Legislator Case Law & Legislation
407/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that appellate court properly considered all evidence including documents cited by parties.

Case Number 407/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding a construction dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents proving the absence of a loan contract, while the opposing parties contended all evidence was duly reviewed. The court ruled that the appellate court explicitly stated it had taken all submitted documents into account, making the appeal's claim of non-consideration baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider evidence is not a ground for cassation if the final judgment explicitly states that all legally submitted and cited evidence was taken into account and evaluated.

Keywords

AI generated
cassation appeal appellate court review evidence consideration loan contract dispute construction permits civil procedure code judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 407 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 407/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βύρωνα Βοσκίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4. Ψ4, κατοίκου ... και 5. Ψ5, κατοίκου ... . Οι 2η, 3η, 4ος, και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Νικόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Ο ανωτέρω δικηγόρος μέσω των από 30-9-2007 προτάσεων του δηλώνει τον θάνατο του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ψ1) στις 31-5-2005 και τη συνέχιση της βίαιης διακοπής της δίκης από τους κληρονόμους του: α. Ψ6, β. Ψ7 και γ. Ψ8, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20573/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2209/2004 μη οριστική, 127/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-2-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62,73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδοχών (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.

Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 1493/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την 11/5/2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 31.10.2005, δηλαδή πριν από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (27.2.2006). Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση αυτής γνώριζε τον θάνατο αυτού, οι δε σύζυγός του (Ψ6), και τα τέκνα του (Ψ7 και Ψ8), ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του, κατέθεσαν προτάσεις για τη ματαιωθείσα δικάσιμο της 19.9.2007 δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου και πρόβαλλαν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.

Επομένως είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και κατά το μέρος που αφορά τον αποβιώσαντα πρώτο αναιρεσίβλητο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικ επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο της από 21.9.2007 κλήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως, προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 5.11.2008, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους Ψ6, Ψ7 και Ψ8, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του πρώτου αναιρεσιβλήτου συζύγου και πατρός αυτών, νομίμως και εμπροθέσμως, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, ούτε υπέβαλαν δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ.

ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

II). Από την διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ προκύπτει σαφώς ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησαμένου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλομένων και με την οποία ο πρώτος παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση πράγματος, στον δεύτερο, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέψει μετά τη λήξη αυτής.

Πρόκειται για σύμβαση που καταρτίζεται μόνο με και από την εκτέλεση της παροχής από τον χρήστη. Παράδοση της χρήσης αποτελεί η θέση του χρησαμένου με τέτοια σχέση προς το πράγμα, ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιεί. Επομένως ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού, δηλαδή στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ' αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη.

Τέλος η παράδοση της χρήσης μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς καμιά υλική πράξη του χρήστη, με την απλή αλλαγή της διαθέσεως του χρησαμένου, όταν π.χ. αυτός, έχοντας την νομή του πράγματος, αντιφωνεί αυτήν προς τον χρήστη, διατηρώντας όμως την κατοχή λόγω χρησιδανείου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή αυτού, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει του πράγματος.

Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.

Η αοριστία δε αυτής δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης η συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, μολονότι στο δικόγραφό της αορίστως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, αλλά προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, οπότε και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής που παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. σε αυτό εκτίθεται ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι και συννομείς, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσοστά του με αριθμ. ... κληροτεμαχίου του ...ου οικοδομικού τετραγώνου του συνοικισμού ..., ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτών ΑΑ παραχώρησε το έτος 1972 στην αναιρεσείουσα - εναγομένη, δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως, τη χρήση της επί του νοτίου τμήματος του προαναφερόμενου ακινήτου πλινθοκτίστου οικίας, ότι στη συνέχεια, λόγω της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως της εναγομένης, ο ως άνω ΑΑ παραχώρησε σ' αυτήν σιωπηρώς τη χρήση της πλινθόκτιστης οικίας άνευ ανταλλάγματος και για αόριστο χρονικό διάστημα, ότι στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτής της συμβάσεως χρησιδανείου υπεισήλθαν μεταγενεστέρως οι ενάγοντες, που απέκτησαν την νομή και κυριότητα του επιδίκου, και συγκεκριμένα:

α) ο πρώτος ενάγων το έτος 1981, το μεν κατά 10/48, εκ δωρεάς του πατρός του ΑΑ, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... συμβολαίου του σ/φου Θεσσαλονίκης Γρ. Χατζησώμου, το δε κατά 2/48 εξ' αγοράς παρά του αληθούς κυρίου ΒΒ, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... συμβολαίου του ιδίου σ/φου, β) οι δεύτερη, τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των εναγόντων, κατά τα 3/48 ο καθένας, εκ της εξ' αδιαθέτου διαδοχής του κατά την 30.6.1986 αποβιώσαντος συζύγου και πατρός αυτών ΓΓ, του οποίου την κληρονομία απεδέχθησαν νομίμως, στον δε δικαιοπάροχό τους (ΓΓ) τα ανωτέρω ποσοστά είχαν περιέλθει, δυνάμει των αυτών ως άνω συμβολαίων του σ/φου Θεσ/νίκης Γρ.

Χατζησώμου, και ότι η εναγομένη κατά τους πρώτους μήνες του έτους 1990 επεχείρησε να προβεί σε προσθήκες και βελτιώσεις επί του επιδίκου και έτσι οι ενάγοντες κατήγγειλαν αμέσως, δηλαδή τον Φεβρουάριο, του ιδίου έτους την μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενη σύμβαση χρησιδανείου. Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αγωγή, με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του επιδίκου και στην οποία γίνεται σαφής αναφορά στον χρόνο υπεισελεύσεως των εναγόντων στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συμβάσεως χρησιδανείου, στον τρόπο καταρτίσεώς της και γενικώς διαλαμβάνει, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, σαφή έκθεση των θεμελιούντων αυτήν γεγονότων που δικαιολογούν την άσκησή της από τους ενάγοντες κατά της εναγομένης, είναι επαρκώς ορισμένη, ουδόλως δε ήταν αναγκαίο για το παραδεκτό αυτής να αναφέρει στο δικόγραφό τα στοιχεία προσδιορισμού της καθ' υποφοράν αναφερομένης στην αγωγή συμβάσεως μισθώσεως.

Κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου πρώτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γιατί δεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας ισχυρισμό της εναγομένης αλλά προχώρησε στην κατ' ουσίαν εξέταση και αποδοχή της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

III). Κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Στην προκριμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ` ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... τίτλου της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης [διεύθυνση Γεωργίας] παραχωρήθηκε στους ΔΔ, ΕΕ και ΑΑ εξ αδιαιρέτου και ισομερώς οικοπεδικός κλήρος, ήτοι το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο εμβαδού 1346 τ .μ, που βρίσκεται στο συνοικισμό ... .

Έπειτα από άτυπη διανομή μεταξύ των άνω κληρούχων-συννομέων, ο εξ αυτών ΑΑ έλαβε στην αποκλειστική του νομή και κατοχή διαιρετό τμήμα, κείμενo στο νότιο τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 673 τμ , εντός του οποίου περί το έτος 1932 ανήγειρε ισόγεια, κεραμοσκεπή οικία, εμβαδού 70 τμ περίπου, αποτελούμενη από δύο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και αποχωρητήριο για τις ανάγκες στέγασης της οικογένειάς του.

Η συμφωνία αυτή περί διανομής του οικοπέδου εξακολούθησε να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 431/1968 [23.5.1968], δυνάμει του οποίου [άρθρ 1 παρ 2 εδ δ' ] δεν απαγορεύεται η κατάτμηση οικοπεδικού κλήρου οπότε και εγκυροποιήθηκε. Περί το έτος 1972 ο άνω νομέας ΑΑ, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε μετοικήσει σε άλλη οικία του ίδιου οικισμού, παρέδωσε τη χρήση της ανωτέρω ισογείου οικίας στην εναγομένη δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών προφορικά, αντί συμφωνηθέντος μισθώματος.

Λόγω του ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης μισθώτριας δεν ήταν καλή, οι ως άνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν τη λύση της συμβάσεως μισθώσεως και συγχρόνως συμφώνησαν, όπως παραχωρηθεί η χρήση της οικίας στην εναγομένη από το θείο της ΑΑ χωρίς αντάλλαγμα, δυνάμει άτυπης σύμβασης χρησιδανείου, προς εξυπηρέτηση των αναγκών στεγάσεώς της.

Στις 16.2.1981 ο ανωτέρω ΑΑ μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρ. Χατζησώμου εξ αδιαιρέτου και ισομερώς τη νομή του πιο πάνω διαιρετού τμήματος του [κληρουχικού] οικοπέδου, μετά της επ' αυτής ισόγειας οικίας, στα δυο τέκνα του Ψ1 [πρώτο ενάγοντα] και ΓΓ, σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας και πατέρα των λοιπών εναγόντων.

Αυτοί, ως συννομείς της χρησιδανισθείσας οικίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος συμφώνησαν, όπως η εναγομένη εξαδέλφη τους συνεχίσει, να χρησιμοποιεί την παραπάνω οικία ως κατοικία χωρίς αντάλλαγμα. Στις 29.6.1986 απεβίωσε ο εκ των συννομέων της οικίας ΓΓ και άφησε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τους δεύτερη, τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων, οι οποίοι και κατέστησαν συννομείς της χρησιδανισθείσας οικίας κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Οι τελευταίοι, συμφώνησαν με την εναγομένη όπως αυτή εξακολούθησει να χρησιμοποιεί την ανωτέρω οικία και κατά το άνω ποσοστό των 4/8 εξ αδιαιρέτου ως κατοικία, χωρίς αντάλλαγμα. Κατά το έτος 1990 η εναγομένη, η οποία ως χρησαμένη είχε την υποχρέωση να συντηρεί με δικές της δαπάνες την οικία, η οποία της είχε παραχωρηθεί μόνο κατά χρήση, χωρίς αντάλλαγμα για την κάλυψη των αναγκών στεγάσεως της, όπως προεκτέθηκε, επιχείρησε να κατασκεύασει προσθήκη κτίσματος, αντιποιούμενη με τον τρόπο αυτό τη σύννομη των εναγόντων-χρηστών.

Κατόπιν αυτού οι τελευταίοι κατήγγειλαν την επίδικη σύμβαση χρησιδανείου δια της προαναφερθείσας [υπ' αριθμ. εκθ. καταθέσεως 17426/11.6.1990] αγωγής τους, με την οποία, εκτός των άλλων, ζήτησαν την απόδοση της εν λόγω οικίας. ... Υπό τα εκτεθέντα δε και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η άσκηση της ένδικής αγωγής δεν είναι καταχρηστική γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης (άρθρο 281 ΑΚ), που αναφέρεται και ως λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της αγωγής κατά την κυρία βάση της και αναγνώρισε ότι λύθηκε με την καταγγελία η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση χρησιδανείου και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδώσει στους ενάγοντες το επίδικο ακίνητο, απορρίπτοντας την υποβληθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, διότι από το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της και τα οποία, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων, ενώ βάσει των περιστατικών που έκρινε ως αποδεικνυόμενα, με επαρκή αιτιολογία έκρινε ως αβάσιμη την από το άρθρο 281 Α.Κ.

ένσταση της εναγομένης και επομένως οι δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος, πέμπτος, έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, ενδέκατος, και δέκατος τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

IV). Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της. Δεν συνιστά όμως το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση ή η χρήση συναφών όρων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και δωδέκατο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο ότι " συνήφθη άτυπος σύμβαση", ενώ οι ενάγοντες είχαν ισχυρισθεί ότι "ο δικαιοπάροχός τους παραχώρησε σ' αυτήν σιωπηρώς τη χρήση του επιδίκου, λόγω συμβάσεως χρησιδανείου αορίστου χρόνου", και ότι " το 1972 ο ΑΑ παρέδωσε τη χρήση της επιδίκου οικίας στην εναγομένη, δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως, και μετά τη λήξης της παρεχώρησε την χρήση αυτής χωρίς αντάλλαγμα, δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου", ενώ οι ενάγοντες δεν ισχυρίσθηκαν ότι μετά τη λήξη της συμβάσεως παραχωρήθηκε η χρήση αυτής στην εναγομένη, χωρίς αντάλλαγμα.

Η αναφορά όμως από το Εφετείο των ως άνω διευκρινιστικών περιστατικών, δεν συνιστούν, μολονότι διατυπώνονται με διαφορετικό τρόπο στην ιστορική βάση της αγωγής, τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, διότι πρόκειται για επουσιώδη περιστατικά που βεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις.

Επομένως οι ως άνω περί του αντιθέτου λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

V). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ'αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τις μαρτυρικές καταθέσεις τα έγγραφα, ως και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ` αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο, έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, όγδοο, ένατο και δέκατο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ.γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., γιατί το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάμει δεκτή την αγωγή των αντιδίκων της, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί και η αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:

α) την υπ' αριθ. ... άδεια οικοδομικών εργασιών, β) τα υπ' αριθ. ... και ... συμβόλαια του σ/φου Θεσσαλονίκης Γρ. Χατζησώμου, και γ) την υπ' αριθ. ... αίτηση των αναιρεσιβλήτων για την ανάκληση της υπ' αριθ. ... άδειας επισκευής του επιδίκου, από τα οποία προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς της η ανυπαρξία συμβάσεως χρησιδανείου.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στους κρινομένους λόγους της αναίρεσης.

Εξ άλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.11 Κ.Πολ.Δ. δε λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία.

Συνεπώς ο ανωτέρω δέκατος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς την αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο εξώδικης ομολογίας, που συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα από την υπ' αριθ. ... αίτηση ανακλήσεως της υπ' αριθ. ... άδειας οικοδομής, των αναιρεσιβλήτων, στην οποία οι αναιρεσίβλητοι δεν αναφέρονται στην ύπαρξη συμβάσεως χρησιδανείου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η εν λόγω αίτηση ελήφθη υπόψη από το Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.2.2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 127/2006 αποφάσεως του αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ