Supreme Court dismisses appeal on vague grounds and lack of evidence regarding contract formation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against both the first and second instance judgments. The court found the appeal against the first instance decision unfounded because the lower court correctly concluded that no contracts were signed, contradicting the appellant's claim that they were finalized. Furthermore, the appeal against the second instance decision was rejected as vague because it failed to specify the critical assumptions upon which the appellate court relied.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 495(1) of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal must be specific regarding the grounds of appeal, and vague or unsubstantiated arguments regarding the formation of legal acts or the reasoning of the appellate court result in the dismissal of the request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 406 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 406/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.-Ε. Σ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., 3) Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., και παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κυριάκου Μπαμπασίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 131/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 367/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση τους, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Ο αναιρεσείων και η πληρεξούσια του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν όμως ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης αποφάσεως και η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιο της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 483/2020, ΑΠ 1488/2018).
Η αναίρεση, όπως όλα τα ένδικα μέσα, ασκείται με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση γίνεται, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 Κ,Πολ.Δ., σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση, από 5-6-2019, αίτηση ζητείται αφενός η αναίρεση της, με αριθ. 367/2019, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε για τυπικό λόγο (αόριστοι και αλυσιτελείς λόγοι) η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλόμενης, με αριθ. 131/2017, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφετέρου η αναίρεση και της τελευταίας αυτής απόφασης (πρωτόδικης).
Η αίτηση αυτή κατατέθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό αριθ. κατάθεσης 523/11-6-2019 και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με αριθ. κατάθεσης 78/11-6-2019. Επομένως, η αίτηση αυτή αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της ασκηθείσας, από 5-7-2016 και με αριθ.
κατάθεσης 117/2016 αγωγής και επί της από 21-11-2017 και με αριθ. κατάθεσης 602245/506737/2017 εφέσεως, αντίστοιχα, του αναιρεσείοντος και τότε ενάγοντος - εκκαλούντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 11-6-2019, μετά την τελεσιδικία των προσβαλλόμενων αποφάσεων και εντός της προθεσμίας των δύο ετών από την έκδοσή τους (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο, όπως η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε από 23-1-2017, με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016, ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατ' απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου και τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατ' απόφασης Εφετείου.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, του άρθρου 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ: "Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθμ. 3 και 5 και 592 αριθμ. 1 και 3". Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 11.6.2019 αίτησης αναίρεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά της υπ' αριθ. 367/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και στο πρωτόδικο Δικαστήριο κατά της, υπ' αριθ. 131/2017, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (αναίρεση) αφορά περιουσιακή διαφορά μεταξύ των διαδίκων από αμοιβή για την παροχή εργασίας (άρθρο 614 παρ. 5 Κ.Πολ.Δ.), ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη παραβόλου ύψους τριακοσίων (300) ευρώ για το παραδεκτό της άσκησης της αναίρεσής του κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης και παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για το παραδεκτό αυτής κατά της ως άνω δευτεροβάθμιας απόφασης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, ως διαφορά από αμοιβή για την παροχή εργασίας, απαλλάσσεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια τα καταβληθέντα παράβολα με αριθμό κωδικό παραβόλου 281157948959 0812 0072 και 2811987229959 0812 0006, αντίστοιχα, πρέπει να αποδοθούν στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 791//2017).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Ο αναιρεσείων - ενάγων στην κρινόμενη από 5-7-2016 αγωγή του εκθέτει ότι είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ότι την 1-6-2016 ο 1ος και η 2η των εναγομένων, ήδη 1ος και 2η των αναιρεσίβλητων, του ανέθεσαν προφορικά την εντολή και αυτός ανέλαβε να συντάξει: α) ένα ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της, από 6-2-2010, σύμβασης μίσθωσης που είχε καταρτισθεί μεταξύ των ως άνω εναγομένων, β) ένα ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της, από 30-6-2010, σύμβασης υπομίσθωσης που είχε καταρτισθεί μεταξύ του 1ου και της 2ης των εναγομένων, της υπομισθώτριας εταιρείας με την επωνυμία "..." και της περαιτέρω υπομισθώτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και γ) ένα ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της, από 1-7-2013, σύμβασης υπομίσθωσης που είχε καταρτισθεί μεταξύ:
του 1ου και της 2ης των εναγομένων και του υπομισθωτή Χ. Λ. του Γ.. Ότι αυτός (ενάγων) συνέταξε και παρέδωσε τα εν λόγω συμφωνητικά στους ως άνω εναγομένους, οι οποίοι και τα υπέγραψαν, για τη σύνταξη δε αυτών συμφωνήθηκε με τους ανωτέρω εντολείς του να λάβει αυτός ως αμοιβή για το πρώτο το ποσό των 1.500 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 24%, ποσού 360 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.860 ευρώ και για καθένα από το δεύτερο και τρίτο αυτών, το ποσό των 2.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 24%, ποσού 480 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.480 ευρώ.
Ότι, περαιτέρω, την 1-6-2016, ο 1ος και η 3η των εναγομένων - αναιρεσίβλητων του ανέθεσαν προφορικά την εντολή και αυτός ανέλαβε να συντάξει: α) ένα ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ των εν λόγω εναγομένων, β) ένα ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης μεταξύ της 3ης εναγομένης, ως υπεκμισθώτριας και της Α.Ε. με την επωνυμία "..." ως υπομισθώτριας και γ) ένα ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης μεταξύ της εναγομένης, ως υπεκμισθώτριας και του Χ.
Λ. του Γ. ως υπομισθωτή. Ότι αυτός (ενάγων) συνέταξε και παρέδωσε και τα εν λόγω συμφωνητικά στους ως άνω εναγομένους, οι οποίοι και τα υπέγραψαν, για τη σύνταξη, δε, αυτών συμφωνήθηκε με τους ανωτέρω εντολείς του να λάβει αυτός ως αμοιβή, για καθένα από το πρώτο και τρίτο αυτών το ποσό των 3.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 24%, ποσού 720 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.720 ευρώ, για δε το δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 6.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 24%, ποσού 1.440 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 7.440 ευρώ.
Οτι τα σχετικά συμφωνητικά μισθώσεως που κατάρτισε υπεγράφησαν από τα αναφερόμενα σ' αυτά ως εκμισθωτές και μισθωτές πρόσωπα και έκτοτε οι συμβάσεις μισθώσεως λειτούργησαν κανονικά. Οτι η συμφωνηθείσα, κατά τα ως άνω, αμοιβή του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (1.860 + 2.480 + 2.480 + 3.720 + 3.720 + 7.440 =) 21.700 ευρώ, το οποίο οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνούνται να του καταβάλουν.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως συμφωνηθείσα αμοιβή, το συνολικό ποσό των 21.700 ευρώ, άλλως το συνολικό ποσό των 19.319,40 ευρώ, που αποτελεί την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του βάσει του Κώδικα Δικηγόρων, άλλως και όλως επικουρικώς, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα ως άνω ποσά με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον κατέστησαν χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας του, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 131/2017 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη: α) ως προς την επικουρική βάση της, το παρεπόμενο αίτημα (εν μέρει) της καταβολής της αμοιβής εις ολόκληρον εκ μέρους των εναγομένων και της επιδίκασης τόκων από την επίδοση της αγωγής ως προς τον ΦΠΑ και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 21-11-2017 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 367/2019 απόφασή του, η οποία έκρινε ότι ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι αόριστος και οι άλλοι δύο λόγοι αυτής είναι αλυσιτελείς, αφού η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι δεν υπέγραψαν οι εναγόμενοι τα επίμαχα συμφωνητικά μίσθωσης και συνεπώς δεν καταρτίσθηκαν οι επικαλούμενες συμβάσεις μίσθωσης και υπεκμίσθωσης και περαιτέρω, με επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος των επικαλούμενων από τον ενάγοντα - εκκαλούντα αμοιβών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 74 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", " Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (συμβόλαια) η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία "(παρ. 1). "Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία η αμοιβή του δικηγόρου θα υπολογίζεται ποσοστιαίως και ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, όπως τα ποσοστά και οι αξίες αναφέρονται στο Παράρτημα II του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του "(παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, όπως και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 161 του ν.δ. 3026/1954 (προϊσχύσας Κώδικας Δικηγόρων), προκύπτει ότι την παραπάνω αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος μόνο αν καταρτίσθηκε εγκύρως δικαιοπραξία με ιδιωτικό έγγραφο που συντάχθηκε από αυτόν ή με δημόσιο έγγραφο που συντάχθηκε από τον ίδιο.
Επομένως, την αμοιβή αυτή δεν δικαιούται ο δικηγόρος για σύνταξη σχεδίου σύμβασης που δεν καταρτίσθηκε ή δεν καταρτίσθηκε εγκύρως κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο τύπο ή καταρτίσθηκε μεν αλλά με σχέδιο που δεν συνέταξε αυτός, ο οποίος περιορίσθηκε σε απλή παράσταση ή υπόδειξη διορθώσεων, αλλά άλλος δικηγόρος (Ολ ΑΠ 1116/1986, ΑΠ 1183/1987).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους, περιοριστικώς, αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, Θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντίθετα, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 76/2016).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 444/2019).
Για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά τον νόμο λήψη υπόψη ισχυρισμού που δεν προτάθηκε, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρότι δεν προτάθηκαν, έλαβε υπόψη του και να αναφέρεται ποία επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης αν δεν λαμβανόταν υπόψη ο μη προβληθείς ισχυρισμός (ΑΠ 1591/2008, ΑΠ 493/2002).
Τέλος, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ( στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση της λήψης υπόψη ισχυρισμού που δεν προτάθηκε, έτσι ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τον μοναδικό λόγο αυτής, ο αναιρεσείων, αφού εκθέτει αναλυτικά το περιεχόμενο και τα αιτήματα της ένδικης αγωγής του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
α' του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν από οποιονδήποτε των διαδίκων, ισχυριζόμένος ειδικότερα ότι η υπ' αριθ. 131/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή του κατ1 ουσία, δεχόμενη ότι μολονότι αυτός συνέταξε σχέδια των προαναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών, τα παρέδωσε στον 1ο εναγόμενο και στη διαχειρίστρια της 2ης και 3ης των εναγομένων εταιρειών Ε.
Λ., οι οποίοι και τα παρέλαβαν ανεπιφύλακτα, προκειμένου αυτά να υπογραφούν τόσο από τους ίδιους όσο και από τους αναφερόμενους σ' αυτά, ως αντισυμβαλλομένους τους, δηλαδή δέχθηκε ότι ο ενάγων εκτέλεσε πλήρως και με επάρκεια τη δοθείσα από τους αναιρεσιβλήτους εντολή, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τους ίδιους στη συνέχεια δέχθηκε ότι κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είχε υπογράψει τα εν λόγω συμφωνητικά, με αποτέλεσμα να μην έχουν καταρτισθεί οι αναφερόμενες συμβάσεις μισθώσεως και να μην δικαιούται ο ενάγων αμοιβή για τη σύνταξη των σχεδίων, καθόσον για την καταβολή της αμοιβής του δικηγόρου δεν αρκεί η σύνταξη των σχεδίων ιδιωτικών συμφωνητικών, αλλά απαιτείται να έχει εγκύρως καταρτισθεί και η δικαιοπραξία στην οποία αυτά αφορούν, μολονότι τούτο ουδέποτε ετέθη ως προϋπόθεση καταβολής της αμοιβής του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά την πρωτόδικη απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων ισχυρίζεται σ' αυτή ότι καταρτίσθηκαν οι μισθωτικές συμβάσεις για τις οποίες συνέταξε τα επίμαχα ιδιωτικά συμφωνητικά και λειτούργησαν κανονικά οι μισθωτικές συμβάσεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, και από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε ενώπιον του, κατέληξε στην κρίση ότι, όπως κατά λέξη αναφέρεται σ' αυτή, "κανένα εκ των συμβαλλομένων μερών δεν υπέγραψε τα ιδιωτικά συμφωνητικά, καθόσον κανένα από αυτά δεν φέρει τις υπογραφές των συμβαλλομένων σ' αυτά, με αποτέλεσμα να μην έχουν καταρτισθεί οι αναφερόμενες δικαιοπραξίες (μισθώσεις) και συνεπώς ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβή για την σύνταξη των σχεδίων αυτών...".
Επομένως, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό ότι καταρτίσθηκαν οι μισθωτικές συμβάσεις μεταξύ των αναφερόμενων στα σχέδια που συνέταξε προσώπων, διότι μόνο μετά την υπογραφή των συμβάσεων αυτών δικαιούται ο ενάγων αμοιβή, κατ' άρθρο 74 του ν. 4194/2013, αλλά κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, ότι αυτές δεν καταρτίσθηκαν, και έτσι δεν κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης πλήττεται από τον αναιρεσείοντα και η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τους λόγους έφεσης αυτού και συγκεκριμένα ως αόριστο τον πρώτο και ως αλυσιτελείς τους υπόλοιπους. Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο σκέλος, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί του κρίσιμου ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έλαβε υπόψη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να έχει προταθεί από οποιοδήποτε διάδικο, ούτε αναφέρεται σ' αυτό αν ο σχετικός ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο Εφετείο με λόγο έφεσης. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά των ως άνω συμπροσβαλλόμενων αποφάσεων στο σύνολο της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων που αναφέρονται στο σκεπτικό στον καταθέσαντα αυτά αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει την κρινόμενη από 5-6-2019 και με ειδικό αριθ. κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών 523/11-6-2019 και στο Πρωτοδικείο Αθηνών 78/11-6-2019, αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 367/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και 131/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ