένσταση, για την συνυπαιτιότητα του παθόντος Κ. Ξ. στην επέλευση του ζημιογόνου για τον ίδιο αποτελέσματος και εν προκειμένω του θανάτου του, διότι αυτός ως οδηγός μοτοσυκλέτας δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Και τούτο διότι, δεν αποδεικνύεται ότι η χρήση του κράνους από τον Κ. Ξ. ήταν ικανή να αποτρέψει το παραπάνω (θανατηφόρο) γι' αυτόν αποτέλεσμα, εν όψει του είδους και της εκτάσεως (και) των προαναφερομένων λοιπών σωματικών του στον θώρακα και στη κοιλία κακώσεων, γεγονός το οποίο αναιρεί οποιαδήποτε αναγκαίως απαιτούμενη για τον καταλογισμό της εν λόγω συντρέχουσας αμέλειας, αιτιώδη συνάφεια, μεταξύ της ανωτέρω παραλείψεως του Κ. Ξ. και του επελθόντος για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του και ήδη ενάγοντες επιζήμιου αποτελέσματος". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο που δίκασε κατ' ουσίαν την από 10.2.2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατ' ουσίαν και αφενός υποχρέωσε την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία και τους συνεναγομένους της να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους, λόγω αποζημιώσεως τους και (ή) χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης τους, στους εφεσίβλητους τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, αφετέρου δε αναγνώρισε ότι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στην πρώτη, τρίτη και τέταρτη των εφεσίβλητων και άλλα χρηματικά ποσά, μεγαλύτερα ή μικρότερα εκείνων που είχαν επιδικασθεί με την υπ' αριθμ. 5555/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία εξαφάνισε.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα αυτές των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με τα ουσιώδη ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Δ. Ν. και της μη συνυπαιτιότητας του Κ. Ξ. στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και την έκταση της ζημίας για τον ίδιο και όλους τους αναιρεσιβλήτους συγγενείς του, όπως επίσης και της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του πρώτου των ως άνω προσώπων και των επελθόντων επαχθών σε ανθρώπους και πράγματα αποτελεσμάτων, πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με συνέπεια να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις εν λόγω διατάξεις προβλεπόμενες πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορθά ότι δεν προτάθηκε ο ισχυρισμός από το διάδικο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε το αποδεικτικό μέσο για απόδειξη αυτού, δηλονότι δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προχωρεί στην έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τον σχετικό ισχυρισμό του ενάγοντος ή του αντιδίκου του. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της ως άνω αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αριθμ. ΑΤΕ ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με το οποίο ήταν ασφαλισμένο το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧ Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SANOFI AVENTIS Α.Ε." για τις ζημίες που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την κίνηση του μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, το οποίο είχε προσκομίσει σ'αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επικαλεσθεί, ήτοι προσβάλλει την ως άνω απόφαση για την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Σύμφωνα όμως τα προεκτιθέμενα για τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αφού η σχετική από το άρθρο 10 παρ.1 και 3 του ν.489/1976 ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας δεν προβλήθηκε παραδεκτή, δεν τίθεται περαιτέρω ζήτημα απόδειξης ή μη των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών περιστατικών. Εντεύθεν, αφού λείπει η προϋπόθεση εξέτασης του λόγου αυτού (παραδεκτή προβολή της ως άνω ένστασης) παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του και πρέπει ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο και η αιτίαση ότι δέχτηκε χωρίς να διατάξει αποδείξεις ότι η παράλειψη του θανόντος να φέρει κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας του προστατευτικό κράνος δεν επέδρασε στην τελική αιτία θανάτου του. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος τούτο είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι, μετά την τροποποίηση του άρθρου 559 αριθ. 10 με το άρθρο 15 ν. 2943/2001 με το οποίο πλέον ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι το γεγονός ότι ο θανών δεν φορούσε κράνος δεν επέδρασε στην επέλευση του θανάτου του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τα οποία "το κράνος δεν προστατεύει μόνο το κεφάλι, αλλά εμποδίζει τραυματισμούς και σε άλλα μέρη του σώματος και κυρίως στο θώρακα ακόμη και στην κοιλία διότι ακριβώς η χρήση του κράνους είναι αποφευκτική της επαφής των παραπάνω μερών του σώματος με το έδαφος", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι το επικαλούμενο ως παραβιασθέν δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, ώστε η παραβίαση του να θεμελιώνει την προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως για έρευνα πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2010 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων-Ζημιών" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2957/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα όλων των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ