Legislator Case Law & Legislation
407/2006 AI generated

407/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 407/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

407/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα επίδικα δύο όμορα εδαφικά τμήματα, κείμενα στην θέση "Κονοπιτσερή" ή "Δερβισαγούς" της περιφέρειας του Δήμου Αγίων Αναργύρων Αττικής κατά το πρώτο εκ των κατωτέρω αναφερομένων συμβολαίων, και της περιφερείας του Δήμου Νέας Φιλαδελφείας κατά το δεύτερο εξ αυτών, περιήλθαν στην Π. Γ. κατά ψιλή κυριότητα και στον σύζυγό της Κ.

Keywords

AI generated
action for exclusion from co-ownership common property co-tenant occupied property public domain common domicile
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 407 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 407/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Δήμου Ν. Φιλαδελφείας, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο του κ. Π. Γ., που εδρεύει στην Φιλαδέλφεια Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζαμπέτα Δρόσου .

Των αναιρεσιβλήτων: 1) (Κ.)-Π. συζύγου Κ. Γ., το γένος Φ. Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κουτσονάσιο, 2) (Καθ' ού η κλήση)-Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-3-1993 και 21-5-1993 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7482/1994 μη οριστική, 2377/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4926/1999 μη οριστική, 3254/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6-11-2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε 462/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η 1η αναιρεσίβλητη- καλούσα με την από 16-7-2004 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 23-1-2004 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Μπαρμπαστάθη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων των διαδίκων έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης δηλαδή κατ' εκείνων έναντι των οποίων ηττήθηκε, αν δε οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης δεν αφορούν κάποιο διάδικο, η σχετική αίτηση είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν το διάδικο. Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ηττήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απορρίφθηκε και η δική του έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος στην άσκησή της.

ΙΙ. Επειδή, επί των συνεκδικασθεισών αντίθετων αγωγών ήτοι α) της από 29-3-1993, τοιαύτης του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Νέας Φιλαδελφείας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων Π. Γ. και Ελληνικού Δημοσίου, διωκούσης αφ' ενός την αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητος των αναιρεσιβλήτων εναγομένων επί των περιγραφόμενων σ' αυτήν εδαφικών τμημάτων και αφ' ετέρου την αναγνώριση της κυριότητος του ενάγοντος επ' αυτών και β) της από 21-5-1993 αγωγής της αναιρεσίβλητης Π.

Γ. κατά του αναιρεσείοντος Δήμου και του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, διωκούσης αντιστοίχως την αναγνώριση αφ' ενός της ανυπαρξίας κυριότητος των εναγομένων επί των ιδίων επιδίκων εδαφικών τμημάτων και αφ' ετέρου της επ' αυτών κυριότητος της εναγούσης, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής:

Τα επίδικα δύο όμορα εδαφικά τμήματα, κείμενα στην θέση "Κονοπιτσερή" ή "Δερβισαγούς" της περιφέρειας του Δήμου Αγίων Αναργύρων Αττικής κατά το πρώτο εκ των κατωτέρω αναφερομένων συμβολαίων, και της περιφερείας του Δήμου Νέας Φιλαδελφείας κατά το δεύτερο εξ αυτών, περιήλθαν στην Π. Γ. κατά ψιλή κυριότητα και στον σύζυγό της Κ.

Γ. κατά διοίκηση και επικαρπία δυνάμει των υπ' αριθμούς .../1967 και .../1973 αντιστοίχως προικοσυμβολαίων του συμβολαιογράφου Αχαρνών Προκοπίου Παπαθανασίου, νομίμως μεταγραφέντων, από τους κατ' ιδανικά μέρη συγκυρίους προικοδότες Σ. Δ. του Σ., Α. χήρα Ν. Φ., θυγ. Σ. Δ., Σ. χήρα Φ. Δ., Κ. Φ. Δ., Σ. Φ. Δ. και Μ. συζ. Ι. Ρ. θυγ.

Φ. Δ., καθώς και από την ίδια την ενάγουσα και εναγομένη Π. Γ. θυγ. Φ. Δ., ως αυτοπροικιζομένη κατά το ιδανικό της μερίδιο κυριότητας, δυνάμει τ\δε του ν. 1329/1983 περιήλθε σ' αυτήν η πλήρης κυριότης των επιδίκων προικώων ακινήτων. Τα επίδικα αυτά, κείμενα πράγματι στην περιοχή που καλύπτει το τοπωνύμιο "Κονοπιτσερή-Δεσβισαγούς" επί εκτάσεων των δήμων Αγίων Αναργύρων και Νέας Φιλαδελφείας, όπου έχει επικρατήσει κατά τον εικοστό αιώνα το τοπωνύμιο "Νησίς", νεμήθηκαν, ενεργώντας επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους, αρχικά ως αγρών και αμπελώνων και στη συνέχεια ως οικοπέδων, εμφανείς στον εξωτερικό κόσμο διακατοχικές πράξεις, ήτοι οριοθέτηση, περίφραξη, επισκέψεις, καλλιέργεια (όταν ήταν αγροί-αμπελώνες), διαπραγμάτευση επί τόπου προς πώλησή τους, απόκρουση κάθε τρίτου παράνομου καταπατητού και επίβλεψη αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την απόλυτα εύλογη πεποίθηση ότι είναι κύριοι, μη αδικούντες κανένα, ούτε προσβάλλοντες αλλότρια δικαιώματα, η ενάγουσα από 18-2-1983 μέχρι της πρώτης συζητήσεως της ένδικης αγωγής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (14-12-1993), ως προικώα που επανήλθαν αυτοδικαίως στην κυριότητά της με βάση τον ν. 1329/1983, δυνάμει των .../1967 και .../1973 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αχαρνών Προκοπίου Παπαθανασίου, που μεταγράφηκαν νομίμως από 20-10-1967 το πρώτο επίδικο, που περιέχεται στο .../1967 ως άνω συμβόλαιο, και από 20-9-1973 το δεύτερο επίδικο, που περιέχεται στο .../1973 ως άνω συμβόλαιο, και μέχρι τις 18-2-1983 ο Κ.

Γ. σύζυγος της εναγομένης - εναγούσης Π. Γ. ως προικολήπτης με δικαίωμα επικαρπίας, διοικήσεως και διαχειρίσεως, για τον εαυτό του και υπέρ της υπέρ ης η προίκα συζύγου του. Αντιστοίχως, το δικάσαν Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον αγωγικό αλλά και κατ' ένσταση προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ιδίας αυτού κυριότητος επί των επιδίκων, ως προερχομένων εξ επιχωματώσεως παλαιού ρεύματος και εντεύθεν αποτελούντων τμήμα κοινοχρήστου δημοτικού χώρου, δεχθέν με σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι ουδέποτε νεμήθηκαν ή κατείχαν με οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής τα επίδικα ακίνητα είτε ο Δήμος Αθηναίων στην διοικητική περιφέρεια του οποίου υπήγοντο αυτά μέχρι το έτος 1927, είτε η Κοινότης Νέας Φιλαδελφείας μέχρι το έτος 1934, οπότε δημιουργήθηκε ο Δήμος Νέας Φιλαδελφείας, ή ο Δήμος αυτός έκτοτε και μέχρι την πρώτη συζήτηση των ενδίκων αγωγών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, περαιτέρω δε, εξειδικεύοντας την πορισματική του κρίση ως προς τα συντρέξαντα πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε ότι είναι εντελώς αβάσιμος στην ουσία του ο ισχυρισμός του ενάγοντος-εναγομένου Δήμου Νέας Φιλαδελφείας, περί δήθεν διενέργειας πράξεων νομής εμφανών στον εξωτερικό κόσμο, μέσω δημοτών και εντεταλμένων ή προστηθέντων υπαλλήλων ή άλλων προσώπων, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί των επιδίκων, με την μορφή της διευθετήσεώς τους, της καθαριότητός τους, της διαμορφώσεώς τους σε χώρο πρασίνου και αθλοπαιδιών, της περιφράξεώς τους και γενικώς της χρήσεώς τους υπό των δημοτών, αρχικώς και από αρχαιοτάτων χρόνων από τον Δήμο Αθηναίων και, στη συνέχεια, από την Κοινότητα Ν.

Φιλαδέλφειας και από αυτόν, ιδίως δε από το έτος 1958. Oυδέποτε τα επίδικα ακίνητα κατέστησαν κοινόχρηστα δια της εγκαταλείψεώς τους στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων ετών, αφού ουδείς ποτέ, είτε νομικό πρόσωπο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε φυσικό πρόσωπο, χρησιμοποίησε τα επίδικα ή συμπεριφέρθηκε προς αυτά ως κοινόχρηστο χώρο.

Ουδέποτε τα επίδικα ακίνητα απετέλεσαν ούτε αποτελούν μέρος μεγαλύτερης εκτάσεως επιφανείας 2.900 τ.μ., ευρισκομένης στην περιοχή "Νησίς" της διοικητικής περιφερείας του ενάγοντος-εναγομένου Δήμου (Ο.Τ. …), η οποία ν' αποτέλεσε ή ν' αποτελεί τμήμα της κοίτης του παραχειμάρρου-ρέματος του Κηφισού ποταμού και Καναπιτσερή, εγκαταλειφθείσης στην κοινή χρήση, αφού η διαδρομή του Κηφισού ποταμού στην συγκεκριμένη περιοχή, όπου κείνται τα επίδικα, ακολουθούσε πριν από το 1878 μέχρι και την περίοδο της διευθετήσεως της κοίτης του (1958-1960), με την κατασκευή σχετικών έργων, αλλά και μέχρι σήμερα ακολουθεί την ίδια περίπου όδευση, στην ίδια σταθερή θέση και έχει δημιουργήσει γύρω από την περιοχή "Νησίς", λόγω της μορφολογίας του εδάφους, έναν ελιγμό σε σχήμα ανοικτού ωμέγα (Ω) και η διαδρομή που ακολουθούσε ο χείμαρρος "Καναπιτσερή" κατέληγε (συνέβαλε) στο βόρειο άκρο του ελιγμού σε σχήμα ανοικτού ωμέγα (Ω) της διαδρομής του Κηφισού ποταμού, ενώ στην περίοδο 1878-1879, προφανώς λόγω υπερχειλίσεως των υδάτων του, φαίνεται ότι κατέληγε (συνέβαλε) στο νότιο άκρο του ελιγμού.

Το τελευταίο τμήμα του χειμάρρου "Καναπιτσερή", που έχει σχεδιαστεί στο διάγραμμα το οποίο συντάχθηκε το 1878 από τον J.A. Kaupert, μεταξύ των άκρων του ελιγμού της διαδρομής του Κηφισού ποταμού, δεν αποτελούσε ενεργό τμήμα χειμάρρου που καταργήθηκε, αλλ' ήταν η επιφάνεια του φυσικού εδάφους, που λειτουργούσε πριν από την εποχή εκείνη ως αγωγός εκτονώσεως του χειμάρρου σε περιόδους πλημμύρας και υπερχειλίσεως των υδάτων του.

Μετά την παύση του φαινομένου της υπερχειλίσεως των υδάτων του χειμάρρου "Καναπιστερή" προς την κατεύθυνση της περιοχής μεταξύ των δύο άκρων του ελιγμού, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα ακίνητα, και την οριστική κατάληξη του στο βόρειο άκρο του ελιγμού σε σχήμα ανοικτού ωμέγα (Ω) της διαδρομής του Κηφισού ποταμού, η επιφάνεια της περιοχής αυτής παρέμεινε όπως είχε διαμορφωθεί από τις παλαιότερες υπερχειλίσεις των υδάτων του χειμάρρου, δηλαδή με αρκετά μεγάλο πλάτος, σε ελαφρά χαμηλότερη μεν υψομετρική στάθμη από τις όμορες εκατέρωθεν επιφάνειες, αλλά σε σημαντικά υψηλότερη από την κοίτη του χειμάρρου "Καναπιτσερή", χωρίς προσχώσεις ή την εκτέλεση άλλων έργων και χρησιμοποιήθηκε, όπως και προηγουμένως, για αγροτικές καλλιέργειες και αμπελώνες.

Συμπερασματικώς δε εκείνο δέχθηκε ότι τα δύο επίδικα ακίνητα (ήδη ενωμένα σε ένα) περιλαμβάνονται σε έκταση, η οποία δεν αποτελούσε τμήμα χειμάρρου ή ρέματος, αλλ' ήταν η επιφάνεια του φυσικού εδάφους, που λειτουργούσε στις περιόδους πλημμύρας και υπερχειλίσεως, λόγω της μορφολογίας του, ως αγωγός εκτονώσεως των υδάτων του χειμάρρου "Καναπιτσερή".

Αυτός ήταν, άλλωστε, και ο λόγος για τον οποίο το επίπεδο της συγκεκριμένης εκτάσεως διαμορφώθηκε, με αρκετά μεγάλο πλάτος, σε ελαφρά χαμηλότερη μεν υψομετρική στάθμη από τα επίπεδα των ομόρων της εδαφών, αλλά σε σημαντικά υψηλότερη από την κοίτη του χειμάρρου "Καναπιτσερή" και ότι οι εκτάσεις εκατέρωθεν του τεχνητού αύλακος μεταξύ των οποίων και τα επίδικα ακίνητα, χρησιμοποιούνταν πολύ πριν από το 1917 για αγροτικές καλλιέργειες.

Προσέτι, το Εφετείο με αιτιολογίες μη πληττόμενες δια λόγων αναιρέσεως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβασίμους τους ισχυρισμούς του (εναχθέντος με αμφότερες τις συνεκδικασθείσες ένδικες αγωγές) αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου περί κτήσεως υπ' αυτού της κυριότητος των επιδίκων. Εντεύθεν το δικαστήριο της ουσίας ήχθη στην υπαγωγική κρίση ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της Π.

Γ. οι προϋποθέσεις της κτήσεως της κυριότητος και με έκτακτη χρησικτησία, κατ' αποδοχή της δευτέρας επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής της αντιστοίχως δε και στην απόρριψη των περί του αντιθέτου αναγνωριστικών αιτημάτων του αναιρεσείοντος. Με τις κρίσεις του αυτές το δικάσαν Εφετείο ενήργησε κατά συμμόρφωση προς την διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ που ορίζει ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 1046 Α.Κ.

που ορίζει ότι εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο και δεν υπέπεσε στις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετικές πλημμέλειες της παραβιάσεως ουσιαστικού κανόνος δικαίου ή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, διότι διέλαβε σχετικώς επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην δίκη.

Διότι υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, από την κτήση της νομής των επιδίκων, δεκτικών χρησικτησίας, με την βούληση των μέχρι τότε νομέων, παρήλθε εικοσαετία συνεχούς νομής της αναιρεσίβλητης και του επικαρπωτού κ.λ.π. συζύγου της χωρίς να απαιτείται για την έναρξη της χρησικτησίας οποιαδήποτε τυπική δικαιοπραξία και μάλιστα μεταγεγραμμένη σε αρμόδιο γραφείο μεταγραφών, ούτε προσαύξηση του χρόνου χρησικτησίας κατ' άρθρο 1051 ΑΚ με συνυπολογισμό του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων (για την οποία προσαύξηση άλλωστε αρκεί απλή διαδοχή στην νομή), προσδιορίζεται δε στην προσβαλλομένη απόφαση ο χρόνος ενάρξεως της χρησικτησίας για το κάθε επίδικο ακίνητο.

Επομένως, ως προς την αποδοχή της σχετικής, δευτέρας επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής της Π. Γ. και την απόρρριψη της συνεκδικασθείσας αντίθετης αγωγής του αναιρεσείοντος Δήμου, είναι αβάσιμες τόσον οι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ αιτιάσεις των 2ου και 3ου λόγων αναιρέσεως περί παραβιάσεως αντιστοίχως των άρθρων α) 1192, 1193, 1198, 180, 1041, 1045 Α.Κ., β) 1192, 1193, 1198, 1846 Α.Κ., γ) 974, 1041, 1045 ΑΚ , όσον και εκείνες εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου αιτιάσεις των ιδίων λόγων αναιρέσεως περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως.

Περαιτέρω, οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρετηρίου που μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των άνω διατάξεων αναιρετικές πλημμέλειες δεν ευσταθούν, διότι: 1) Η κατάφαση της κτήσεως της κυριότητος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, συμπληρωθείσα αυτοτελώς στο πρόσωπό της, και η απόκρούση όλων των προταθέντων από τον αναιρεσείοντα Δήμο προσποριστικών κυριότητος περιστατικών αρκούν για την στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως σύμφωνα δε και με τα κατωτέρω εκτιθέμενα οι αιτιολογίες αυτές του Εφετείου δεν πλήττονται αποτελεσματικώς.

Επομένως οι ως άνω αιτιάσεις των τριών πρώτων λόγων αναιρέσεως κατά τα μέρη τους με τα οποία πλήττουν αντιστοίχως την αποδοχή της κτήσεως της κυριότητος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με παράγωγο τρόπο και με τακτική χρησικτησία είναι απορριπτέες προεχόντως ως αλυσιτελείς, ενώ κατά το μέρος που αφορούν προσαύξηση χρόνου νομής δικαιοπαρόχων προς συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν εστήριξε την κρίση του σε προσαύξηση του χρόνου χρησικτησίας. 2) Η περί ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας αιτίαση του 4ου λόγου αφορά την ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση αποδεικτικού μέσου (εκθέσεως καθορισμού ορίων) και γι' αυτό ενόψει του ότι το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, είναι αβάσιμη, ενώ ο λόγος αυτός ως προς την απλή επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς αναφορά περιστατικών εμπιπτόντων στο πραγματικό της, είναι αόριστος. 3) Στον 5ο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περιέχονται αιτιάσεις που πλήττουν την αναιρετικών ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ, περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του Εφετείου σχετικώς με το κατά τον αναιρεσείοντα διαχωριστικό όριο της περιφερείας του με εκείνη του Δήμου Αγίων Αναργύρων. 4) Οι 6ος, 7ος, 8ος, 12ος και 13ος λόγοι αναιρέσεως κατά τις αντίστοιχες αιτιάσεις τους είναι αόριστοι διότι δεν προσδιορίζεται με αυτούς σε τι συνίσταται η παραβίασή των μη κατονομαζομένων, ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ούτε σε τι συνίσταται το ελάττωμα των αιτιολογιών. 5) Το αυτό ισχύει και για την εκ του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου αιτίαση του 2ου λόγου, ενώ η περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως αιτίαση του ίδιου λόγου, αναφερομένη στα στοιχεία και τους λόγους εξαιτίας των οποίων το Εφετείο ήχθη στο πόρισμα πως τα επίδικα περιλαμβάνονται στην περιοχή "Καναπιτσερή-Δερβισαγούς" είναι αβάσιμη διότι αφορά την ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση αποδεικτικού υλικού αφού το από αυτό το υλικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια. 6) Οι αντίστοιχες αιτιάσεις των 10ου και 14ου λόγων αναιρέσεως, υπό την αόριστη επίκληση των συναφών αναιρετικών πλημμελειών πλήττουν την αναιρετικών ανέλεγκτη, κατ' αρθρ 561§1 ΚΠολΔ, περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την κατάφαση της συνδρομής των περιστατικών που συγκροτούν την κτήση της κυριότητος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και στηρίζουν την απόρριψη του αρνητικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος πως η επίδικη έκταση ουδέποτε ανήκε σ' εκείνην ή τους δικαιοπαρόχους της καθώς και την παραδοχή του Εφετείου πως η θέση Δερβισάγου-Καναπιτσερή ταυτίζεται με την θέση "Νησίς". 7) Με τον 11ο λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την παραδοχή της πως ο πραγματογνώμων Δ.

Τσαμπούλας κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με την 8866/1979 απόφαση του Εφετείου και συνεπώς οι συναφείς αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής μη προσδιοριζομένου νόμου είναι απορριπτέες ως αόριστες, ενώ εκείνες περί ελλείψεως αιτιολογίας είναι αβάσιμες διότι αφορούν την ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση αποδεικτικού μέσου, ενώ το από αυτό το μέσο πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.

ΙΙΙ. Επειδή επί των αιτιάσεων εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκτίθεται ότι: 1) Οι αιτιάσεις των 1ου και 2ου λόγων που αφορούν την παραμέληση των προταθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι τα υπ' αριθμ. .../1966 και .../1967 προικοσυμβόλαια (προδήλως νοούνται τα υπ' αριθμ. .../1967 και .../1973 τοιαύτα) καθώς και οι υπ' αριθμ. 6350/67 και 6349/67 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας μετεγράφησαν ακύρως σε τοπικώς αναρμόδιο υποθηκοφυλακείο, και περί αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης εξαιτίας της ελλείψεως αναφοράς στοιχείων αναγκαίων για την πληρότητά της (αποδοχής κληρονομίας, μεταγραφής αυτής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, αριθμού μεταγραφής κλπ) είναι απαράδεκτες κατά το μέρος τους που αφορά την έκτακτη χρησικτησία της Π.

Γ., διότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι νόμω αβάσιμοι και επομένως επουσιώδεις, μη συνιστώντες εντεύθεν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ενώ κατά το μέρος τους με το οποίο βάλλουν κατά της αποδοχής του παραγώγου τρόπου και της τακτικής χρησικτησίας είναι αλυσιτελείς. 2) Οι αιτιάσεις των 4ου, 5ου, 7ου, 9ου και 14ου λόγων που ψέγουν την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 11 περ.

γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια εξαιτίας της παραβλέψεως αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες αφού τα μέσα αυτά δεν αφορούν αυτοτελείς πραγματικές ισχυρισμούς. 3) Με τον 6ο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση πως το Εφετείο δέχθηκε πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την νομή των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης χωρίς να έχουν προταθεί με την ένδικη αγωγής της.

Η αιτίαση αυτή, ως προς την έκτακτη χρησικτησία της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέα προεχόντως ως στηριζομένη σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το Εφετείο δεν εστήριξε την κατάφαση της έκτακτης χρησικτησίας σε προσμέτρηση χρόνου νομής δικαιοπαρόχων, ενώ ως προς τον παράγωγο τρόπο και την τακτική χρησικτησία είναι αλυσιτελής. 4) Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η επίδικος έκταση δεν ανήκει, ούτε ανήκε ποτέ κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην αναιρεσίβλητη και τους επικληθέντες δικαιοπαρόχους της, συνιστά απλή άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής εκείνης, και γι' αυτό, ως μη αυτοτελής, είναι επουσιώδης με συνέπεια να μην αποτελεί "πράγμα" κατά τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ώστε η παραμέλησή του να συγκροτεί λόγο αναιρέσεως και γι' αυτό ο 10ος λόγος αναιρέσεως κατά την συναφή αιτίασή του για παράβλεψη του εν λόγω ισχυρισμού είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

IV. Επειδή στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που προσκομίζουν νομίμως και επικαλούνται οι διάδικοι προς άμεση και έμμεση απόδειξη, σε μερικά των οποίων γίνεται ειδική μνεία και τα οποία, δηλαδή τα προς έμμεση απόδειξη παραδεκτώς συνεκτιμούνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Από την γενική αυτήν βεβαίωση του Εφετείου σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό μέρος της αποφάσεως αυτής αδιστάκτως προκύπτει πως ελήφθησαν υπόψη και τα ακόλουθα αποδεικτικά έγγραφα του αναιρεσείοντος τα οποία φέρονται ως αγνοηθέντα ήτοι: Α) η από 7-11-1958 έκθεση καθορισμού ορίων Δήμου Ν. Φιλ/φείας και κοινότητος Αγίων Αναργύρων και το εκπονηθέν από το Υπουργείο Δημ. 'Εργων και Συγκοινωνιών κατά το έτος 1960 τοπογραφικό διάγραμμα-πινακίδα (4ος, 5ος, 13ος λόγοι), Β) οι από 19-10-87 δύο προσφυγές του τρίτου Α.

Κ. (7ος λόγος), Γ) οι υπ' αριθμούς πρωτοκόλλου 5471/23-7-92 και 6662/17-7-92 βεβαιώσεις των Δήμων Καματερού και Αγίων Αναργύρων αντιστοίχως (9ος, 13ος λόγοι), Δ)-α) το από 29-3-78 πρακτικό επιλογής γηπέδων της επιτροπής καταλληλότητος του ΟΣΚ β) η από 16-5-80 τεχνικοοικονομική έκθεση των πολιτικών μηχανικών του ΟΣΚ) γ) η από μηνός Μαϊου 1976 κτηματογραφική αποτύπωση της Δ/νσης των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΛΠ, η οποία συνετέθη εκ πρωτοτύπων κτηματογραφικών εργασιών του τοπογραφικού τμήματος, οι δε όχθες του παραχειμάρρου απεδόθησαν με τη χρήση μεγενθυντικού μηχανήματος εκ της υπ' αριθμ. 68-7 αεροφωτογραφίας ΙΔΕ φωτοληψίας) 23-11-1953, δ) το από 21-1-81 ενημερωτικό σημείωμα-εισήγηση του Προϊσταμένού της Δ/νσης Γηπέδων του ΟΣΚ Π.

Η., ε) αντίγραφο της υπ' αριθμ. 51 πινακίδος του ΥΠΕΧΩΔΕ ως και της πινακίδος του Υπουργείου Δημ. 'Εργων και Συγκοινωνιών στ) το από μηνός Ιουλίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του Διευθυντού της Τ.Υ του Υπουργείου Οικονομικών Γ. Ξ., το οποίο συνετάγη επί τη βάσει του από 7-7-1923 σχεδιαγράμματος του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων Δ.

Γ. ζ) η υπ' αριθ. πρωτ. 6165/27-4-93 τεχνική έκθεση του μηχανικού Μ. Κ. μετά του συνοδεύντος αυτήν από μηνός Απριλίου 1993 τοπογραφικού διαγράμματος ως και η υπ' αρθ. πρωτ. 14368/8-11-93 τεχνική έκθεση του αυτού ως άνω μηχανικού η) το υπ' αριθ. πρωτ. Φ. 175/41.2/46/6288/Σ.615/27-4-93 έγγραφο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ) προς τον Δήμο Ν.

Φιλ/φειας (αρ. πρωτ. ΔΝΦ 6112/27-4-93) επί του υπ' αρ. πρωτ. 5425/12-4-93 εγγράφου του Δήμου Ν. Φιλ/φειας προς την ΓΥΣ, το οποίο υπογράφεται από τον Διοικητή αυτής Υποστράτηγο Α. Α. θ) το από 3-9-77 (αρ. πρωτ. 7379/6-9-77) έγγραφο του Εξωρραϊστικού και Μορφωτικού Συλλόγου η ΕΝΩΣΙΣ ΝΗΣΙΔΟΣ ΝΕΑΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ι) τα από 19-10-87 (υπ' αριθ.

καταθ. 90/87 και 91/87) δυο (2) έγγραφα του Α. Κ. προς το Διοικ. Πρωτοδικείο Αθηνών (13ος λόγος). Επομένως, οι σχετικές, εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις με τις οποίες ο αναιρεσείων διατείνεται πως δεν ελήφθησαν υπόψη τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα του είναι αβάσιμες. Περαιτέρω: α) Η εκ του αριθμού 11 του 11ου λόγου αιτίαση κατ' ορθήν εκτίμηση, αφορά την αξιολόγηση αποδεικτικού μέσου, ήτοι εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, συνταχθείσης στο πλαίσιο άλλης δίκης, (προδήλως πρόκειται για την από 25-5-1978 τεχνική έκθεση του Δ.

Τ.), κατά την σύνταξη της οποίας ο συντάκτης της φέρεται να μην έχει λάβει υπόψη έγγραφα στοιχεία του αναιρεσείοντος. Επομένως με το περιεχόμενο αυτό ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως δεν συγκροτεί καμία εκ των αναιρετικών πλημμελειών της εφαρμοστέας διατάξεως και γι' αυτό είναι απαράδεκτος. β) Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων πλην άλλων και την από 24-4-1993 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας τριών ζευγών αεροφωτογραφιών της περιοχής "Νησίς" της Ν.

Φιλαδελφείας. Επομένως, το έγγραφο αυτό, καίτοι μη συνιστών δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, νομίμως χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ 12ο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κατά τούτο είναι αβάσιμος, γ) Οι 1ος και 10ος λόγοι αναιρέσεως, ως προς την περιεχομένη σ' αυτούς απλή επίκληση της διατάξεως του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς αναφορά περιστατικών εμπιπτόντων στο πραγματικό της, είναι αόριστοι και απορριπτέοι.

V. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και ότι οι εκτάσεις εκατέρωθεν του τεχνητού αυλακιού (το οποίο προηγουμένως αναφέρει), μεταξύ των οποίων και τα επίδικα ακίνητα, εχρησιμοποιούντο πολύ προ του έτους 1917 για αγροτικές καλλιέργειες, το δε πραγματικό αυτό περιστατικό που προέκυψε από τις αποδείξεις χρησιμοποίησε ως αποδεικτικό επιχείρημα προκειμένου να ενισχύσει την κρίση του για την απόκρουση ως αβάσιμου του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος πως τα επίδικα αποτελούσαν τμήμα της κοίτης παραποτάμου που επιχωματώθηκε.

Επομένως το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, και γι' αυτό η αιτίαση του 8ου λόγου αναιρέσεως κατά την οποία το εν λόγω περιστατικό έγινε δεκτό ως αληθινό χωρίς απόδειξη αλλά και χωρίς διάταξη τακτικής αποδείξεως περί αυτού είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη κατ' αμφότερα τα σκέλη της.

Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει και ότι το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων εγγράφων και τα εξής έγγραφα ήτοι α) την από 7-11-1958 έκθεση καθορισμού ορίων και το από έτους 1960 τοπογραφικό διάγραμμα-πινακίδα, β) τις από 19-10-87 δύο προσφυγές του τρίτου Α. Κ., γ) τις υπ' αριθμούς πρωτοκόλλου 5471/23-7-92 και 6662/17-7-92 βεβαιώσεις των Δήμων Καματερού και Αγίων Αναργύρων αντιστοίχως, τα συνεκτίμησε μαζί με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της δίκης, χωρίς να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, από τα οποία ήντλησε απόδειξη και κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Με τα δεδομένα αυτά δεν συγκροτείται διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας περί τον ακριβή προσδιορισμό του κειμένου των εγγράφων και το αποδιδόμενο στην απόφαση διαγνωστικό σφάλμα δεν ελέγχεται αναιρετικώς διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Είναι συνεπώς απορριπτέες οι από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

περί παραμορφώσεως των ως άνω εγγράφων αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Νοεμβρίου 2002 αίτηση του Δήμου Νέας Φιλαδελφείας Αττικής όπως εκπροσωπείται νόμιμα, για αναίρεση της 3254/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων και ορίζει αυτά σε εξακόσα πενήντα (650) Ευρώ για την πρώτη και σε τρακόσα τριάντα (330) Ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ