Legislator Case Law & Legislation
406/2015 AI generated

406/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 406/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

406/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001.

Keywords

AI generated
access road road infrastructure refurbishment traffic offence notional interest deduction right of way dismissal of traffic proceedings
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 406 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 406/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛΤΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λυκούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ και στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 373/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-6-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 15-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16-6-2010 και με αύξοντα αριθμό εκθ. καταθ. 67/2010 αιτήσεως αναιρέσεως της 373/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα, όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν, και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση... 4.

Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", ήδη ν. 2882/2001 ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του...", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή, η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις, εκ της απαλλοτριώσεως, αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγομένων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθ. 62 παρ. 9 και 10 Ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατώσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/ 1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977 (άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγρ. 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται, (ενδεικτικά), και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Αντιφατικότητα των αιτιολογιών η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Δυνάμει της υπ'αριθμ. 6835/5-12-2003 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1463/31-12-2003 τεύχος Δ', κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφελείας και με δαπάνες αυτού, που θα αντιμετωπιστούν από τις πιστώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΣΑΕΠ 0313 τροπ. 2/9-10-2003, αρ.

έργου 2002ΕΠ03130006), καθώς και των παρόδιων ιδιοκτητών και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση της Εγνατίας Οδού Νο 2 τμήμα Αλεξανδρούπολης - Λουτρός" υποτμήμα Αλεξανδρούπολης - Απαλός, συνολικής εκτάσεως 98.819,88 τ.μ., η οποία βρίσκεται στο Ν. Έβρου και εικονίζεται με κλίμακα 1:2000 στο από Ιανουάριο 2003 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, που έχουν συντάξει οι ανάδοχοι μελετητές Π.

Τ., Γ. Ο., Π. Μ., Κ. Δ., Σ. Κ. και Χ. Α. και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της Δ/νσεως Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Στυλιανός Στυλίδης στις 30-1-2003 και με κλίμακα 1:500 στα από Δεκέμβριο 1994 κτηματολογικά διαγράμματα του ΥΠΕΧΩΔΕ, που έχουν συντάξει οι ανάδοχοι μελετητές ΔΡΟΜΟΣ ΑΕΜ, Ξ.

Δ. -Κ. Ζ. - Δ. Τ., Β. Β. και Συνεργάτες Ε.Ε., Σ. Λαγόδημος, Σ. Νόνικας, Μακεδονική Εταιρία Μελετών Ε.Π.Ε. και Ρ. Τ. και έχει θεωρήσει ο ως άνω Προϊστάμενος της Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Στυλιανός Στυλίδης στις 8-1-2003, ακολούθως δε, διορθώθηκαν ο αρχικός κτηματολογικός πίνακας και τα αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1406/10-4-2006 απόφασης του Γενικού Διευθυντή της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Στην έκταση που απαλλοτριώνεται περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμ. ΚΠ 282 ιδιοκτησία, η οποία ανήκει στο αιτούν νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ". Από την ιδιοκτησία αυτή, εμβαδού 685 τ.μ., απαλλοτριώθηκε Τμήμα εκτάσεως 320,86 τ.μ. και έκταση 181,96 τ.μ. θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη, λόγω της ωφελείας που θεωρείται ότι επήλθε στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 364 τ.μ.

περίπου. Η απαλλοτριωτέα έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η άνω υπ' αριθμ. ΚΠ 282 ιδιοκτησία, βρίσκεται σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά εντός Γ.Π.Σ., που είναι χαρακτηρισμένη ως ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΒΙ.ΗΑ. ΒΙΟ.ΠΑ ΠΡΟΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ και σ' αυτήν υπάρχουν εγκαταστάσεις εκθέσεων διαφόρων εταιριών, καταστημάτων, αντιπροσωπειών και βιοτεχνικοί χώροι.

Το επίδικο ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση στην Ε.O. Αλεξανδρούπολης - Απαλού, δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, με καθορισμένη χρήση γης ως "χώρος σταθμού λεωφορείων ΚΤΕΛ". Μετά την απαλλοτρίωση το εναπομένον τμήμα του ακινήτου, εκτάσεως 364 τ.μ. παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και ουσιαστικά καθίσταται άχρηστο, λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού του.

Η επιτροπή του άρθρου 33 ν. 2971/ 01 στη σχετική έκθεσή της ομόφωνα εισηγείται την άρση. της υποχρέωσης προς αυτοαποζημίωση, διότι, "λόγω της μεγάλης μείωσης του εμβαδού του ουσιαστικά αχρηστεύεται". Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από 10-5-2007 τεχνική έκθεση του Π. Α., τοπογράφου μηχανικού, η ζημία του ακινήτου, λόγω της απαλλοτριώσεως, εκτιμάται σε ποσοστό 44,32%.

Το καθού Ελληνικό Δημόσιο συνομολογεί ότι η άνω ΚΠ 282 ιδιοκτησία δεν ωφελείται. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ένδικη απαλλοτρίωση ουδεμία στην πραγματικότητα επέφερε ωφέλεια στην εναπομείνασα ΚΠ 282 ιδιοκτησία του αιτούντος και συγκεκριμένα δεν αυξήθηκε η αξία ή η εκμεταλλευσιμότητά της, ούτε επηρεάστηκε θετικώς οποιοδήποτε προσδιοριστικό της αξίας του ακινήτου στοιχείο.

Κατόπιν των ανωτέρω, συνάγεται ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφελείας υπέρ της άνω απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας του αιτούντος, αφού, από τα ως άνω εκτιθέμενα, προκύπτει ότι αυτό αντίθετα ζημιώθηκε από την απαλλοτρίωση...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των στην αρχή παρατεθεισών νομικών διατάξεων και ειδικότερα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στο εναπομένον τμήμα της ΚΠ 282 ιδιοκτησίας (και όχι της εκ παραδρομής προφανώς αναφερομένης στο αναιρετήριο ΚΠ 366) του αναιρεσιβλήτου μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον.

Συνεπώς, ο εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται πλημμέλεια εξαιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Περαιτέρω, αφού, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας του εφεσίβλητου από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για το ακίνητό του που απαλλοτριώθηκε, ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας του αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του Κωδ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου για την καταβολή της αποζημίωσης και είναι πλήρης, ανέρχεται δηλαδή σε 3% στο ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται και, συγκεκριμένα, σε 2% για τη σύνταξη της αίτησης και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων, μαζί με την παράσταση του δικηγόρου και τα λοιπά αναγκαία για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα.

Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957 για το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή για τον περιορισμό τους μέχρι του ποσού των 294 ευρώ. Και τούτο, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 2161/2013).

Συνεπώς, και στην προκειμένη περίπτωση που με την προσβαλλομένη απόφαση ορίστηκε ότι η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου πρέπει να υπολογιστεί με ποσοστό 3% επί της αξίας της αποζημίωσης που προκύπτει για τα τμήματα των ιδιοκτησιών της έκρινε ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε, ορθά εφήρμοσε τις άνω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια, ορθώς εκ του αριθμού 1 (και όχι 19) του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της ως αβάσιμη και καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου μειωμένη κατ' άρθ. 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957 κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-6-2010 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 67/2010 αίτηση αναιρέσεως της 373/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ