Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and bad faith in labor contract termination case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the employee's claim for termination compensation. The court found the employee acted in bad faith by using the company to fund personal ventures while simultaneously terminating the contract without paying the agreed severance. Consequently, the court ruled that the termination was an abuse of right and the appeal was inadmissible due to lack of legal basis.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρα 559, 577; Αίτημα αναίρεσης απορρίπτεται όταν οι λόγοι είναι αβάσιμοι και η απόφαση βασίζεται σε κακή πίστη και εκμετάλλευση νομικού προσώπου για ατομικούς σκοπούς.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 406 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 406/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Ρ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αθανάσιο Δημόπουλο και Κωνσταντίνο Καραγκούνη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αλεξάνδρα Σταυροπούλου και Ηλία Καράντζαλη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.09.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1054/2015 μη οριστική, 489/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1025/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.07.2020 αίτησή του και τους από 08.10.2020 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Με την από 13.07.2020 και με αριθ. κατάθεσης 4395/530/13-7-2020 αίτηση και τους από 07.10.2020 με αριθ. κατάθεσης 84/8-10-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1025/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24.05.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 489/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 06.09.2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος -εναγομένου, με αίτημα επιδικάσεως της συμβατικής αποζημίωσης απόλυσης πλέον χρηματικής ικανοποίησης, που δικαιούτο ο ενάγων, λόγω του ότι ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διοίκηση του εργοδότη νομικού προσώπου, δόλια, αντίθετα στα χρηστά ήθη και καταχρηστικά χρησιμοποίησε το νομικό πρόσωπο για την επίτευξη των ατομικών του ταπεινών σκοπών και επιδιώξεων, που ήταν να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, προσβάλλοντας και την προσωπικότητά του. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 569, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).
[2] Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.
Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως π.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 § 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.
Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο), ή για την εξυπηρέτηση σκοπών αυτού που βρίσκονται σε προφανή υπέρβαση του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του αντίστοιχου δικαιώματος, που θα έπρεπε να είναι το καλώς εννοούμενο συμφέρον του νομικού προσώπου, ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του), ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης. Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 537/2016).
Εξάλλου, όπως συνάγεται από το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, το αίτημα της αγωγής δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται με ορισμένους πανηγυρικούς τύπους, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου, ιδιαίτερα δε από την αντιπαραβολή του ιστορικού με το αιτητικό. Το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia, μπορεί, εφόσον το είδος και η έκταση της ζητούμενης έννομης προστασίας προκύπτουν με ακρίβεια από το συνολικό ιστορικό της αγωγής, να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτής στο νόμο (ΑΠ 318/2017, ΑΠ 859/2003).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και στη διάταξη του αριθ. 9 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.
Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ούτε επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ώστε να δημιουργούνται λόγοι αναίρεσης από τα εδάφια 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2020, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1040/2018, ΑΠ 651/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
[3] Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, επί λέξει τα εξής:
«| [...] Στην προκείμενη δε περίπτωση το αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης ορθά εκτιμήθηκε με την εκκαλούμενη ως αξίωση στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας και η επίδικη αξίωση για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης ερειδόμενη όχι στην υποβολή αβάσιμης έγκλησης αλλά σε καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εργασίας, του δικαστηρίου μη δεσμευόμενου από τη σχετική εσφαλμένη υπαγωγή στην οποία προβαίνει ο ενάγων με την επίκληση νομικών διατάξεων, καθόσον ρητά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι παραιτείται από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και ζητεί την καταβολή της νόμιμης και συμβατικής του αποζημίωσης [...] – αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων προσλήφθηκε στην τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", με διακριτικό τίτλο "F.B.B. BANK", στις 21.03.2011 δυνάμει της από 15.03.2011 έγγραφης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί ως τραπεζοϋπάλληλος αμειβόμενος με μηνιαίο μικτό μισθό ποσού 3.800 ευρώ και 15 μισθούς ετησίως.
Ακολούθως δυνάμει της από 25.05.2012 σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων συνέχισε να απασχολείται στην παραπάνω τράπεζα από 28.05.2012 αντί μηνιαίου μικτού μισθού εκ ποσού 8.600 ευρώ επί 15 μισθούς ετησίως, αναγνωριζόμενης της ήδη διανυθείσας προϋπηρεσίας του.
Σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της τελευταίας αυτής σύμβασης ορίζεται ότι «[…] Σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας σύμβασης εργασίας του Εργαζομένου από τον Εργοδότη για οποιαδήποτε αιτία και οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος οκτώ (8) ετών από την έναρξη ισχύος της, συμφωνούνται ρητά και ανεπιφύλακτα τα κάτωθι:
Ο εργαζόμενος θα λάβει ως αποζημίωση χρηματικό ποσό ίσο προς εικοσιτέσσερις (24) μηνιαίους μισθούς του, οι οποίοι θα υπολογίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και επί τη βάσει του κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού, προσαυξημένου κατά 15/12.
Σε περίπτωση κατά την οποία από την έναρξη ισχύος της παρούσας και έως την καταγγελία της εντός του τασσόμενου ως άνω χρονικού διαστήματος των οκτώ (8) ετών ο μηνιαίος μισθός του Εργαζομένου μειωθεί, ως βάση υπολογισμού της καταβλητέας αποζημίωσης θα εξακολουθεί να παραμένει ο υψηλότερος -προ της μειώσεως- μηνιαίος μισθός που ο Εργαζόμενος λαμβάνει κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας [...].
Στην αντίθετη περίπτωση κατά την οποία από την έναρξη ισχύος της παρούσας και έως την καταγγελία της εντός του τασσόμενου ως άνω χρονικού διαστήματος των οκτώ (8) ετών ο μηνιαίος μισθός του Εργαζομένου αυξηθεί, ως βάση υπολογισμού της καταβλητέας αποζημίωσης θα λαμβάνεται ο νέος υψηλότερος μισθός του Εργαζομένου [...].
Σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας σύμβασης εργασίας του Εργαζομένου από τον Εργοδότη για οποιονδήποτε λόγο και μετά την παρέλευση του τασσόμενου ως άνω χρονικού διαστήματος των οκτώ (8) ετών, αυτός θα δικαιούται νόμιμη αποζημίωση το ύψος της οποίας καθώς και οι προθεσμίες που θα πρέπει να τηρηθούν, θα καθορίζονται από τις τότε ισχύουσες διατάξεις του νόμου».
Ο ενάγων ακολούθως προήχθη από 31.05.2012 στη θέση του Διευθυντή Επιχειρηματικής Πίστης, όπου και άσκησε έκτοτε τα καθήκοντά του, ενώ δυνάμει της από 02.08.2012 έγγραφης τροποποίησης της ως άνω σύμβασης εργασίας οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του καλούντος-ενάγοντος μειώθηκαν στο ποσό των 8.111,75 ευρώ, κατά τα λοιπά δε όλοι οι άλλοι όροι της σύμβασης παρέμειναν ως είχαν συμφωνηθεί από 25.05.2012. Αποδεικνύεται επομένως ότι μεταξύ του ενάγοντος ως εργαζομένου και της εργοδότριας αυτού τράπεζας συμφωνήθηκε: (i) η καταβολή συμβατικής αποζημίωσης απόλυσης, για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εντός οκτώ ετών από την κατάρτισή της, υπερκαλύπτουσας τη νόμιμη αποζημίωση (για την οποία επομένως δεν υφίσταται κεχωρισμένη πρόσθετη αξίωση), (ii) ως βάση υπολογισμού της εν λόγω αποζημίωσης απόλυσης αυτής ορίσθηκε ποσό ίσο με τα 15/12 των συμφωνηθέντων ως καταβαλλόμενων προ της μείωσης μικτών αποδοχών του καλούντος-ενάγοντος (εκ ποσού 8.600 ευρώ μηνιαίως), ήτοι το ποσό των 10.750 ευρώ (8.600 ÷ 12 Χ 15) και συνολικά ποσό εκ 258.000 ευρώ (10.750 x 24 μήνες).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι καθόλο το έτος 2012 και μέχρι και την άνοιξη του έτους 2013 (αλλά και πρότερον), ο εναγόμενος διατηρούσε εν τοις πράγμασι τον έλεγχο της προρρηθείσας τράπεζας. Πιο συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο ίδιος και μέλη της οικογενείας του (Κ. Ρ., Μ. Ρ., Κ. Ρ. και Ι. Μ.) διατηρούσαν στην κατοχή τους το 65,6% του μετοχικού της κεφαλαίου, διαχειριζόταν αυτή εν τοις πράγμασι σαν να πρόκειται για δική του επιχείρηση.
Στα πλαίσια αυτά ο εναγόμενος από το έτος 2007 διατελούσε Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου (χωρίς τυπικά να διαθέτει εκτελεστικές αρμοδιότητες -βλ. το …/21.12.2012 ΦΕΚ ΤΑΕ- ΕΠΕ-ΓΕΜΗ), είχε τοποθετήσει στις πλέον καίριες θέσεις της τράπεζας και δη στο Διοικητικό της Συμβούλιο και σε σημαντικές επιτροπές αυτής (Επιτροπή Δανείων, Επιτροπή Αμοιβών και Παροχών Διευθυντικών Στελεχών) είτε συγγενικά του πρόσωπα όπως η Κ. Ρ. (Αντιπρόεδρος του ΔΣ), ο Ι. Μ., σύζυγος της θυγατέρας του (Μέλος της Επιτροπής Πιστοδοτήσεων), Κ. Ρ. (Μέλος της Επιτροπής Αμοιβών και Παροχών Διευθυντικών Στελεχών), είτε άλλα πρόσωπα, που ανήκαν στο άμεσο φιλικό του περιβάλλον, ήταν της απολύτου επιλογής του, πλήρως προσκείμενα και ελεγχόμενα από τον ίδιο, τα οποία κατά βούληση αντικαθιστούσε. Με τον τρόπο αυτό είχε επιτύχει να ελέγχει πλήρως της δραστηριότητες της ως άνω τράπεζας, τις οποίες κατηύθυνε κατά περίπτωση προς όφελος επιχειρήσεων συμφερόντων είτε του ιδίου είτε του φιλικού του περιβάλλοντος και είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 2012, δηλαδή μεσούσης της οικονομικής κρίσης, μεγάλο μέρος των πιστοδοτήσεων της τράπεζας διοχετεύθηκε προς εταιρείες συμφερόντων του (βλ. την 43881/18.7.2013 υποβολή δικογραφίας προς την Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς).
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ακόμη ότι δυνάμει της από 10.05.2012 απόφασης του ΔΣ της FBB BANK ορίσθηκαν τα μέλη της Επιτροπής Δανείων (ορθότερα Επιτροπής Πιστοδοτήσεων) η οποία ειδικότερα συγκροτήθηκε από τους Β. Ρ., Μ. Δ., Γ. Τ., Ι. Μ., Δ. Μ. και Π. Π. (Δ/ντη Επιχειρηματικής Πίστης). Η ως άνω Επιτροπή επανασυγκροτήθηκε ωστόσο ελάχιστες ημέρες μετά δυνάμει της από 29.05.2012 απόφασης του ΔΣ της FBB BANK αποτελούμενη πλέον από τους Μ. Δ., Δ. Β., Β. Π., Γ. Τ., Γ. Σ., Α. Μ. (ως Διευθυντή Ναυτιλίας/εισηγητή) και Κ. Μ. (ως Διευθυντή Επιχειρηματικής Πίστης/εισηγητή και νυν ενάγοντα), αν και κατά το χρόνο αυτό ο ενάγων δεν είχε ακόμη τυπικά προαχθεί σε Διευθυντή Επιχειρηματικής Πίστης, κάτι που έλαβε χώρα στις 31.05.2012.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την ημέρα αυτή, κατά την οποία προήχθη ο ενάγων, υπεβλήθη από την εταιρία ΑΑΜ Shipping SA (ως μέλος ομίλου ομώνυμων επιχειρήσεων), με έδρα τα νησιά Μάρσαλ και διαχειριστή τον Δ. Κ., αίτηση χρηματοδότησής της με το ποσό των 16.000.000 ευρώ για την αγορά δύο πλοίων αξίας 18.000.000 ευρώ, με διαχειρίστρια των πλοίων την εταιρεία "Enterprises Shipping and Trading SA", ήτοι εταιρεία γνωστή στην Επιτροπή Πιστοδοτήσεων ως εταιρεία συμφερόντων του εναγομένου και ως μία από τις κορυφαίες εταιρείες διαχείρισης πλοίων παγκοσμίως (βλ.
το απολογητικό υπόμνημα Β. Π.) και περαιτέρω για τη χορήγηση δανείου εκ ποσού 6.000.000 ευρώ για την αγορά μετοχών εταιρειών εισηγμένων και μη στο ΧΑΑ, με κύρια εξασφάλιση την παραχώρηση Α' προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της εγγυήτριας εταιρείας EURO INVEST ENTERPRISES Ltd στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής. Την επομένη ημέρα (01.06.2012) υπεβλήθη από τον ενάγοντα, ως Διευθυντή Επιχειρηματικής Πίστεως και από τον Α.
Μ., ως Διευθυντή Ναυτιλίας, εισήγηση προς την Επιτροπή Πιστοδοτήσεων της Τράπεζας για την έγκριση της παροχής δανείου. Ακολούθησε συζήτηση στις 07.06.2012 ενώπιον της Επιτροπής Πιστοδοτήσεων και κατόπιν σειρά μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ των Μ. Δ., Γ. Τ. και ενάγοντος προς διαμόρφωση των τελικών όρων της χορήγησης και την έγκριση της απόφασης.
Το τελικό κείμενο των όρων της πιστοδοτήσεως οριστικοποιήθηκε στις 13.06.2012, την ίδια δε ημεροχρονολογία εκταμιεύθηκε προς την εταιρεία ΑΑΜ Holdings SA (που συνεστήθη στις 05.06.2012 με έδρα τα νησιά Μάρσαλ) και δη ως κεφάλαιο κίνησης το ποσό των 5.800.000 ευρώ. Τούτα δε έλαβαν χώρα προ της υπογραφής της εγκριτικής απόφασης από την Επιτροπή Πιστοδοτήσεων, που έγινε δια περιφοράς μετά μερικές ημέρες.
Με την εν λόγω απόφαση εγκρίθηκε ειδικότερα η χορήγηση ποσού 21.800.000 ευρώ, με υποόρους ως εξής: (α) 16.000.000 ευρώ για την αγορά πλοίων αξίας 18.000.000 ευρώ, με διαχειρίστρια των πλοίων την εταιρεία "Enterprises Shipping an Trading SA", ήτοι την πιο πάνω εταιρεία συμφερόντων Ομίλου Ρ. και (β) 5.800.000 ευρώ, ως κεφαλαίου κίνησης με κύρια εξασφάλιση την παραχώρηση Α' προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της εγγυήτριας εταιρείας EURO INVEST ENTERPRISES Ltd στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής και με παροχή περαιτέρω εγγυήσεων.
Η παραπάνω διαδικασία δανειοδότησης αλλά και η εκταμίευση του ποσού των 5.800.000 ευρώ προδήλως διενεργήθηκε κατά παρέκκλιση από το εγχειρίδιο χρηματοδοτήσεων της FBB BANK. Τούτο όμως σε τελική ανάλυση δεν προξένησε αντιδράσεις στο ανώτερο στελεχιακό επίπεδο της τράπεζας, αφού ήταν πρακτική εντελώς συνήθης για χρηματοδοτήσεις, των οποίων τελικός αποδέκτης ήταν εταιρείες συμφερόντων του εναγομένου εν όλω ή εν μέρει.
Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, όπως αποδεικνύεται και αναφάνηκε στη συνεχεία, οι ως άνω εταιρείες (ΑΑΜ Shipping SA, ΑΑΜ Holdings SA) ήταν στην πραγματικότητα εταιρείες συμφερόντων του Α. Π. (πρόσωπο της εμπιστοσύνης του οποίου ήταν ο Δ. Κ.), ενώ μέρος της ληφθείσας ως άνω χρηματοδότησης και ειδικότερα ποσό εξ 1.800.000 ευρώ κατέληξε τις αμέσως επόμενες ημέρες από την εκταμίευση του δανείου στα ταμεία της εταιρείας BSR FUND SA, ήτοι σε εταιρεία συμφερόντων της οικογένειας του εναγομένου, ως επιστροφή δανείου, ήτοι προς εξόφληση υποχρέωσης του Α.
Π. από παλαιότερες συναλλαγές του με τον εναγόμενο[...]. Επομένως ο εναγόμενος είχε ειδικό ενδιαφέρον για την επίσπευση των διαδικασιών που αφορούσαν στη χορήγηση της χρηματοδότησης, δεδομένου ότι μέρος αυτής θα απέληγε άμεσα σε εταιρεία συμφερόντων του, διαπίστωση που δεν καταρρίπτεται από το ότι η πράγματι δανειολήπτρια εταιρεία ήταν συμφερόντων τρίτου προσώπου.
Κατά το χρόνο που συνέβαιναν τα παραπάνω διενεργούνταν παράλληλα έλεγχοι στην FBB BANK, δυνάμει της 37/22.5.2012 εντολής της Διεύθυνσης Εποπτείας Τραπεζικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, με αφορμή την αναχρηματοδότηση αυτής στα πλαίσια της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζικών ιδρυμάτων, ο δε ενάγων συνεργάσθηκε ως ένα βαθμό με τις ελεγκτικές αρχές, συντάσσοντας ενημερωτικό έγγραφο προς το Δ.Σ. της τράπεζας για περιπτώσεις αντικανονικών χορηγήσεων δανείων, γεγονός που προκάλεσε το θυμό του εναγόμενου. Η παραπάνω χρηματοδότηση περιλήφθηκε εξ αρχής μεταξύ των περισσότερων δανείων, που θεωρήθηκαν ύποπτα και ζημιογόνα για την τράπεζα (ως επίσης έτερο δάνειο προς την εταιρεία LEREMAX) και τα οποία -κατά το οικείο πόρισμα των ελεγκτών- φέρονταν να έχουν χορηγηθεί υπό ευνοϊκούς όρους και να καταλήγουν προς εταιρείες συμφερόντων του λεγόμενου "Ομίλου Ρ.", ήτοι σε εταιρείες συμφερόντων του εναγομένου. Κατόπιν τούτων συντάχθηκε το 2218/1068/2013 πόρισμα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης και σχηματίσθηκε η με ΑΒΜ ΕΔ2013/92 (Ω 2013/32) ποινική δικογραφία.
Υπό τις συνθήκες αυτές, που σημειωτέον έτυχαν ευρύτατης δημοσιότητας, ήταν πλέον ορατός ο κίνδυνος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της FBB BANK και παράλληλα διαφαινόταν σφόδρα πιθανή η άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος υπευθύνων της τράπεζας FBB BANK μεταξύ άλλων και για την πιο πάνω δανειοδότηση. Ο εναγόμενος διαβλέποντας ότι θα περιλαμβανόταν μεταξύ των κατηγορουμένων, καθοδηγώντας και ποδηγετώντας τη βούληση του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας και χρησιμοποιώντας το νομικό πρόσωπο της τελευταίας οδήγησε στην υποβολή εγκλήσεως σε βάρος του ενάγοντος, ως επίσης σε βάρος των Α.
Π. και Δ. Κ. για το αδίκημα της απιστίας σε σχέση με τη χορήγηση του ως άνω δανείου. Ακολούθως δε προέβη με τον ίδιο τρόπο, ήτοι καθοδηγώντας και ποδηγετώντας τη βούληση του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας και χρησιμοποιώντας το νομικό πρόσωπο της τελευταίας, στην από 19.03.2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, που έλαβε χώρα χωρίς καταβολή αποζημίωσης, κατ’ επίκληση της ως άνω έγκλησης (βλ.
την από 19.03.2013 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης μετά της επ' αυτής επισημειώσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Ντίνου). Συναφώς αποδεικνύεται ότι ο ενάγων πράγματι πλημμελώς είχε εκτελέσει τα καθήκοντα του έναντι της FBB BANK, υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντή Επιχειρηματικής Πίστης, αφού εισηγήθηκε και προέβη σε εκταμίευση του ως άνω δανείου κατά προφανή παρέκκλιση των θεσμοθετημένων πρακτικών της τράπεζας.
Τούτο όμως -πέραν του ότι επρόκειτο για γεγονός σύνηθες για χορηγήσεις με τελικούς αποδέκτες εταιρείας συμφερόντων της οικογένειας του εναγομένου- δεν αναιρεί το ότι η υποβολή της ως άνω έγκλησης, ως επίσης η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν πράξεις απολύτως μεθοδευμένες από τον εναγόμενο και εντελώς προσχηματικές, αφού δεν απέβλεπαν στην προστασία των καλώς εννοούμενων συμφερόντων της τράπεζας (της οποίας πρέπει να σημειωθεί ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με την 73/1/10.5.2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), αλλά αποσκοπούσαν κατά πρώτον μεν λόγο στη συσκότιση των πραγματικών περιστατικών, που αφορούσαν στην ως άνω δανειοδότηση, ώστε επιρριπτομένων όλων των ευθυνών στους μηνυομένους, να μπορεί να προβάλλει ο εναγόμενος αντίστοιχους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς στην επιγενόμενη ποινική δίωξη, εκ παραλλήλου δε στην άνευ καταβολής αποζημίωσης καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, εν είδει τιμωρίας.
Η προρρηθείσα έγκληση απορρίφθηκε εν τέλει με την Δ81/14 Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, ως προσχηματική και ψευδής. Τα παραπάνω επιβεβαιώθηκαν και δεν είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο και τις παραδοχές του 1192/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Πιο συγκεκριμένα κατόπιν σχηματισμού της ως άνω, ΕΔ2013/92 (Ω 2013/32) δικογραφίας, ασκήθηκαν -μεταξύ άλλων και για το επίδικο δάνειο- ποινικές διώξεις για τις πράξεις της (1) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 150.000 ευρώ, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση σε βάρος νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α ΠΚ (και κατά του εναγομένου), (2) άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή (και κατά του καλούντος/ενάγοντος) και (3) νομιμοποίησης εσόδων (και κατά του εναγομένου).
Δυνάμει του εν λόγω βουλεύματος (λαμβανομένης υπόψη και της εν των μεταξύ εξόφλησης του επίδικου δανείου, που σημειωτέον έλαβε χώρα εξ ιδίων από τον εναγόμενο -βλ. σχετικό ισχυρισμό στην 7440/753/2015 Αίτηση Ασφαλιστικών Μέτρων), απηλλάγησαν όλων των κατηγοριών (μεταξύ άλλων) και αμφότεροι οι διάδικοι και τούτο διότι κρίθηκε αμετάκλητα ότι η τράπεζα FBB BANK και η δανειολήπτρια εταιρεία (ΑΑΜ SA και ΑΑΜ Holding) απέβλεπαν πραγματικά και όχι εικονικά στην κατάρτιση σύμβασης δανείου.
Επομένως εφόσον το προϊόν αυτού του δανείου σκόπευε εξ αρχής να αποπληρώσει η δανειολήπτρια εταιρεία, δεν πληρούνταν η αντικειμενική υπόσταση του αντίστοιχου ποινικού αδικήματος της υπεξαίρεσης. Με το ίδιο βούλευμα κρίθηκε ακόμη (ενόψει και της ως άνω εξόφλησης των ποσών των δανείων από τον εναγόμενο) ότι δε συντρέχει ούτε περίπτωση απιστίας καθόσον δεν επήλθε ζημία στην τραπεζική εταιρεία.
Κατ’ ακολουθίαν αποδεικνύεται αφενός μεν η μη τέλεση ποινικού αδικήματος εκ μέρους του ενάγοντος αφετέρου δε και κυρίως ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας του υπαγορεύθηκε από τον εναγόμενο και δη από ταπεινά ελατήρια αυτού, που βρίσκονταν σε προφανή υπέρβαση του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του αντίστοιχου δικαιώματος, που θα έπρεπε να είναι το καλώς εννοούμενο συμφέρον της τράπεζας.
Τούτο δε έλαβε χώρα κατά τρόπο δόλιο και αντίθετο στα χρηστά ήθη και επομένως επρόκειτο περί καταγγελίας που ήταν άκυρη ως καταχρηστική. Μετά ταύτα ο ενάγων βασίμως αξίωσε την καταβολή της επίδικης συμβατικής αποζημίωσης απόλυσης, που ανέρχεται εν συνόλω στο ποσό των 258.000 ευρώ (10.750X24 μήνες), η οποία του οφείλεται ανεξαρτήτως της υποβολής εγκλήσεως σε βάρος του από την εργοδότριά του.
Περαιτέρω δε η επίδικη αξίωση βασίμως στρέφεται κατά του εναγομένου, αφού τούτος -εκμεταλλευόμενος το γεγονός του ότι ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διοίκηση της πιο πάνω τράπεζας, της οποίας τη βούληση είχε πλήρως ποδηγετημένη- δόλια, αντίθετα στα χρηστά ήθη και καταχρηστικά χρησιμοποίησε το νομικό πρόσωπο της τραπεζικής εταιρείας για την επίτευξη των ατομικών του ταπεινών σκοπών και επιδιώξεων, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό, ώστε αφενός να φαίνεται ως μη ωφεληθείς έστω εμμέσως εκ της ως άνω δανειοδοτήσεως, αφετέρου να είναι δυνατή η καταγγελία της επίδικης σύμβασης χωρίς την καταβολή αποζημίωσης [...].
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η παράνομη, υπαίτια, αντίθετη στα χρηστά ήθη και καταχρηστική εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, που μάλιστα κοινολογήθηκε σε τραπεζικούς κύκλους και έτυχε ευρείας δημοσιότητας και τέθηκε σε κίνδυνο το επαγγελματικό του μέλλον συνιστά παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του και προφανή μείωση της προσωπικής και επαγγελματικής του υπόληψης και αξίας, οπότε γεννάται αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ [...] |».
Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου -αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 258.000 ευρώ για συμβατική αποζημίωση απόλυσης και ποσό 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγο ηθικής βλάβης.
[4] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί, κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο έλαβε υπόψη ως νομική βάση της σε βάρος του κρίσεως, αυτήν της ενδοσυμβατικής ευθύνης, αντί της αδικοπρακτικής ευθύνης, επί της οποίας ο ενάγων-αναιρεσίβλητος είχε στηρίξει την αγωγή του, κατά παράβαση του συζητητικού συστήματος και της αρχής της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προειπώθηκε στη μείζονα σκέψη, όταν το δικαστήριο της ουσίας, όπως εν προκειμένω το Εφετείο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ούτε επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ώστε να δημιουργούνται λόγοι αναίρεσης από τα εδάφια 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλεια στο Εφετείο εκ των αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί (κατά τους ισχυρισμούς του) στήριξε τη σε βάρος του καταψήφιση, στην προηγούμενη αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης του αναιρεσίβλητου ως καταχρηστικής, ενώ ο ίδιος είχε παραιτηθεί του δικογράφου της εναντίον του αγωγής από την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι κατά τις σαφείς παραδοχές του Εφετείου, το αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, εκτιμήθηκε, κατά την προσήκουσα υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται από τα επικαλούμενα στο δικόγραφο της αγωγής κατά τρόπο σαφή πραγματικά περιστατικά και όπως αυτές στη συνέχεια προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που τις θεμελιώνουν βάσει της αρχής jura novit curia, ως αξίωση στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, καθόσον ρητά αναφέρεται στην αγωγή, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) παραιτείται από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και ζητεί την καταβολή της νόμιμης και συμβατικής του αποζημίωσης.
Με δεδομένο δε ότι το Εφετείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δέχεται το αίτημα καταβολής αποζημίωσης ως αξίωση στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, ότι δηλαδή η αποζημίωση δεν στηρίζεται σε άκυρη καταγγελία αλλά σε έγκυρη, κατ’ επιλογή του ενάγοντος, ώστε να δικαιούται την αποζημίωση (άλλως θα δικαιούτο μισθούς υπερημερίας), ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αποζημίωση καταβάλλεται και σε περίπτωση άκυρης καταγγελίας και όχι μόνο στην έγκυρη καταγγελία, στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης ως προς την ορθή εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 & 200 ΑΚ, είναι και αυτός απορριπτέος ως απαράδεκτος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Τέλος, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 70 & 281 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου υπαγορεύθηκε από τον αναιρεσείοντα και δη από ταπεινά ελατήρια αυτού, που βρίσκονταν σε προφανή υπέρβαση του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του αντίστοιχου δικαιώματος, που θα έπρεπε να είναι το καλώς εννοούμενο συμφέρον της τράπεζας.
Τούτο δε, έλαβε χώρα κατά τρόπο δόλιο και αντίθετο στα χρηστά ήθη και επομένως επρόκειτο περί καταγγελίας που ήταν άκυρη ως καταχρηστική. Περαιτέρω δε η επίδικη αξίωση βασίμως στρέφεται κατά του αναιρεσίβλητου, αφού τούτος, εκμεταλλευόμενος το γεγονός του ότι ασκούσε εν τοις πράγμασι τη διοίκηση της πιο πάνω τράπεζας, της οποίας τη βούληση είχε πλήρως ποδηγετημένη, δόλια, αντίθετα στα χρηστά ήθη και καταχρηστικά χρησιμοποίησε το νομικό πρόσωπο της τραπεζικής εταιρείας για την επίτευξη των ατομικών του ταπεινών σκοπών και επιδιώξεων, ώστε αφενός να φαίνεται ως μη ωφεληθείς έστω εμμέσως εκ της ως άνω δανειοδοτήσεως, αφετέρου να είναι δυνατή η καταγγελία της επίδικης σύμβασης χωρίς την καταβολή αποζημίωσης.
Τέλος το Εφετείο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι το γεγονός ότι αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει πλημμελώς τα καθήκοντά του έναντι της τράπεζας, αφού εισηγήθηκε και προέβη στην εκταμίευση του δανείου κατά παρέκκλιση από το εγχειρίδιο χρηματοδοτήσεων της τράπεζας, δεν αναιρεί, ενόψει των παραπάνω, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν πράξη απολύτως μεθοδευμένη από τον αναιρεσίβλητο και εντελώς προσχηματική, διότι η πλημμελής αυτή εκτέλεση δεν προξένησε αντιδράσεις στο ανώτερο στελεχιακό επίπεδο της τράπεζας, αφού ήταν πρακτική εντελώς συνήθης για χρηματοδοτήσεις, των οποίων τελικός αποδέκτης ήταν εταιρείες συμφερόντων του αναιρεσείοντος εν όλω ή εν μέρει και εξάλλου, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας για πλημμελή εκπλήρωση δεν συνιστά νόμιμο λόγο απαλλαγής από την καταβολή της ως άνω συμβατικής αποζημίωσης απόλυσης.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 70 & 281 ΑΚ αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναίρεσης ή πρόσθετου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.07.2020 και με αριθ. κατάθεσης 4395/530/13-7-2020 αίτηση και τους από 07.10.2020 με αριθ. κατάθεσης 84/8-10-2020 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1025/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ