407/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα (επειδή κωλύεται η Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη) και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated407/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σκοπιμότητα της διατάξεως είναι προφανής, διότι με αυτή κατοχυρώνονται οι δικηγορικές απαιτήσεις, οι οποίες υπό την αντίθετη εκδοχή θα κινδύνευαν να παραγραφούν σε περιπτώσεις μακροχρονίων δικών, λόγω ευλόγων ηθικών ενδοιασμών των δικηγόρων να εγείρουν αγωγές κατά πελατών τους με αντικείμενο την επιδίκαση καθυστερούμενων αμοιβών, ενώ συνεχίζεται η σχέση εντολής και ο χειρισμός των υποθέσεών τους από αυτούς (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 407 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 407/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα (επειδή κωλύεται η Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη) και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκορδαλό.
Του αναιρεσιβλήτου: ......., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.ΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17503/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1100/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-11-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 13-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 190 του ν.δ. 3026/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων", που ορίζει ότι "οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και δαπάνες τους παραγράφονται μετά πενταετία, που αρχίζει, αν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από του τέλους του έτους κατά το οποίο ενηργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 91 παρ. 2, το οποίο παρέχει στο δικηγόρο δικαίωμα να αξιώσει ανάλογη προκαταβολή για τις αμοιβές και δαπάνες του, και των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 99 και 100 του αυτού ν.δ., τα οποία καθορίζουν τα ελάχιστα όρια αμοιβών για τους δικηγόρους, συνάγεται ότι, αν ανατεθεί σε δικηγόρο η εντολή εκπροσωπήσεως στη διεξαγωγή δίκης, η αξίωση αυτού υφίσταται για την όλη αμοιβή, δηλαδή για το σύνολο των μερικωτέρων ενεργειών του στη δίκη αυτή, γεννιέται δε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ενήργησε αυτός την τελευταία διαδικαστική πράξη στην δίκη, λαμβανομένη στο σύνολό της, ανεξαρτήτως των βαθμών δικαιοδοσίας από τους οποίους διήλθε η διαφορά ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του και όχι από του τέλους του έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε κάθε μία επί μέρους διαδικαστική πράξη και αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει κατά τα ανωτέρω γένεση της αξίωσης.
Η σκοπιμότητα της διατάξεως είναι προφανής, διότι με αυτή κατοχυρώνονται οι δικηγορικές απαιτήσεις, οι οποίες υπό την αντίθετη εκδοχή θα κινδύνευαν να παραγραφούν σε περιπτώσεις μακροχρονίων δικών, λόγω ευλόγων ηθικών ενδοιασμών των δικηγόρων να εγείρουν αγωγές κατά πελατών τους με αντικείμενο την επιδίκαση καθυστερούμενων αμοιβών, ενώ συνεχίζεται η σχέση εντολής και ο χειρισμός των υποθέσεών τους από αυτούς (Ολ.
ΑΠ 42/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων αποδεικνύεται ότι η τελευταία διαδικαστική πράξη στα πλαίσια του συνόλου της δίκης, δεν είναι η έκδοση της υπ' αριθ. 1139/1995 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, αλλά η δημοσίευση στις 5.7.2000 της υπ' αριθ. 1188/2000 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 1139/1995 αποφάσεως του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της οποίας (αναιρέσεως) παρέστη ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης.
Συνεπώς, η έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, καίτοι η επ' αυτής δίκη δεν αποτελεί νέο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν παύει να είναι "δίκη" με την έννοια του άρθρου 190 του ν.δ. 3026/1954 και συνιστά τελευταία διαδικαστική πράξη της δίκης, λαμβανομένης στο σύνολό της, από την οποία αρχίζει ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος για την αμοιβή του.
Συνεπώς, από την 1.1.2001, που άρχισε ο χρόνος παραγραφής μέχρι 21.3.2002, που ο ενάγων επέδωσε την αγωγή του, η οποία απερρίφθη ως αόριστη, αλλά και μέχρι την 24.7.2003, που επέδωσε την κρινόμενη αγωγή, δεν συμπληρώθηκε πενταετία. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για καταβολή της αμοιβής του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 190 του ν.δ. 3026/1954 και 251 ΑΚ και ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚπολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης, η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό της πόρισμα, στο οποίο η απόφαση στήριξε το νομικό συμπέρασμά της.
Ελλείψεις της απόφασης που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης εκτός αν το πόρισμα δεν είναι σαφείς και εντεύθεν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής τους που αποκλείει την εφαρμογή της.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση της αναιρεσείουσας περί εξοφλήσεως των αγωγικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η εναγομένη, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι έχει εξοφλήσει την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος, προσκομίζει α) μία κατάσταση υποθέσεων και των καταβληθέντων ποσών, στην οποία εμφανίζονται οι υποθέσεις που διεξήγαγε ο ενάγων από 12.4.1993, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες και β) καρτέλες λογιστηρίου.
Τα έγγραφα αυτά είναι εκτυπωμένες σελίδες από το σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή της εναγομένης, δηλαδή στοιχεία εύκολα προσβάσιμα στον οιονδήποτε και αλλοιώσιμα. Επιπλέον επικαλείται τις ένορκες βεβαιώσεις των δύο λογιστριών της που είχε στο επίδικο διάστημα. Το δικαστήριο όμως δεν μπορεί με αυτά τα επισφαλή αποδεικτικά μέσα να αχθεί σε ασφαλή κρίση, ότι η εναγομένη εξόφλησε πράγματι τις ένδικες αμοιβές.
Η εναγομένη, ως ανώνυμη εταιρεία με λογιστικό γραφείο άρτια οργανωμένο, γνώριζε ότι για να προστατευθεί τόσο έναντι του ενάγοντος, όσο και των αρμοδίων υπηρεσιών (εφορίας κλπ), αλλά και να δικαιολογήσει τις δαπάνες της στους λογαριασμούς χρήσεως και τους ισολογισμούς όφειλε να ζητεί έγγραφες νόμιμες αποδείξεις για τόσο σημαντικά ποσά.
Αλλά και κατά τους κανόνες της λογιστικής τάξης και της κοινής λογικής, εάν πράγματι είχε εξοφλήσει θα ζητούσε και θα ελάμβανε, έστω και απλές αθεώρητες αποδείξεις πληρωμής, όσο φιλική και αν ήταν η σχέση του ενάγοντος με τον νόμιμο εκπρόσωπό της. Εξάλλου και αν είναι αληθής ο ισχυρισμός, ότι τα καταβληθέντα στον ενάγοντα ποσά έγιναν από τον προσωπικό λογαριασμό του μάρτυρα της εναγομένης και ουσιαστικού μετόχου της, θα μπορούσε να προσκομίσει από την Τράπεζα τις κινήσεις του λογαριασμού, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων δεν εξέδιδε αποδείξεις είσπραξης των χρηματικών ποσών που του κατέβαλε κάθε φορά, ακόμη και αν αληθινός, δεν σημαίνει ότι η εναγομένη του κατέβαλε και τα επίδικα, σημαντικού ύψους, χρηματικά ποσά. Αν δε ο ενάγων αρνούνταν πράγματι να εκδώσει, έστω και πρόχειρες αποδείξεις, παρά την αξίωση των εκπροσώπων της εναγομένης, η τελευταία μπορούσε εύκολα να τον εξαναγκάσει να το πράξει, αρνούμενη να του καταβάλει άλλα χρηματικά ποσά ή να διακόψει προσωρινά ή οριστικά τη συνεργασία μαζί του και να αναθέσει τον χειρισμό των υποθέσεών της σε άλλο δικηγόρο της Θεσσαλονίκης.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των οποίων απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον παραπάνω περί εξοφλήσεως των αγωγικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα, συνεπεία των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της μη συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ, την οποία εντεύθεν και δεν εφάρμοσε.
Ειδικότερα το Εφετείο, το αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν έλαβε χώρα εξόφληση των επίδικων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου θεμελίωσε: α) Στην απόρριψη των προσκομισθέντων από την αναιρεσείουσα αποδεικτικών μέσων με την ενδοιαστική και εντεύθεν ανεπαρκή αιτιολογία ότι "δεν μπορεί με αυτά τα επισφαλή αποδεικτικά μέσα να αχθεί σε ασφαλή κρίση", β) Στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με λογιστικό γραφείο άρτια οργανωμένο, όφειλε να ζητεί έγγραφες νόμιμες αποδείξεις ή απλές αθεώρητες αποδείξεις πληρωμής, παρότι στη συνέχεια δέχεται αντιφατικώς ότι ο αναιρεσίβλητος δεν χορηγούσε αποδείξεις για τα ποσά που εισέπραττε.
Ενόψει αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 110/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ