406/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5555/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2957/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated406/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου εμφανίσθηκε η πληρεξουσία δικηγόρος του όγδοου αναιρεσιβλήτου (Δ. Π. του Α.) Μαρία Π. Σπηλιοπούλου και δήλωσε ότι έχει στις 16.2.2011 απεβίωσε ο προαναφερόμενος αναιρεσίβλητος και ότι συνεχίζει τη δίκη ως νόμιμη και μοναδική κληρονόμος αυτού η θυγατέρα του Γ.
Full text
Απόφαση 406 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 406/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παρασκευά Λιάρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. θυγ. Ι. Τ., ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ορφανής πατρός ανήλικης θυγατέρας της Κ. - Α. θυγ. Κ. Ξ., 2. Μ. θυγ. Ι. Τ., ατομικά, 3. Ν. Κ. Ξ., ατομικά, 4. Γ. σύζ. Ν. Ξ., το γένος Δ. Π., ατομικά, 5. α) Ν. Κ. Ξ. και β) Γ. συζ. Ν. Ξ. (ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού τους Δ. Ν. Ξ., 6. Α. θυγ. Ν. και Γ. Ξ., 7. Ε. , Ν. και Γ. Ξ., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Σπηλιοπούλου, η οποία δήλωσε ότι ο 8ος των αναιρεσιβλήτων Δ. Α. Π., απεβίωσε την 16-2-2011 και κληρονομήθηκε από την αναιρεσίβλητη Γ. Ξ. σύζυγος Ν., το γένος Δ. Π. και η οποία συνεχίζει την δίκη. Η πληρεξούσια δικηγόρος τους κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5555/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2957/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 11-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των τριών (3) αιτήσεων αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως αυτών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 286 περ.α, 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αποβιώσει κάποιος διάδικος εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση η δίκη διακόπτεται, η διακοπή δε επέρχεται, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και απ' αυτόν που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος του διαδίκου και τέλος η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκουσία με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Στην περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου εμφανίσθηκε η πληρεξουσία δικηγόρος του όγδοου αναιρεσιβλήτου (Δ. Π. του Α.) Μαρία Π. Σπηλιοπούλου και δήλωσε ότι έχει στις 16.2.2011 απεβίωσε ο προαναφερόμενος αναιρεσίβλητος και ότι συνεχίζει τη δίκη ως νόμιμη και μοναδική κληρονόμος αυτού η θυγατέρα του Γ.
σύζυγος Ν. Ξ., το γένος Δ. Π.. Περαιτέρω από τα έγγραφα που προσκόμισε στο Δικαστήριο αυτό και επικαλέσθηκε η Γ. (κατ' επιτρεπτή διόρθωση αυτού απ' το αρχικώς αναφερόμενο όνομα Γ.) σύζυγος Ν. Ξ., η οποίο εκροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την προαναφερόμενη δικηγόρο δυνάμει του υπ' αριθ. .../20-10-2011 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά-Χατζάκη, και ειδικότερα:1) την υπ' αριθ 90 Β'/17-2-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Χαλανδρίου Αττικής, 2) το υπ' αριθμ 2859/2-3-2011 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δ.
Π. του Α. του Δήμου Βριλλησίων Αττικής και 3) τα υπ' αριθμ 64313/24.10.2011 και 18125/24.11.2011 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης και περί αποποίησης της κληρονομίας του ως άνω προσώπου αντίστοιχα, προκύπτει ότι ο αναφερόμενος ως όγδοος αναιρεσίβλητος στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, διάδικος και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλόμενη απόφαση, απεβίωσε στις 16.2.2011 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη θυγατέρα του Γ.
σύζυγο Ν. Ξ., ως μόνη πλησιέστερη συγγενή του που δεν αποποιήθηκε την κληρονομία του και ότι αυτή συνεχίζει την προκείμενη αναιρετική δίκη ως υπεισερχόμενη στη θέση του. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η δήλωση της ως άνω κληρονόμου του Δ. Π. του Α. και να προχωρήσει η διαδικασία με την επέλευση της Γ.ς συζύγου Ν.
Ξ. στη θέση του αποβιώσαντος όγδοου αναιρεσιβλήτου Δ. Π. του Α.. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του, υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι όνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.Ί ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ακόμα η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος (άρθρο 300 ΑΚ) υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τις πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος. Αντιθέτως με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων. Τούτο γιατί η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως αφορώσα εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) Και ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά για τις συνθήκες του θανάσιμου τραυματισμού του Κ. Ξ. από το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα. "Στις 14.3,2006 και περί ώρα 17.35' ο Κ. Ξ. (πατέρας της πρώτης αναιρεσίβλητης, μνηστήρας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τέκνο των τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, αδελφός των πέμπτου, έκτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων και εγγονός του ήδη αποβιώσαντος όγδοου αναιρεσιβλήτου) οδηγώντας την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτας, εκινείτο με κανονική ταχύτητα στην περιοχή Χαλανδρίου Αττικής και επί της διπλής κατευθύνσεως οδού Αποστολοπούλου με κατεύθυνση από Μαρούσι προς Ν.Ψυχικό Κατά την ίδια χρονική στιγμή και επί της άνω οδού με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Ν. Ψυχικό προς Μαρούσι εκινείτο το υπ' αρ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο των εναγομένων, που είχε προστηθεί στην οδήγηση του από την ιδιοκτήτρια και κάτοχο του, δεύτερη εξ αυτών ανώνυμη εταιρία και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις από την κυκλοφορία του σε τρίτους προξενούμενες υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στην τρίτη εξ αυτών ασφαλιστική εταιρία.
Τη στιγμή κατά την οποία η μοτοσυκλέτα έφθασε στη διασταύρωση της οδού Αποστολοπούλου με την οδό Επτανήσου, το αντιθέτως κινούμενο ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατά τρόπο αιφνίδιο και εξ εγγυτάτης (περί τα 10 μέτρα) αποστάσεως επιχείρησε αλλαγή της κατευθύνσεως του, πραγματοποιώντας αριστερή στροφή, προκειμένου να κινηθεί επί της οδού Επτανήσου.
Κατά την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας το οποίο έχει πλάτος 3,5 μέτρων και ενώ βρισκόταν σε κάθετη θέση σε σχέση με την επί του ρεύματος τούτου κινούμενη μοτοσυκλέτα, απέφραξε την πορεία της, προκαλώντας έτσι την πτώση της μοτοσυκλέτας με το εμπρόσθιο μέρος της στο εμπρόσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του (μεταξύ του δεξιού τροχού και της δεξιάς πόρτας), με αποτέλεσμα, πλην των βλαβών που υπέστησαν τα οχήματα, να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Κ.
Ξ.. Αποκλειστικά υπαίτιος του δυστυχήματος είναι ο εναγόμενος Δ. Ν., οδηγός του υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις να επιδείξει. Συγκεκριμένα ο παραπάνω εναγόμενος οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και ειδικότερα παρ' ότι από απόσταση 50 περίπου μέτρων αντιλήφθηκε την επί του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας κίνηση της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Κ.
Ξ., δεν διέκοψε εντελώς την πορεία του και δεν επέτρεψε σ' αυτήν να διέλθει από την προαναφερόμενη διασταύρωση παρ' ότι είχε προτεραιότητα. Αντιθέτως και ενώ η μοτοσυκλέτα απείχε ελάχιστα από το αυτοκίνητο που οδηγούσε, αυτός (εναγόμενος οδηγός) στρέφοντας το κεφάλι του πίσω και αριστερά, δηλαδή στην αντίθετη όσον αφορά την κίνηση της μοτοσυκλέτας κατεύθυνση πραγματοποίησε αριστερή στροφή, διασχίζοντας καθέτως το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και παρεμβαλλόμενος στον άξονα πορείας της μοτοσυκλέτας, την οποία και εντελώς απέκλεισε.
Απότοκη συνέπεια της μη επιδείξεως εκ μέρους του εναγομένου οδηγού της οφειλομένης κατά τα ανωτέρω επιμέλειας και προσοχής, η οποία κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόταν με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, σε συνδυασμό με τους ανωτέρω νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που τηρούνται στις συναλλαγές, την κοινή λογική και πείρα και την οποία κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση του παραπάνω εναγομένου θα κατέβαλε ήταν η πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης και η επέλευση των προαναφερόμενων επιζήμιων σε πρόσωπα και πράγματα συνεπειών.
Τον οδηγό της υπ' αρ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Κ. Ξ. ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει στην επέλευση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ότι δεν ασκούσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας ή ότι εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, μεγαλύτερη του ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ωρ, την οποία δήθεν ανέπτυξε επιχειρώντας υπέρβαση προπορευόμενου οχήματος.
Ο ίδιος οδηγός, παρά την άμεση πέδηση στην οποία προέβη (μήκους 10 μέτρων) δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, εξαιτίας της μικρής αποστάσεως από την οποία παρεμβλήθηκε στην πορεία του το ΙΧΕ αυτοκίνητο και της ελλείψεως σχετικής χρονικής δυνατότητας. Επομένως, τα από τους εναγόμενους πρωτοδίκως υποστηριζόμενα και με λόγο εφέσεως επαναφερόμενα σε απόκρουση των αγώγιμων απαιτήσεων περί του ως άνω περιεχομένου συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος οδηγού Κ.
Ξ. στην επέλευση της ένδικης θανατηφόρου για τον ίδιο συγκρούσεως δεν επαληθεύονται και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, προκύπτουν και τα ακόλουθα ουσιώδη. Αποτέλεσμα του προπεριγραφόμενου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο Κ. Ξ. να πάθει βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας και συγκεκριμένα, κατάγματα ρινικών-ζυγωματικών οστών, κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού, εγκάρσιο διαχωριστικό κάταγμα βάσεως, διερχόμενο δια του βόθρου της υποφύσεως, λοξώς φερόμενα γραμμοειδή κατάγματα οροφής οφθαλμολογικών κογχών, καθολική τραυματική υπαραχνοειδή και ενδοκοιλιακή συλλογή αίματος και αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου, κάταγμα αμφοτέρων των κλείδων, κάταγμα σώματος 1ης- 5ης δεξιάς και 1ης - 2ης αριστερής πλευράς με παρεκτοπισμένα οστικά άκρα, αμφίπλευρο αιμοθώρακα (αριστερά), εκτεταμένη αιμορραγική θλάση (τραυματική βλάβη) μεσοκοιλιακού διαφράγματος και ενδοκαρδίου υπενδοκαρδιακής ζώνης αριστερής κοιλίας, αμφίπλευρες παρεγχυματικές θλάσεις και διασχίσεις πνευμόνων, ρήξη δεξιού λοβού (διαφραγματική επιφάνεια) ήπατος, αμφίπλευρες θλάσεις νεφρών και περινεφρικό αιμάτωμα δεξιά, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε στις 19.301 της αυτής μέρας ο θάνατος.
Δεν αποδεικνύεται η επίσης πρωτοβαθμίως προβληθείσα και στο δεύτερο βαθμό επίσης επαναφερόμενη με ιδιαίτερο λόγο των υπό κρίση εφέσεων των εναγομένων, ένσταση, για την συνυπαιτιότητα του παθόντος Κ.Ξ. στην επέλευση του ζημιογόνου για τον ίδιο αποτελέσματος και εν προκειμένω του θανάτου του, διότι αυτός ως οδηγός μοτοσυκλέτας δεν έφερε προστατευτικό κράνος (άρθρα 12 παρ.6, 101 παρ.1 ΚΟΚ και 300, 330, 928 ΑΚ).
Και τούτο διότι, δεν αποδεικνύεται ότι η χρήση του κράνους από τον Κ.Ξ. ήταν ικανή να αποτρέψει το παραπάνω (θανατηφόρο) γι' αυτόν αποτέλεσμα, εν όψει του είδους και της εκτάσεως (και) των προαναφερομένων λοιπών σωματικών του στον θώρακα και στη κοιλία κακώσεων, γεγονός το οποίο αναιρεί ' οποιαδήποτε αναγκαίως απαιτούμενη για τον καταλογισμό της εν λόγω συντρέχουσας αμέλειας, αιτιώδη συνάφεια, μεταξύ της ανωτέρω παραλείψεως του Κ.
Ξ. και του επελθόντος για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του και ήδη ενάγοντες επιζήμιου αποτελέσματος". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο που δίκασε κατ' ουσίαν την από 10.2.2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατ' ουσίαν και αφενός υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα και τους συνεναγομένους του να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους, λόγω αποζημιώσεως τους και (ή) χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης τους, στους εφεσίβλητους τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, αφετέρου δε αναγνώρισε ότι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στην πρώτη, τρίτη και τέταρτη των εφεσίβλητων και άλλα χρηματικά ποσά, μεγαλύτερα ή μικρότερα εκείνων που είχαν επιδικασθεί με την υπ' αριθμ. 5555/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία εξαφάνισε.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα αυτές των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφαση του,, αναφορικώς με τα ουσιώδη ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Δ. Ν. (αναιρεσείοντος) και της μη συνυπαιτιότητας του Κ. Ξ. στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και την έκταση της ζημίας για τον ίδιο και όλους τους αναιρεσιβλήτους συγγενείς του, όπως επίσης και της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του πρώτου των ως άνω προσώπων και των επελθόντων επαχθών σε ανθρώπους και πράγματα αποτελεσμάτων, πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με συνέπεια να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Ν., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις από τις εν λόγω διατάξεις προβλεπόμενες πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι Κατά το άρθρο 932 εδ. 1 και 3 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει προηγουμένως τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά από τα διάδικα μέρη, δηλαδή το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Έτσι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, που να ιδρύει τους προβλεπόμενους τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 1318/2011, ΑΠ 814/2011). Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται, ως νομικός κανόνας, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας, ο έλεγχος, από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής, γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.
Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν^ αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη, σε συγκεκριμένη περίπτωση, στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα ( ΑΠ 1166/2009, 601/2009 ).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν η αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα εκτιθέμενα υπερβολικά ποσά, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με το να μη λάβει υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο καθοριστικά για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στοιχεία που υποβλήθηκαν στην κρίση του από τον αναιρεσείοντα και με το να διαλάβει στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με όσα τέτοια στοιχεία έλαβε υπόψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που η προβαλλόμενη αιτίαση σε παραβίαση από το Εφετείο της αρχής της αναλογικότητας, είναι" σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, απορριπτέος ως αβάσιμος, Ο αυτός λόγος κατά το σκέλος του με το αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς το αίτημα αυτής που αφορούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, επειδή δεν εξειδικεύονταν σ' αυτήν τα προσδιοριστικά του ύψους αυτής στοιχεία και ειδικότερα της προσωπικής σχέσεως του θανόντος με καθένα από τους ενάγοντες και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των τελευταίων και του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία ότι την αοριστία αυτή πρότεινε ο αναιρεσείων στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Δ. Ν. με τις από 27,1,2010 προτάσεις του που κατέθεσε στο Εφετείο και προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί της (συν)υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Κ. Ξ. στην πρόκληση του επιδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί, εκτός των λοιπών εγγράφων, απόσπασμα εντύπου εκτυπωθέντος από το διαδίκτυο και μεταφρασμένο από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα, στο οποίο αναφέρονται τα τεχνικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας ομοίου τύπου εκείνης που οδηγούσε ο ανωτέρω και της ταχύτητας που μπορούσε αυτή να αναπτύξει.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "... όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν με επίκληση προσκομιζόμενα έστω και το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη έγγραφα, ακόμη και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την τυχόν μνεία ορισμένων εξ αυτών να είναι ενδεικτική, χρήσιμα σε άμεση και έμμεση απόδειξη".
Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως για έρευνα πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2011 αίτηση του Δ. Ν. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ 2957/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα όλων των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ